ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕΪΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕΪΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Η ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

H ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ
ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Το χαρακτηριστικό της μεταμοντέρνας κοινωνίας είναι η φυγή από τον Θεό! Δηλαδή σε μια τέτοια κοινωνία , οτιδήποτε θυμίζει τον Θεό, σε δημόσιο χώρο ή στις καρδιές των ανθρώπων, πρέπει να αμφισβητηθεί, να απομακρυνθεί και να αντικατασταθεί επειγόντως.

Οι αρχιτέκτονες της άθεης κοινωνίας θεωρούν ως έγκλημα την χριστιανική διαπαιδαγώγηση του παιδιού στην οικογένεια, αφού έτσι αυτά αποτελούν μια δύσκολη λεία για όλους όταν το παιδί ωριμάσει.

Υπό αυτήν την προοπτική το βασικό χαρακτηριστικό του μοντέρνου παιδαγωγικού συστήματος και των ιδεολογιών που επιθυμούν να κατέχουν τις ψυχές των παιδιών είναι η απομάκρυνσή τους από τους γονείς και η ενσωμάτωση τους σε όμοια μορφωτικά συστήματα οπού η προσέγγιση τους μέσω διαφόρων ιδεολογιών γίνεται πιο εύκολη.

Α) Μαθήματα θρησκευτικών που προπαγανδίζουν τον αθεϊσμό και τον ηθικό σχετικισμό

Ένα από τα ποιο αμφιλεγόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα λαμβάνει μέρος στο Κεμπέκ του Καναδά, το οποίο προβλέπει να αντικαταστήσει στη ψυχή των παιδιών τον Θεό με κάποια ιδεολογία. Το υπουργείο παιδείας του Κεμπέκ ,τον Σεπτέμβριο του 2008, χωρίς προηγούμενη δημόσια συζήτηση!, επέβαλε σε όλους τους μαθητές -από το δημοτικό ως το λύκειο- το νέο μάθημα θρησκευτικής ηθικής και πολιτισμού, με δηλωμένη πρόθεση να διδάξει τα παιδιά την ισότητα των θρησκειών, τον πλουραλισμό, την ανοχή, την πολυπολιτισμικότητα και να «διευκολύνει» την πνευματική τους ανάπτυξη για την αυτοολοκλήρωσή τους

Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει την αυθεντία των γονιών με αυτήν του κράτους, όσον αφορά στη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των παιδιών, αφήνοντας την εντύπωση ότι καμιά θρησκεία δεν είναι καλύτερη από την άλλη, έτσι ώστε το να διαλέξεις θρησκεία να μην  είναι καθόλου διαφορετικό από το να διαλέξεις κάποιο προϊόν στην θέση κάποιου άλλου.

Εξ άλλου, στις συζητήσεις για την νέα θεώρηση του κόσμου, που επέβαλε το κράτος τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά σχολεία, οι ποιο πολλοί σχολιαστές παρατήρησαν ότι η μόνη «θρησκεία» που υποστηρίζει το μάθημα είναι ο ηθικός και θρησκευτικός σχετικισμός και η υπονόμευση της επικρατούσης θρησκείας του Κεμπέκ- του χριστιανισμού!

Ο σκοπός φαίνεται ξεκάθαρα από τον τρόπο που έχει καθοριστεί η ύλη. Ο χριστιανισμός είναι τοποθετημένος δίπλα στις ποιο σκοτεινές ειδωλολατρικές θρησκείες, ενώ ο Ιησούς Χριστός έχει τοποθετηθεί δίπλα σε άλλους «μεγάλους ανθρώπους» όπως το Βούδα, με σκοπό να υπονομεύσει στα παιδιά την πίστη στον Χριστό ως Θεάνθρωπο (βλέπε www.coalition-org). Ένας από τους συγγραφείς του μαθήματος δήλωσε ανοιχτά ότι η βασική ιδέα πάνω στην οποία στηρίζεται το μάθημα είναι η «παιδαγωγία της σύγκρουσης» του Hegel, έχοντας ως σκοπό τον «κλονισμό, τη μη δημιουργία μιας στερεής θρησκευτικής ταυτότητας στα παιδιά μας.


Β) Ο ''εξαγνισμός'' της γλώσσας και το Oxford Junior Dictionary.

Ένας άλλος λεπτός τρόπος για να βγάλεις από τις καρδιές των παιδιών τον Θεό και τον παραδοσιακό τρόπο αντίληψης του κόσμου έλαβε χώρα στην Μεγ. Βρετανία.
Το νέο Oxford Junior Dictionary φαίνεται να εμπνεύστηκε από τον Νίτσε, ο οποίος τρελάθηκε αρνούμενος τον Χριστό: «δεν θα μπορέσουμε να απαγκιστρωθούμε από τον Θεό, εάν δεν σταματήσουμε να πιστεύουμε στην  γραμματική».
Υπό αυτήν την έννοια, στην τελευταία έκδοση του Oxford Junior Dictionary εξαλείφθηκαν λέξεις όπως: άγιος, επίσκοπος, μοναστήρι, αβατείον, ψαλμός, αμαρτία, διάβολος, αυτοκράτορας, μονάρχης,  αυτοκρατορία, αλλά και λέξεις που αποδίδουν τον πλούτο του περιβάλλοντος κόσμου: γάιδαρος, βόδι, πελεκάνος, βελανιδιά, βερικοκιά, τουλίπα, βιολέτα, κ.τ.λ., για να αντικατασταθούν με άλλες, όπως μπλοκ, ΜΡ3player, βάση δεδομένων,   διασημότητα, ανοχή, ΕΕ, εκδίκηση, σύγκρουση κ.α. (βλέπε ιστοσελίδα της Daily Telegraph).

Αυτό είναι το ολοκληρωτικό σχέδιο της εκ θεμελίων αλλαγής του κόσμου,  μέσω της αλλοίωσης της γλώσσας, έτσι όπως την περίγραψε ο Όργουελ στο μυθιστόρημά του "1984". Στην ολοκληρωτική κοινωνία που περιγράφει ο  Όργουελ  το υπουργείο Αλήθειας απασχολείται με την αλλοίωση της ιστορίας με το διαρκές επαναγράψιμο της, και την αλλαγή αντίληψης του κόσμου με την αλλοίωση και την απλοποίηση της γλώσσας.
Σκοπός τους είναι η γλώσσα να μετατραπεί σε σλόγκαν, ενώ οι σκέψεις των ανθρώπων σε στερεότυπα. Αυτό που περιγράφει ο  Όργουελ δεν διαφέρει καθόλου από αυτό που γίνεται στην Μ. Βρετανία. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η γλώσσα εκκαθαρίζεται από λέξεις που θυμίζουν τον Θεό, Εκκλησία, παράδοση, αλλά και λέξεις που ενώνουν τον άνθρωπο με την περιβάλλουσα πραγματικότητα και την χαρακτηρίζουν. Η γλώσσα απλοποιείται όχι μόνο ποιοτικά, αλλά και ποσοτικά –ενώ παραπέμπει όλο και ποιο πολύ σε μια τεχνική πραγματικότητα- όπου ο Θεός και ο από Αυτόν δημιουργημένος κόσμος δεν έχουν θέση.

Γ) Ο.Η.Ε και η καταστροφή της παραδοσιακής οικογένειας

Εδώ πρόκειται για μια θεώρηση που θέλει να αντικαταστήσει τους γονείς στην εκπαίδευση των παιδιών.

Πρόκειται για ένα ολοκληρωτικό -σύμφωνα με τις προθέσεις του- έργο, όπου έχει ως βάση την σύμβαση του Ο.Η.Ε για τα δικαιώματα του παιδιού. Σκοπός του είναι η «δια βίου μόρφωση» και «η φροντίδα του παιδιού εκτός οικογένειας σε ειδικευόμενες υπηρεσίες»

Για παιδιά μέχρι 6-7 ετών προβλέπεται η οργάνωση σε ειδικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς, που θα αντικαταστήσουν σταδιακά τους γονείς και θα ασχοληθούν με όλες τις πτυχές της φροντίδας του παιδιού, από την υγεία και τη φυσική ανάπτυξη, μέχρι την γλωσσική ανάπτυξη και την επικοινωνία και την κοινωνικό-αισθηματική του ανάπτυξη.

Η συγκεκριμένη σύμβαση του Ο.Η.Ε για τα δικαιώματα του παιδιού προβλέπει ότι το κράτος μπορεί να αντικαταστήσει το γονιό, εκεί όπου το «συμφέρον» του παιδιού το επιβάλλει, ενώ σε μια σύγκρουση μεταξύ γονιού και παιδιού το κράτος μπορεί να επέμβει υπέρ του παιδιού, αποσύροντας την κηδεμονία από τους γονείς.

Το παιδί θεωρείται αυτόνομη ύπαρξη, αποκομμένο από την εξουσία των γονέων του, στο οποίο πρέπει να καλλιεργηθεί και να αξιοποιηθεί το εγώ. Όντας μια αυτόνομη ύπαρξη, το παιδί πρέπει να αναγνωρισθεί ως «παράγοντας της ίδια του της ανάπτυξης». Για παιδιά άνω των 3 ετών το σχέδιο προβλέπει την μόρφωση (εκπαίδευση) των παιδιών στο πνεύμα της «διαφορετικότητας» και του «πολυπολιτισμού»

Αυτή η ολοκληρωτική θεώρηση της εκπαίδευσης των παιδιών βασίζεται στον Αμερικανό Arnold Goessel, καθηγητή την περίοδο του μεσοπολέμου στο Clark University, ο οποίος πίστευε ότι το πιο καλό σύστημα εκπαίδευσης για την Αμερική είναι «ένα εθνικό σύστημα βρεφοκομείων και νηπιαγωγείων που θα αντικαταστήσει τους γονείς»

Ο Arnold Goessel έχει επηρεαστεί σημαντικά από τον G. Stanley Hall, έναν από τους πιο μεγάλους υποστηρικτές της ευγονίας.

http://proskynitis.blogspot.com/

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΣΕ ΠΟΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΧΩΡΑ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

Σε ιστορικό ρεκόρ έχει φτάσει ο αριθμός των ανθρώπων που δεν πιστεύουν στον Θεό σ’ αυτή τη χώρα της Ευρώπης.
Σύμφωνα με ετήσια έρευνα, το 39% των Νορβηγών απάντησε «Όχι» στην ερώτηση «Πιστεύετε στον Θεό;», ενώ το 37% απάντησε «Ναι» και το 23% απάντησε «Δεν ξέρω».
Όταν η ίδια ερώτηση είχε τεθεί για πρώτη φορά στη Νορβηγία το 1985, το 50% των πολιτών είπε ότι πιστεύει στον Θεό, ενώ το 20% δήλωσε το αντίθετο.
Ο επικεφαλής της έρευνας, Ζαν - Πωλ Μπρέκε, ανέφερε ότι από τότε που ξεκίνησαν να ρωτάνε πριν 30 χρόνια, το ποσοστό του πληθυσμού που απάντησε ότι δεν ξέρει έχει παραμείνει περίπου το ίδιο. Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι δεν είχαν όλες οι θρησκευτικές ομάδες ισχυρή παρουσία στην αξιολόγηση και ότι ο «Θεός» δεν προσδιοριζόταν στην ερώτηση.

Η αλλαγή στα στοιχεία ξεκίνησε να εμφανίζεται πριν δύο χρόνια, όταν ο αριθμός των πιστών και των μη πιστών ήταν ίσος.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΑΡΗΣ ΑΠΑΝΤΑΕΙ ΣΕ ΦΙΛΗ ΚΑΙ ΑΘΡΗΣΚΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΠΑΔΕΣ!

Από τον λόγο στη Λαμία, του  Άρη Βελουχιώτη

Θα γδάρουμε τους παπάδες; Μα γιατί; Εμείς βλέπουμε, ότι χιλιάδες παπάδες βρίσκονται τώρα στην πρωτοπορία του κινήματος μας και η συμβολή του κλήρου, που στάθηκε στο πλευρό μας, υπήρξε ανεκτίμητη.

Μήπως συμβαίνει το αντίθετο; Γιατί αυτοί που εμφανίζονται σαν προστάτες της εκκλησίας, γκρεμίσανε μαζί με τους Γερμανούς και γδέρνουνε παπάδες.
Ο κομμουνισμός, λένε, θα καταργήσει την θρησκεία. Μα η θρησκεία είναι...ζήτημα συνείδησης. Πώς θα καταργηθεί λοιπόν; Η κατάργηση της θρησκευτικής συνείδησης είναι πράμα αδύνατο, έστω κι αν ακόμα οι κομμουνιστές θέλανε να την καταργήσουν. Η θρησκευτική συνείδηση δεν καταργείται με απλές διαταγές. Αν συνέβαινε ένα τέτοιο πράμα, αυτό θα έμοιαζε με την διαταγή πού έβγαλε κάποτε ένας αστυνόμος στην Ανάφη, με την οποία απαγόρευε την πάλη των τάξεων!

 Το τι θα γίνει στο πολύ μακρινό μέλλον, το πώς θα σκέπτονται οι άνθρωποι τότε, είναι άλλο πρόβλημα. Και κανένας πολιτικός δε μπορεί να βγάλει νόμο για το τι θα πρέπει να γίνει ύστερα από 200 η 500 χρόνια. Ούτε λοιπόν κι εμείς θα βγάλουμε τέτοιο νόμο. Μας ενδιαφέρει το πώς θα προκόψει ο λαός μας σήμερα κι όχι το τι φιλοσοφικές πεποιθήσεις θα έχει ύστερα από 500 χρόνια.

 Συνεπώς καταλαβαίνετε τώρα, ότι αυτοί που διαδίδουν αυτές τις συκοφαντίες επιδιώκουν άλλους σκοπούς, προσπαθώντας με το μέσο αυτό της συκοφαντίας να εξαπατήσουν το λαό και να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους πάνω του. Αν μάλιστα εξετάσουμε βαθύτερα το πράμα αυτό, θα δούμε ότι αυτοί είναι άθρησκοι, γιατί σε αυτούς δεν υπάρχει ούτε ίχνος θρησκευτικής συνείδησης κι ο μόνος που λατρεύουν είναι ο Θεός Μαμμωνάς, ο Θεός του χρήματος…

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΚΑΣΕ ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΛΕΣ ΣΥΝΕΧΩΣ «ΔΟΞΑ ΣΟΙ, Ο ΘΕΟΣ!» – EΝΑΣ ΑΘΕΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Πρωτ. Στέφανου Αναγνωστοπούλου

Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου Πειραιώς, μ’ εκάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήτο Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάσταση. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στον θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα έξης, για το πώς πίστεψε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, «σκληρός άθεος» και άπιστος.

«Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους που είχε στα κόκκαλα -εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε «Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!…» Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, που εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Κι όμως, πολλές φορές μετά από τις προσευχές του ηρεμούσε -κι εγώ δεν ξέρω με ποιόν τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε από τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίσει και πάλιν «το Χριστέ μου, Σ’ ευχαριστώ! Δόξα στο όνομα Σου!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…»
Εγώ μούγκριζα από τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε τον Θεό. Εγώ βλαστημούσα τον Χριστό και την Παναγία, κι αυτός μακάριζε τον Θεό, Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο που τού έδωσε και τους πόνους που είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο από τους πόνους τους φρικτούς που είχα, άλλα και γιατί έβλεπα αυτόν, τον συνασθενή μου, να δοξολογεί συνεχώς τον Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα «την Θεία Μεταλαβιά» κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.
– Σκάσε, επί τέλους! σκάσε επί τέλους να λες συνεχώς «Δόξα Σοι, ο Θεός»! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, που εσύ Τον δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! δεν υπάρχει…
Και αυτός με γλυκύτητα απαντούσε: «Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει από τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ασχολιόσουν με καμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μία σκληρή βούρτσα για να καθαριστής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάσει για τη Βασιλεία των ουρανών».
Οι απαντήσεις του μ’ εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλαστημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήσαν αρνητικές, με το να φωνάζω: «-Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτα… Ούτε στον Θεό ούτε σ’ αυτά τα «κολοκύθια» που μού λες περί Βασιλείας του Θεού σου…» Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:
-Περίμενε και θα δεις με τα μάτια σου πώς χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός Χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώσει. Περίμενε, θα δεις και θα πιστέψεις!
Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα «παραβάν», όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τούς είπα «όχι, γιατί θέλω να δω πώς αυτός ο γέρος θα πεθάνει!!!».
Τον έβλεπα λοιπόν να δοξολογεί συνεχώς τον Θεό. Πότε έλεγε κάποια «Χαίρε» για την Παναγία, που αργότερα έμαθα ότι λέγονται «Χαιρετισμοί». Κατόπιν σιγοέψαλλε το «Θεοτόκε Παρθένε», το «Από των πολλών μου αμαρτιών…», το «Άξιον εστί», κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.
Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: «Καλώς τον Άγγελό μου! Σ΄ ευχαριστώ, που ήλθες με τόση λαμπρά συνοδεία να παραλάβεις την ψυχή μου. Σ’ ευχαριστώ!… Σ’ ευχαριστώ!…» Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκαμε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και εκοιμήθη!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίστηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο «ξιπασμένος», ομολογώ ότι όχι μόνον έλαμψε το δωμάτιο άλλα και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο τον διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήσαν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ κι εκεί, για να διαπιστώσουν από που ήρχετο η παράξενη αυτή μυρωδιά.
Έτσι, πάτερ μου, πίστεψα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις ημέρες. Την άλλη μέρα όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, την μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:
– Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθεί από το σώμα για να δώσει τον λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με την συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στον μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλαστημώ, να κλέβω, να απατώ, να θυμώνω, να πεισμώνω, να λέω χιλιάδες ψέματα, να αδικώ, να πορνεύω…
Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Χριστό; Γιατί;… Από αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για τον Θεό, τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.
Ήρχοντο οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί: «-Έχετε να μου πείτε κάτι σημαντικό για τον Θεό; διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε….. Εάν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω. Και σ’ ένα – δυο επισκέπτες: «- Αν δεν ξέρεις ή αν δεν πιστεύεις, να φύγεις!…»

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…»

Ήτο σταθερός και αμείλικτος με το παλαιό εαυτό του ο Ξενοφών. Και το έλεος του Θεού ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο! Εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια, κοινώνησε δυο-τρεις φορές και υστέρα από πάλη μερικών ημερών με τον καρκίνο, έφυγε εν πλήρη μετάνοια, με ζέουσα την πίστη, ειρηνικά, οσιακά, δοξολογώντας κι’ αυτός τον Θεό.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ: ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΟΥ AUGUSTE COMTE (Β' ΜΕΡΟΣ)

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος
Φοιτητής  διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.com)

Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο μίας σειράς άρθρων που στόχο έχουν να αναλύσουν την παρακμή του θρησκευτικού φαινομένου στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και να εξετάσουν τυχόν συμβολή της υποχώρησης της παραδοσιακής θρησκευτικότητας με την πολύπλευρη κρίση που διέρχεται ο δυτικός πολιτισμός.
Προτού αναλυθεί το εάν η αποχριστιανοποίηση αποτελεί παράγοντα της κρίσης του δυτικού πολιτισμού, είναι σημαντικό να ερευνηθεί αν έχουν υπάρξει προειδοποιήσεις περί αυτού από διανοητές που έζησαν και στοχάστηκαν την περίοδο του εκείνη ξεκινούσε.  Η αξία των προειδοποιήσεων αυτών είναι ακόμη μεγαλύτερη, όταν εκφέρονται από ανθρώπους όχι οπαδούς της παλαιάς χριστιανικής τάξης πραγμάτων.
Ο Κοντ και ο θετικισμός
Ο Αύγουστος Κοντ (Auguste Comte, Γαλλία 1798-1857) υπήρξε από τους πρώτους σύγχρονους κοινωνιολόγους, ήταν δε αυτός που έδωσε στην επιστήμη της κοινωνιολογίας το όνομα της (sociologie). Ο Κοντ υπήρξε θεμελιωτής του θετικισμού, της επιστημολογικής αντίληψης πως οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο γνώσης και έρευνας μαζί με τις θετικές και πως η μέθοδος των τελευταίων, η βασιζόμενη δηλαδή στον ορθό λόγο, την παρατήρηση και τα αντικειμενικά στοιχεία, είναι η δέουσα για τη διερεύνηση και των πρώτων.  Πίστευε πως «…η υπέρβαση των κοινωνικών αντιθέσεων, της κοινωνικής αταξίας, τα κρίσης και της κατάπτωσης που εμφάνιζε η εποχή του προϋπέθετε τη θεμελίωση και την επικράτηση του θετικού πνεύματος» (Αντωνοπούλου 1991).
Παρ’ ότι γεννήθηκε σε μία (αυστηρή και προβληματική οικογένεια παραδοσιακών, μοναρχικών και ρωμαιοκαθολικών πεποιθήσεων, από την εφηβική του ηλικία ο Κοντ απέρριψε τη θρησκεία και ύστερα και τη μοναρχία, ταυτιζόμενος με το ρεύμα της δημοκρατίας και της φιλοσοφικής προόδου κατά το διαφωτιστικό πρότυπο.  Δέχθηκε σημαντικές επιρροές από πρωτο-σοσιαλιστή φιλόσοφο Ανρί ντε Σαν Σιμόν, του οποίου υπήρξε γραμματέας.  Ο Κοντ ήταν οραματιστής και ακόλουθος της ιδέας της διαρκούς ανθρώπινης προόδου και εξέλιξης.  Κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι κοινωνίες, στην πορεία τους από κατώτερα σε ανώτερα στάδια, περνούν από μία διαδικασία την οποία ονόμασε Νόμο των Τριών Σταδίων.  Το πρώτο στάδιο κοινωνικής εξέλιξης είναι το Θεολογικό, απλοϊκό και κατώτερο μεν αλλά κατά τον Κοντ «αναγκαίο σημείο έναρξης της ανθρώπινης ευφυίας».  Εδώ οι άνθρωποι, έχοντας πολύ λίγες θετικές γνώσεις για το περιβάλλον τους και τις λειτουργίες της κοινωνίας και του πολιτισμού, τα ανάγουν σε υπερφυσικά φαινόμενα και στη δράση και επέμβαση του θείου.  Κατακλυσμοί και επιδημίες, επαναστάσεις και κατακτήσεις, ακμή και παρακμή, όλα συνδέονται με τη το Θεό, ο οποίος κινεί όλες αυτές τις διαδικασίες ένεκα οργής ή ελέους, για να τιμωρήσει, συνετίσει ή επιβραβεύσει τα άτομα και την ανθρωπότητα συλλογικά για τη στάση της προς αυτόν και τις εντολές του.  Στο στάδιο αυτό οι άνθρωποι, αφού τείνουν στη θρησκεία, έχουν ως επίκεντρο της ανάλυσης τους το θείο και διανοητικό στόχο την απόλυτη αλήθεια.  Ο Κοντ εξηγεί πως η εξέλιξη της θρησκείας ξεκίνησε από τον φετιχισμό (ιερά αντικείμενα ή τόποι), προχώρησε στον πολυθεϊσμό και κατέληξε στο ανώτατο επίπεδο του μονοθεϊσμού.
Το δεύτερο στάδιο θεωρείται μεταβατικό και λιγότερο σημαντικό από το προηγούμενο ή το διάδοχο του, αλλά εισέρχεται ως η αναγκαία γεφύρωση ώστε η ανθρώπινη διανόηση να περάσει από το ανορθολογικό στο ορθολογικό, από θεολογία στη φυσική.  Ονομάζεται Μεταφυσικό ή Θεωρητικό και πρόκειται για μία διαφοροποιημένη εκδοχή του Θεολογικού.  Εδώ ο άνθρωπος δεν αποδίδει τα φαινόμενα στο θείο, παρατηρεί όμως τον κόσμο υπό το πρίσμα ασαφών και θεωρητικών δυνάμεων τα οποία ορίζουν τις κοινωνίες.  Η θέαση αυτή είναι ανεπαρκής, όμως κατά αυτήν ο άνθρωπος γίνεται παρατηρητικός και εξοικειώνεται με τη σύλληψη και διατύπωση εννοιών και θεωριών, προετοιμαζόμενος για το τρίτο και ύψιστο στάδιο.  Στο στάδιο αυτό ανήκει ο Διαφωτισμός και το τέκνο του, η Γαλλική Επανάσταση.
Το στάδιο αυτό είναι το Θετικό, το τελευταίο και τελειότερο της ανθρώπινης και κοινωνικής εξέλιξης.  Εδώ γίνεται αντιληπτό πως η ανθρώπινη συμπεριφορά και η λειτουργία της κοινωνίας εξηγείται λογικά, και αντί της πίστης ή αφηρημένων εννοιών επικρατεί η επιστήμη, ο ορθολογισμός και η λογική.  Η αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας παύει χάριν της έρευνας των φυσικών νόμων.  Στο στάδιο αυτό η κοινωνιολογία, η τελευταία και συμπυκνωτική όλων των επιστημών, έρχεται να ερμηνεύσει το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας και να οδηγήσει στη λύση των κοινωνικών προβλημάτων.
Η αφέλεια αλλά και χρησιμότητα της θρησκείας
Ο Κοντ πίστευε πως ο 19ος αιώνας ήταν η αυγή του Θετικού σταδίου για το δυτικό πολιτισμό.  Συνεπώς θεωρούσε τη θρησκεία ως κάτι απαρχαιωμένο και αταίριαστο με μια ορθολογική και πεφωτισμένη εποχή όπως η δική του.  Αφού ο σύγχρονος, θετικός άνθρωπος είναι αδύνατον να πιστεύει σε όντα ή καταστάσεις έξω από τη λογική, προέβλεψε πως η θρησκεία σύντομα θα παρήκμαζε και θα περιοριζόταν στα κατώτερα διανοητικά στρώματα (όπως οι απαίδευτοι, οι φανατικοί, οι γυναίκες και τα παιδιά) ή στους ετοιμοθανάτους.  Πολλοί διανοητές του 19ου αιώνος συμμερίζονταν αυτήν την άποψη, βλέποντας τη θρησκεία ως μία πεπαλαιωμένη, ανόητη κοινωνική συμπεριφορά που έμελε και έπρεπε να σβήσει χάριν της ανθρώπινης προόδου.  Ο Κοντ όμως είχε μία διαφορετική και απρόσμενη αντίληψη.  Για αυτόν η παρακμή της θρησκείας είχε κάποιες πολύ ανησυχητικές πτυχές.
Η θρησκεία, παρατήρησε ο Κοντ, προσδίδει στην κοινωνία μία σειρά από εργαλεία και κανονιστικά πλαίσια που εξασφαλίζουν την συνοχή και ομαλή λειτουργία εκείνης και των ανθρώπων εντός της.  Δίνει οδηγίες για την διαγωγή στα πλαίσια της οικογένειας και της κοινότητας, προσφέρει παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές και το δέος και η πίστη που εμπνέει ωφελούν την ανθρώπινη ψυχολογία.  Οι σύγχρονες κοινωνίες, παρ’ ότι εξαιρετικά προοδευμένες και απελευθερωμένες σε πολλούς τομείς σε σχέση με τις παραδοσιακές, πάσχουν εξαιρετικά σε αυτά τα σημεία.  Οι κυβερνήσεις ή οι κοσμικές ιδεολογίες (όπως ο σοσιαλισμός, ο εθνικισμός κ.α.) δεν μοιάζουν ικανές να καλύψουν το κενό.  Για τον Κοντ η Γαλλική επανάσταση ναι μεν προσέφερε υπηρεσίες στην ανθρωπότητα καταλύοντας την αρχαϊκή ρωμαιοκαθολική μοναρχία και τερματίζοντας το θεολογικό στάδιο του γαλλικού πολιτισμού, όμως ήταν δύναμη «αρνητική» (αποδόμησης) και όχι θετική (προόδου), δεν είχε δηλαδή ολοκληρωμένη πρόταση για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας.  Ακόμη και ο Προτεσταντισμός, σαφέστερα ανθρωποκεντρικότερος του επικρατούντος στη χώρα ρωμαιοκαθολικισμού, ήταν ανεπαρκής, όντας άλλη μία «αρνητική» δύναμη που για τον Κοντ οδηγούσε στη διανοητική αναρχία.
Μία κοινωνία χωρίς πνευματικότητα και προσανατολισμένη αποκλειστικά στις μέριμνες της βιωτής, τα υλικά αγαθά και τις διαπροσωπικές σχέσεις αφήνει σημαντικά κενά στην ατομική και συλλογική ψυχή, και ο Κοντ το προέβλεψε.
Η θετική θρησκεία
Ως αντικαταστάτη των ξεπερασμένων αρχαίων δοξασιών και αντίδοτο στην πνευματική ξηρότητα της νεωτερικότητας, ο Κοντ συνέθεσε ένα νέο θρησκευτικό σύστημα, μία θρησκεία της λογικής και του ανθρωπισμού, τη Θρησκεία της Ανθρωπότητας.  Η πρόταση του Κοντ αναπτύσσεται στα έργα του «Συνοπτική Έκθεση της Οικουμενικής Θρησκείας» και «Θεωρία του Μέλλοντος του Ανθρώπου», όπου φαίνεται πως η Θρησκεία της Ανθρωπότητας αντιγράφει σε πολλά σημεία τις υπάρχουσες.  Προβλέπει την ύπαρξη ναών όπου οι ακόλουθοι της θα συνέρχονται ανά τακτά διαστήματα, δίνει έμφαση στη διδασκαλία κοινωνικών αξιών και έχει πλούσιο συμβολισμό (με αποκορύφωμα ίσως την παρουσία πινάκων της αγαπημένης του Κοντ, Clautilde de Vaux, ως συμβόλου παρηγοριάς αντί της Παναγίας).  Ακόμη, διαθέτει ένα κοσμικό ημερολόγιο-εορτολόγιο, με μήνες και ημέρες αφιερωμένες σε τομείς ανθρώπινης δημιουργίας ή σημαντικές προσωπικότητες της επιστήμης και της διανόησης, από τον πεφωτισμένο δεσπότη Μέγα Φρειδερίκο της Πρωσίας και το θεατρικό συγγραφέα Ουίλιαμ Σαίξπηρ μέχρι τον Σκώτο οικονομολόγο Άνταμ Σμιθ και τον αντιδραστικό (ρωμαιοκαθολικό-μοναρχικό) φιλόσοφο de Maistre.
Το σχέδιο του Κοντ, προς μεγάλη απογοήτευση του ιδίου, δεν έγινε ποτέ δημοφιλές.  Η ιδέα της κοσμικής θρησκείας απορρίφθηκε τόσο από θρησκευομένους όσο και από αθέους.  Δημιουργήθηκαν βέβαια «ναοί της ανθρωπότητας» από θετικιστές στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Βραζιλία, στη δε τελευταία το θετικιστικό κίνημα και η Θρησκεία της Ανθρωπότητας είχαν πολύ σημαντική επιρροή στην πολιτική σκέψη (το εθνικό σύνθημα «Τάξη και Πρόοδος» – Ordem e Progresso – προέρχεται από διασκευή ρητού του Κοντ), παρ’ ότι δεν εξαπλώθηκαν ποτέ στις ευρείες λαϊκές μάζες.  Η προσπάθεια όμως το Κοντ επιτείνει την προσοχή στα κενά της εκκοσμίκευσης και του ορθολογισμού ως προς τις ανάγκες της κοινωνίας και του ατόμου.  Ένα πνευματικό κενό, για τον Κοντ, θα φέρει φθορά και σοβαρή κρίση, ακόμη και σε μία πεφωτισμένη κοινωνία όπως η Θετική.

Πηγές και Βιβλιογραφία
(1989) Beckford, James, Religion and Advanced Industrial Society, Λονδίνο: Unwin Hyman, σελ. 4-5, 45 [Religion and Progress].
(2001) Hamilton, Malcolm, The Sociology of Religion-Theoretical and Comparative Perspectives, Νέα Υόρκη: Routledge-Taylor and Francis Group, σελ. 25-27 [Auguste Comte, Law of Three Stages, Church of Positivism].
(1975) Encyclopaedia Britannica, University of Chicago Publishing, τόμος 4, σελ. 1058-1062 [Comte Auguste, Law of Three Stages, Clautilde de Vaux].
(1972) International Encyclopedia of the Social Sciences, Νέα Υόρκη: The Macmillan Company and the Free Press, τόμος 3 και 4, σελ. 201-206 [Comte Auguste, Family Relations, Law of Three Stages, Positive Religion].
(2004) The Blackwell Dictionary of Modern Social Sciences, Μάλντεν: Blackwell Publishing, σελ. 507-510 [Positivism].
(1972) The Encyclopedia of Philosophy, Νέα Υόρκη: The Macmillan Publishing, τόμος 2, σελ. 173-177 [Comte Auguste, Family Relations, Saint-Simon, Law of Three Stages, French Revolution, Protestantism, Calendar of the Positive Religion].
(1966) The World Book Encyclopedia, Σαρρέυ: Field Enterprise Educational Corporation London, τόμος C, σελ. 476 [Comte Auguste).
(1991) Αντωνοπούλου Μαρία, Θεωρία και Ιδεολογία στη σκέψη των κλασσικών της Κοινωνιολογίας, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 35-64 [Κοντ, Αναγκαιότητα του Θετικού Πνεύματος, Θετικισμός, Ταξινόμηση των Επιστημών, Νόμος των Τριών Σταδίων].
Φεραρότι Φ., Οι Κλασσικοί της Κοινωνιολογίας, Αθήνα: Εκδόσεις Οδυσσέας, σελ. 3-9 [Αύγουστος Κοντ].
Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα: Εκδόσεις Πλούταρχος, τόμος 8, σελ. 3746-3749 [Κοντ Αύγουστος, Πολιτική Αναδιοργάνωση της Κοινωνίας, Νόμος των Τριών Σταδίων, Ταξινόμηση των Θετικών Επιστημών].
The School of Life, The Book of Life (thebookoflife.org) [Curriculum: Sociology, Auguste Comte].

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ- Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΕΝΟΣ ΑΘΕΟΥ

"...Άπό αυτή τή στιγμή μέχρι πού νά πεθάνω, θά μου μιλάτε μόνο γιά τον Θεό, τόν Χριστό, τήν Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Γιά τίποτε άλλο..." 

Πρίν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου Πειραιώς, μ’ έκάλεσαν νά εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου τό όνομα, ήτο Ξενοφών.
Όταν πήγα, ήταν σέ κακή κατάστασι. Ό καρκίνος μέ τίς ραγδαίες μεταστάσεις τόν είχε προσβάλλει καί στό κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στον θάλαμο, τό διπλανό κρεββάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Καί μου είπε τά έξης, γιά τό πως πίστεψε, αφού υπήρξε, όπως τό τόνισε, «σκληρός άθεος» καί άπιστος. 

«Ήλθα έδώ πρίν άπό 35 περίπου μέρες, σαυτό τό δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ό άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους πού είχε στά κόκκαλα -εκεί τόν είχε προσβάλει ό καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε «Δόξα Σοι, ό Θεός! Δόξα Σοι, ό Θεός!…»Στή συνέχεια έλεγε καί πολλές άλλες προσευχές, πού εγώ ο ανεκκλησίαστος καί άθεος τίς άκουγα γιά πρώτη φορά.Κι όμως, πολλές φορές μετά από τίς προσευχές του ηρεμούσε -κι εγώ δέν ξέρω μέ ποιόν τρόπο- καί τόν έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. «Υστερα από δυό-τρεις ώρες ξυπνούσε από τους αφόρητους πόνους, γιά νά ξαναρχίση καί πάλιν «το Χριστέ μου, Σ’ ευχαριστώ! Δόξα στό όνομά Σου!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…Δόξα Σοι, ό Θεός!…» 

Εγώ μούγκριζα άπό τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, μέ τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε τόν Θεό.’ Εγώ βλαστημούσα τον Χριστό καί την Παναγία, κι αυτός μακάριζε τόν Θεό, Τόν ευχαριστούσε γιά τόν καρκίνο πού του έδωσε καί τους πόνους πού είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο από τους πόνους τους φρικτούς πού είχα, άλλα καί γιατί έβλεπα αυτόν, τόν συνασθενή μου, νά δοξολογή συνεχώς τόν Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα «τήν Θεία Μεταλαβιά» κι έγώ ό άθλιος ξερνούσα άπό αηδία. 

- Σκάσε, επί τέλους, σκάσε επί τέλους νά λές συνεχώς «Δόξα Σοι, ο Θεός»! Δέν βλέπεις πώς Αυτός ο Θεός, πού εσύ Τον δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δέν υπάρχει.»Οχι! δέν υπάρχει… 

Καί αυτός μέ γλυκύτητα απαντούσε: 
‘Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει καί είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια καί τους πόνους μας καθαρίζει από τίς πολλές μας αμαρτίες. «Οπως αν ασχολιόσουν μέ καμμιά σκληρή δουλειά, όπου τά ρούχα σου και το σώμα σου θά βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θά χρειαζόσουν μία σκληρή βούρτσα γιά νά καθαριστής καλά, κι εσύ καί τό σώμα σου καί τά ρούχα σου, κατά τόν ίδιο τρόπο καί ο Θεός χρησιμοποιεί τήν αρρώστια σάν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, γιά νά τήν προετοιμάση γιά τή Βασιλεία των ουρανών. 

Οι απαντήσεις του μ’ εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο καί βλαστημούσα θεούς καί δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήσαν αρνητικές, μέ τό νά φωνάζω: 
-Δέν υπάρχει Θεός.,.Δέν πιστεύω σέ τίποτα…Ούτε στον Θεό ούτε ο αυτά τά «κολοκύθια» πού μου λές περί Βασιλείας του Θεού σου…Θυμάμαι τίς τελευταίες του λέξεις: 

-Περίμενε καί θά δής μέ τά μάτια σου πώς χωρίζεται η ψυχή απ’ τό σώμα ενός χριστιανού πού πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά τό έλεός Του θά μέ σώση. Περίμενε, θά δής καί θά πιστέψεις! 

Καί ή μέρα αυτή έφθασε. Από τό νοσοκομείο θέλησαν νά βάλουν ένα «παραβάν», όπως ήταν καθήκον τους, αλλά έγώ διαμαρτυρήθηκα. Τους είπα «όχι, γιατί θέλω νά δω πώς αυτός ο γέρος θά πεθάνει!!!». 
Τόν έβλεπα λοιπόν νά δοξολογή συνεχώς τόν Θεό. Πότε έλεγε κάποια «Χαίρε» γιά τήν Παναγία, πού αργότερα έμαθα ότι λέγονται «Χαιρετισμοί». Κατόπιν σιγοέψαλλε τό «Θεοτόκε Παρθένε», τό «Άπό των πολλών μου αμαρτιών…», τό «Άξιον έστι», κάνοντας συγχρόνως καί πολλές φορές τό σημείο του σταυρού. 
Σήκωσε κάποια στιγμή τά χέρια του καί είπε: «Καλώς τόν Άγγελό μου! Σ’ ευχαριστώ, πού ήλθες μέ τόση λαμπρά συνοδεία νά παραλάβεις τήν ψυχή μου. Σ’ ευχαριστώ!… Σ ευχαριστώ!…» Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τά χέρια του ψηλά, έκαμε τό σημείο του σταυρού, σταύρωσε τά χεράκια του στό στήθος του καί εκοιμήθη! 

Ξαφνικά τό δωμάτιο πλημμύρισε άπό φώς, λές καί μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι καί περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίστηκε τό δωμάτιο! Ναί, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο «ξιπασμένος», ομολογώ ότι όχι μόνον έλαμψε τό δωμάτιο άλλα καί μιά ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’αύτό, ακόμη καί σέ ολόκληρο τόν διάδρομο, καί μάλιστα όσοι ήσαν ξυπνητοί καί μπορούσαν, έτρεχαν εδώ κι εκεί, γιά νά διαπιστώσουν άπό που ήρχετο η παράξενη αυτή μυρωδιά. 

«Ετσι, πάτερ μου, πίστεψα, γι’ αυτό καί φώναξα γιά Εξομολόγο ύστερα άπό τρεις ημέρες. Τήν άλλη μέρα όμως, τά βαλα μέ τους δικούς μου, την μάνα μου καί τον πατέρα μου, ύστερα με τά δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, μέ τη γυναίκα μου, μέ τους συγγενείς καί τους φίλους, καί τους φώναζα καί τους έλεγα: 

- Γιατί δέν μου μιλήσατε ποτέ γιά τόν Θεό, τήν Παναγία καί τους Αγίους; Γιατί δέν μέ οδηγήσατε ποτέ στην ‘Εκκλησία; Γιατί δέν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός καί υπάρχει καί θάνατος καί κάποτε αυτη ή ψυχή θά χωρισθή από τό σώμα γιά νά δώση τόν λόγο της; Γιατί μέ σπρώξατε μέ τήν συμπεριφορά σας στην αθεΐα καί στον μαρξισμό; ‘ Εσείς μέ μάθατε νά βλαστημώ, νά κλέβω, νά απατώ, νά θυμώνω, νά πεισμώνω, νά λέω χιλιάδες ψέματα, νά αδικώ, νά πορνεύω… 
Εσείς μέ μάθατε νά είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος καί κακός. Γιατί δέν μου διδάξατε τήν αρετή; Γιατί δέν μου διδάξατε τήν αγάπη; Γιατί δέν μου μιλήσατε ποτέ γιά τόν Χριστό; Γιατί;… Άπό αυτή τή στιγμή μέχρι πού νά πεθάνω, θά μου μιλάτε μόνο γιά τον Θεό, τόν Χριστό, τήν Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Γιά τίποτε άλλο. 

Ηρχοντο οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, καί τους ρωτούσα τόν καθένα χωριστά ή όλους μαζί: 
- «Εχετε νά μου πείτε κάτι σημαντικό γιά τόν Θεό; διότι Αυτόν θά συναντήσω! Λέγετε…..’Εάν δέν ξέρετε, νά μάθετε. Οί μέρες περνάνε κι εγώ θά φύγω. 

Καί σ’ ένα – δυό επισκέπτες: 
- Άν δέν ξέρης ή αν δέν πιστεύης, νά φύγης!… 
Τώρα πιστεύω μέ όλη μου τήν καρδιά, καί θέλω νά εξομολογηθώ όλες τίς αμαρτίες μου από μικρό παιδί…» 

Ήτο σταθερός καί αμείλικτος μέ τό παλαιό εαυτό του ο Ξενοφών. Καί το έλεος του Θεού ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο!’ Εξομολογήθηκε μέ ειλικρίνεια, κοινώνησε δυό-τρεις φορές καί υστέρα από πάλη μερικών ημερών μέ τόν καρκίνο, έφυγε εν πλήρη μετάνοια, μέ ζέουσα τήν πίστι, ειρηνικά, οσιακά, δοξολογώντας κι’ αυτός τόν Θεό.

ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
 

Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ: ΝΟΣΤΙΜΟ ΦΑΓΗΤΟ ΜΕ ΛΙΓΟ...ΥΔΡΟΚΥΑΝΙΟ!!!

-Γέροντα, ο Καζαντζάκης εκτός από τα τόσα στραβά που λέει, έχει και κάποια καλά. Γιατί τον πετάμε εξ ολο­κλήρου και δεν τον αξιολογούμε, να πούμε αυτό είναι καλό, εκείνο κακό; 
- Αν κάποιος φτιάξη ένα ωραίο φαγητό με ακριβά υλικά και πολλή τέχνη και το κάνη πεντανόστιμο, αλλ’ ύστερα ρίξη καμμιά δεκαπενταριά σταγόνες υδροκυανί­ου, θα φάη κανείς αυτό το φαγητό; Σάς ερωτώ. Μα είναι νόστιμο, μα έχει καλά υλικά, μα... Ναι, αλλά έπεσε δηλη­τήριο επάνω. Ποιος θα τολμήση, έστω να δοκιμάση, ένα φαγητό, που έχει μέσα υδροκυάνιο, που όχι άνθρωπο, αλλά ελέφαντα σκοτώνει;
Αυτό έχει κάνει και ο Καζαντζάκης. Κι αν κάπου - κά­που έχη και κάποια σελίδα της προκοπής, λίγο πιο πέρα, στην άλλη, ρίχνει υδροκυάνιο μέσα. Γιατί να συστήσου­με να τον διαβάσουν οι νέοι μας; Θα οικοδομηθούν, θα ωφεληθούν; Τι να πάρουν από τον Καζαντζάκη, που κά­θε λίγο και λιγάκι λέγει αθλιότητες και αισχρότητες; Δεν ξέρεις σε ποια σελίδα θα σου πη κάτι καλό και σε ποια σελίδα θα σου πη τις αχρειότητές του.
Και επί τέλους γιατί είναι τόσο αναγκαίο να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Χάθηκαν οι άλλοι λογοτέχνες; Ή μή­πως πρόκειται για αναντικατάστατα επιστημονικά συγ­γράμματα; Αν κάποιος μεγάλος εφευρέτης, ένας επι­στήμονας (δεν τα κάνουν αυτά οι εφευρέτες) σ’ ένα βι­βλίο επιστημονικό γράφη και μερικές σελίδες τέτοιες, θα πη κανείς, τι να κάνω, πρέπει να το διαβάσω, διότι έχει μέσα π.χ. ιατρικά θέματα και πρέπει να τα μάθω. Στη λογοτεχνία όμως δεν ισχύει αυτό. Γιατί, λοιπόν να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Για να αντιμετωπίζω σε κάθε σελίδα την κόπρο που προσφέρει;
Στο «Φτωχούλη του Θεού» λέει ο Καζαντζάκης, ότι το καλλίτερο κήρυγμα περί Θεού το βρήκε στην άνθησι της αμυγδαλιάς. Και μέσα στο ίδιο βιβλίο έχει σελίδες παν­άθλιες και υβριστικές. Και μετά απ’ όλα αυτά δεν έχει «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», όπως έλεγαν για την αρχαία ελληνική τραγωδία.
Καζαντζάκης και Μέγας Βασίλειος
-Γέροντα, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε για τον Καζαντζάκη, όπως ο Μ. Βασίλειος για τους αρχαίους συγγραφείς; Δηλαδή να παίρνουμε το τριαντάφυλ­λο και να παραμερίζουμε τα αγκάθια;
-Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Μέγας Βασίλειος δεν παρώτρυνε στη μελέτη των ειδωλολατρών συγγραφέων. Τι έκανε; Έγραψε την πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» για τους ανεψι­ούς του, οι οποίοι θα ήρχοντο στην Αθήνα να σπουδά­σουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τους λέγει: «Προσέξτε, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν και με­ρικά σημεία σωστά, αλλά έχουν και πολλά στραβά κι ανάποδα. Ό,τι, λοιπόν, κάνετε με το τριαντάφυλλο που κό­βετε το λουλούδι και αφήνετε τα αγκάθια να μη σάς κεν­τήσουν, μη σάς τρυπήσουν και σάς ματώσουν, έτσι να κά­νετε και με τους αρχαίους. Ό,τι καλό βρήτε στους αρχαί­ους, πάρτε το, προσέξτε, όμως, μη παρασυρθήτε από τα κακά».
Άλλο είναι να πης σ’ ένα νέο, που πάει να σπουδάση ελληνική φιλοσοφία, «Κοίτα, παιδί μου, μη παρασυρθής από τα στραβά και τ’ ανάποδα, αλλά να δεχθής τα ωφέ­λιμα», και άλλο να του λες, «Παιδί μου, θα ωφεληθής πολύ, πάρα πολύ, είναι απαραίτητο να διαβάσης την αρχαία ελληνική φιλοσοφία». Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Μέγας Βασίλειος.
Και όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά σε επιστολή του προς τον Ευστάθιον Σεβαστείας εξομολογούμενος λέγει: «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανήσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά Θεού μωρανθείσης σοφίας, εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων. Πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ηυχόμην δοθήναί μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας. Και προ γε πάν­των επιμελές ην μοι διόρθωσίν τινα του ήθους ποιήσασθαι πολύν χρόνον εν ταις προς τους φαύλους ομιλίαις διαστραφέντος».
Δηλαδή: Σπατάλησα την ζωή μου στη ματαιότητα (ονομάζει ματαιοπονία τον κόπο, που διέθε­σε για την μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας). Όταν ξύ­πνησα, σαν από βαθύ ύπνο, και απέβλεψα προς το θαυ­μαστό φως της σοφίας του Ευαγγελίου, ευχόμουν, ζήτη­σα από τον Θεό, να μου δώση κάποιον που θα με χειραγωγήση «εις την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας», στη χριστιανική διδασκαλία. Και πριν από όλα ήθε­λα να κάνω κάποια διόρθωσι του ήθους μου, διότι και αυτό είχε διαστραφή, είχε χαλάσει κάπως ο χαρακτήρας μου, από την πολλή επαφή που είχα με τους φαύλους.
Δεν είχε πορνεύσει ο Μέγας Βασίλειος, δεν είχε μοιχεύσει, δεν είχε ψευδορκήσει, δεν είχε πλαστογραφήσει. τους αρχαίους Έλληνες διάβαζε, και αποκλαίει την ζωή του και την ονομάζει ελεεινή· τόσο πολύ οικτείρει τον εαυτό του διότι έχασε χρόνο πολύτιμο μελετώντας την ελληνική φιλοσοφία. Σκεφθήτε, τι θα πούμε εμείς τώρα για τους νέους μας; Να τους παραπέμψουμε  να διαβά­σουν ένα «χριστιανό» βαπτισμένο (τον Καζαντζάκη), που καθυβρίζει καπηλικώτατα τον Κύριο; Πόσο θα βλαβή το ήθος τους από την σχέσι μ’ αυτό τον άνθρωπο;
Παλαιά τα φαρμακεία δεν είχαν όλα τα φάρμακα έτοι­μα, όπως τα έχουν τώρα. Είχαν γουδί, και κατασκεύαζαν το φάρμακο. Τότε, λοιπόν, είχαν και μερικά μπουκαλάκια, που έγραφαν απ’ έξω poison, δηλαδή δηλητήριο. Αυτό κάνει ο Μ. Βασίλειος με το παραπάνω έργο του. Λέει poison, παιδιά μου! Προσέξτευπάρχει και δηλητή­ριο στην ελληνική φιλοσοφία, μη το πάρετε. Ο Πλάτων μιλάει για κοινοκτημοσύνη γυναικών, ο Αριστοτέλης λέγει, ότι οι άνθρωποι διακρίνονται εκ φύσεως σε δού­λους και ελευθέρους κ.λπ. (δεν τα αναπτύσσει αυτά ο Μ. Βασίλειος εγώ τα προσθέτω). μη πάρετε τέτοια πράγμα­τα. Μακρυά! Μερικά άλλα που είναι καλά, αυτά πάρτε τα. Εφιστά την προσοχή να μη βλαβούν μια και τα διά­βαζαν. Δεν τους προτρέπει.
Τι σχέσι έχουν αυτά με τον Καζαντζάκη, ο οποίος αξιώθηκε να γνωρίση το Ευαγγέλιο, να γεννηθή στην Ορ­θόδοξη Εκκλησία, ν’ ακούση την διδασκαλία την χρι­στιανική, και μετά όχι απλώς την απέπτυσε, αλλά και την κύλησε στο βόρβορο;
«Θρησκεύον ον»
Λένε μερικοί: «Θρησκεύον ον ο Καζαντζάκης. Είχε πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις».
Και τι μ’ αυτό; Που κατέληξε; Ξέρετε τι ζήτησε ο ίδιος να γραφή στον τάφο του; «Δεν ελπίζω τίποτα· δε φο­βούμαι τίποτα· είμαι ελεύθερος». Και εγράφη βεβαίως. Πηγαίνετε στα κοιμητήρια να διαβάσετε επιγραφές πά­νω στους τάφους πιστών ανθρώπων. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» ή «Αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις» ή «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων» και άλλα.
Γνωρίζετε ποια ήταν η τελευταία λέξις του Καζαντζά­κη; «Διψώ». Και έγραψε πολύ ευστόχως και ευφυώς ο π. Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα άρθρο του: «Άραγε πριν ακόμη βγη η ψυχή του να προγευόταν την βασανι­στική φλόγα της καμίνου του πυρός του εξωτέρου σαν τον πλούσιο που ωδυνάτο εν τη φλογί εκείνη και ήθελε κάποιον να του αναψύξη την γλώσσα;».
Πνεύμα δειλίας ή δυνάμεως;
-Ποια η στάσις της επισήμου Εκκλησίας, όταν άρχι­σαν να κυκλοφορούν τα βιβλία του Καζαντζάκη;
-Η Εκκλησία, η Ιερά Σύνοδος, τα καταδίκασε με επί­σημη ανακοίνωσί της.
-Είναι αφωρισμένος ο Καζαντζάκης;
-Όχι. Δεν είναι αφωρισμένος. Κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να αφορισθή. Εν πάση περιπτώσει, δεν αφωρίσθηκε. Ετάφη, δυστυχώς, μεγαλοπρεπώς. Αφού δεν είχε αφορισθή, θα έπρεπε να ταφή εκκλησιαστικώς. Αλλ’ αντί να στείλη η Εκκλησία της Κρήτης στην κηδεία ένα παπά να του ψάλη το «Άμωμοι εν οδώ αλληλούια» και το «Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου», πήγε μεγαλο­πρεπώς ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, ο Μητροπολίτης, όπως τότε λεγόταν, Κρήτης. Πιέσθηκε ή όχι, δεν έχει καμμία σημασία. «Ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δει­λίας, αλλά δυνάμεως». Δυστυχώς παρέστη και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης! 

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ

Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε την 21 Σεπτεμβρίου του 1957 στην εφημερίδα της Άρτας «Ελεύθερος Λόγος» από τον Αρτινό Ιατρό Κωνσταντίνο Κοντογιάννη (1912-1979), χειρούργο και γενικό διευθυντή του Νοσοκομείου του Μονάχου την περίοδο 1954-1961.

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Άρτα, δίπλα σ’ ανθρώπους φτωχούς αλλά έντιμους, που στερήθηκαν πολλά για να μου δώσουν μια καλύτερη ζωή.
Μεγαλώνοντας με ψωμί κι αλάτι, κόπιασαν για να έχει το μοναχοπαίδι τους μόρφωση και αξία στην κοινωνία. Ο πατέρας μου δούλευε για το μεροκάματο απ’ τα χαράματα ως το σούρουπο στον κάμπο της Άρτας, και τον θυμάμαι να γυρίζει στα σκοτάδια, τσακισμένος από την κούραση αλλά πάντα με το χαμόγελο, σαν να ήξερε ότι ο μόχθος ο δικός του ήταν η δικιά μου η λευτεριά.
Πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, εγώ αυτός και η μάνα μου. Όταν αυτή πέθανε, ο πατέρας μου συνέχισε να με πηγαίνει και να ακούμε την λειτουργία του παπα-Γιάννη, γιατί όπως μου έλεγε πάντα «ο Θεός έχει κοντά του τη μάνα σου, γιατί εμείς προσευχόμαστε κι ανάβουμε ένα κεράκι για την ψυχή της». Πάντα γελαστός, ακόμα και στα δύσκολα, μου έδινε κουράγιο για να προχωρήσω και να μορφωθώ. Με θυμάμαι πιο μεγάλο να ξενυχτάω στο φως το καντηλιού, ανάμεσα στα βιβλία, και το πρωί να πηγαίνω με τον πατέρα μου για δουλειά στα χωράφια.

Όταν πήγα στην Ιατρική Σχολή, ήξερα ότι τα χρώσταγα όλα στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου δε πρόλαβε να με δει γιατρό, πέθανε ένα χρόνο πριν τελειώσω τις σπουδές μου, αλλά ορκίστηκα να προσεύχομαι στο Θεό κάθε βράδυ, και γι αυτόν και για τη μάνα μου. Ο καιρός πέρασε και δεν ξαναγύρισα στην Άρτα, αλλά έμεινα στην Αθήνα που οι ευκαιρίες για τη δουλειά μου ήταν πιο πολλές. Έκανα περιουσία και παντρεύτηκα την Ευδοξία, κόρη ενός πλούσιου εμπόρου. Όμως ο Θεός δεν την είχε ευλογήσει με όλα τα δώρα του και παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις προσευχές μας, δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε ένα γιο, που ήταν και η ευχή του πατέρα μου.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τον Μουσολίνι, με στρατολόγησαν για να προσφέρω τις γνώσεις μου στους πολεμιστές μας που αντιστεκόταν στον Ιταλό δικτάτορα και με έστειλαν για μια περίοδο σε μία μονάδα κοντά στο Δυρράχιο. Ένιωθα περήφανος στην αρχή, αλλά εκείνα τα πράγματα που αντίκρισαν τα μάτια μου με είχαν κάνει να χάσω τον ύπνο μου. Κάποιοι μου έλεγαν πως τα βράδια έκλαιγα αλλά δε θυμόμουν ποτέ τίποτα το πρωί.
Εκείνη την εποχή άρχισα να αμφιβάλλω για κείνες τις Κυριακές στην εκκλησία με τη μάνα και τον πατέρα μου. Όσο περνούσε ο καιρός, σταμάτησα να προσεύχομαι. Που ήταν ο Θεός να ακούσει τις κραυγές των ετοιμοθάνατων; Αν δεν άκουγε αυτούς, πως θα μπορούσε να ακούσει την προσευχή μου; Σταμάτησα να προσεύχομαι και για τη μάνα μου και τον πατέρα μου, παρ’ όλο που είχα ορκιστεί να μη το αμελήσω ποτέ. Άρχισα να ξεχνάω, και το μόνο που είχε μείνει από αυτούς ήταν το ρολόι που μου είχε δώσει ο πατέρας μου. Όταν κάποια στιγμή μου έσπασε κι αυτό, ήταν να σαν να είχα γίνει ένας άλλος άνθρωπος, γνωστικός και χωρίς τις πλάνες του Θεού.

Η γυναίκα μου πέθανε τον χειμώνα του 41 στην Αθήνα, μαζί με τόσους άλλους. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, δεν υπήρχε τίποτα που να κρατάει στην Ελλάδα, και έφυγα μετανάστης στη Γερμανία. Έκλαιγα όταν έφευγα. Πολεμούσα τόσα χρόνια τον Γερμανό και τώρα πήγαινα να δουλέψω γι’ αυτούς. Σκληροί άνθρωποι οι Γερμανοί, αγέλαστοι. Δεν ήθελαν ποτέ να κάνουν φίλους, ήθελαν μόνο τα χέρια μας. Όμως δούλεψα σκληρά και κέρδισα τον σεβασμό τους, και πρόκοψα. Έγινα γνωστός χειρούργος, και μετά διευθυντής σε μεγάλο νοσοκομείο στο Μόναχο. Δε ξαναπαντρεύτηκα ποτέ όμως. Μου έλειπε πάντα ο τόπος μου, οι άνθρωποι, πάντα πρόσχαροι και με φιλότιμο, έτοιμοι να σε βοηθήσουν. Ο Γερμανός δεν ήξερε από τέτοια.

Κάποια στιγμή επέστρεψα στον τόπο μου για λίγες μέρες. Ήταν καλοκαίρι και τα πανυγήρια έδιναν και έπαιρναν σε όλα τα χωριά. Ένιωσα σαν να μην είχα φύγει ποτέ. Μόνο το πατρικό μου ήταν σε κακά χάλια, διαλυμένο και ερημωμένο. Είχα κάνει περιουσία στην Γερμανία, τα λεφτά δε μου έλειπαν και ξόδεψα αρκετά για να το φτιάξω όπως το θυμόμουνα.

Μια μέρα περπατούσα μέσα στην πόλη και βρέθηκα μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Σαν να θυμήθηκα τις δύσκολες εποχές της νιότης μου, θέλησα να μπω μέσα, παρ’ όλο που δεν είχα την ανάγκη να προσευχηθώ. Ήμουν άπιστος πια. Προχώρησα και είδα κάποιον παπά να κάθεται όρθιος μπροστά στην ΑγίαΤράπεζα. Μόλις με είδε μου χαμογέλασε και ήρθε προς το μέρος μου. Εγώ ένιωσα άβολα και θέλησα να φύγω αλλά ντράπηκα και δε το έκανα. Άρχισε να μου μιλάει.

– Ήρθες να προσευχηθείς; μου είπε.
Δεν ήξερα τι να του πω αλλά σαν να με ώθησε ο διάβολος, του απάντησα «Δε πιστεύω σ’ αυτά παπά».
Με κοίταξε και χαμογέλασε. «Όλοι μας είμαστε παιδιά του Θεού» μου είπε «και όλοι μας έχουμε τον Χριστό που μας καθοδηγεί».
– «Όχι εγώ», του απάντησα. «Εγώ ξέρω πως δεν υπάρχει Θεός». Βλασφημούσα μέσα στον Ιερό Χώρο σαν να με καθοδηγούσε μια διαβολική φωνή. Νόμισα πως ο παπάς θα με έδιωχνε αλλά αντί γι αυτό συνέχισε να χαμογελάει και να μου μιλάει.
– «Όμως βαφτίστηκες Χριστιανός. Γιατί Τον ξέχασες; Γιατί Τον απέρριψες»;
– «Ήμουν στον πόλεμο παπά», του είπα. «Νέα παιδιά πέθαιναν από τις σφαίρες και το κρύο. Προσεύχονταν στο Θεό κάθε μέρα, και γω μαζί τους, και ο Θεός δεν βοήθησε ποτέ, δεν απάντησε καν. Είμαι άνθρωπος σπουδαγμένος, και ξέρω πως αν κάτι δε το βλέπεις, σίγουρα δεν υπάρχει».

Ο παπάς μου αποκρίθηκε. «Αυτή τη στιγμή πως ζεις; Ακούς την καρδιά σου να χτυπάει»;
Δεν ήξερα τι να του πω και συνέχισε. «Μερικές φορές τα πράγματα τα καθημερινά είναι τόσο σημαντικά, αλλά εμείς δε τους δίνουμε καμία σημασία. Η καρδιά σου χτυπάει, και αυτό είναι χάρη στον αέρα που αναπνέεις. Όπως είπες είσαι σπουδαγμένος άνθρωπος, και το ξέρεις».
Έμεινα άφωνος απ’ την απόκρισή του. Δε σταμάτησε εκεί: «Ο αέρας που αναπνέεις είναι η ζωή, όμως ποτέ δε τον βλέπεις, κι όμως ξέρεις πως είναι εκεί, για σένα και για όλους μας. Έτσι είναι κι ο Θεός μας, ζωοδόχος και άπειρος. Μας δίνει κουράγιο, μας περιτριγυρίζει σε κάθε μας στιγμή. Κι όπως τα βράδια, καθώς ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου μετά από μια κουραστική μέρα, μπορείς να ακούσεις τον χτύπο της καρδιάς σου πιο καθαρά, έτσι είναι κι η προσευχή. Μπορείς να δεις και να ακούσεις, αρκεί να ξέρεις πως να ζητήσεις».
Σάστισα. Ξαφνικά ένιωσα πως όλα αυτά τα χρόνια μου μακριά από το Θεό με είχαν οδηγήσει μακριά από το μονοπάτι της αλήθειας Του. Ήθελα να δακρύσω αλλά συγκρατήθηκα γιατί εκείνη η αόρατη δύναμη με παρακινούσε να αντισταθώ.

– «Παπά, δε ξέρω αν είναι αυτά τα πράγματα όπως τα λες. Πάντα προσευχόμουν στο Θεό μας, κι μόνο δυσκολίες και κακά γνώρισα σ’ αυτή τη ζωή. Έφυγα στα ξένα, έζησα ανάμεσα σε κακούς και μοχθηρούς ανθρώπους, και ποτέ δεν ένιωσα την αγάπη Του».
– «Έτσι και ο Γιός Του», μου είπε. «Ήρθε στον κόσμο μας, έζησε ανάμεσα σε αμαρτωλούς και εξιλέωσε τον άνθρωπο με το Πάθος Του». Ανατρίχιασα στο άκουσμα των λόγων του και δεν είχα λέξεις να του πω. Όμως αυτός είχε πολλές ακόμη. «Ο Ρωμιός είναι καταδικασμένος να υποφέρει, γιατί τον φθονούν εκείνοι που ξέρουν πως δε μπορούν ποτέ να τον φτάσουν. Μας ξενίτεψαν για να μας καταστρέψουν και δε τα κατάφεραν. Θα το ξανακάνουν πάλι σε πολλά χρόνια από τώρα. Θα προσπαθήσουν να μας διαβάλλουν, να μας μολύνουν. Θα προσπαθήσουν να μας χωρίσουν, να βάλουν τον αδερφό εναντίον αδερφού ξανά. Αυτό θα προσπαθούν να το κάνουν για πολλά χρόνια ακόμα, και κάποια στιγμή σχεδόν θα το καταφέρουν».

Ξαφνιάστηκα με τα λόγια του. Μιλούσε σαν τους τρελούς του χωριού που βλέπουν το τέλος του κόσμου και τα πράγματα του μέλλοντος. Τα λόγια του άρχισαν να χάνουν την αξία τους.
-«Παπά, και συ που τα ξέρεις αυτά; Μη μου πεις πως στα είπε ο Θεός, γιατί ξέρω κι άλλους τέτοιους».

Μου χαμογέλασε και δεν απάντησε. «Η έλλειψη πίστης, στο Έθνος και στο Θεό είναι αυτό που θα μας οδηγήσει εκεί. Η έλλειψη της δικής σου πίστης και όλων αυτών που θα ακολουθήσουν. Όμως είμαστε Έλληνες και αν και χάνουμε συχνά το δρόμο μας, πάντα επιστρέφουμε σ’ αυτόν. Εσύ θα επιστρέψεις σ’ αυτόν. Οι μελλοντικές γενεές θα επιστρέψουν σ’ αυτόν. Θα έρθει η παρακμή, η απαξίωση.
Όμως θα βρεθούν εκείνοι οι Έλληνες, που θα βάλουν τα πράγματα στη σειρά. Έλληνες που δεν ξέχασαν ποτέ την Πατρίδα τους, την Σημαία τους, τη Σημαία του Ιησού Χριστού, αυτή που κυματίζει περήφανα στα χώματα τα ματωμένα από το αίμα αυτών που την προστάτεψαν. Αυτοί οι άνθρωποι θα χλευαστούν, θα κυνηγηθούν, θα φυλακιστούν. Όμως στο τέλος θα θριαμβεύσουν, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι η Ελλάδα μας, και ότι είναι Ελληνικό είναι καταδικασμένο να είναι αιώνιο».

Είχα συγκλονιστεί τόσο πολύ που δε μπόρεσα να κρατηθώ και βγήκα τρέχοντας από την εκκλησία. Ένιωσα τον καθαρό αέρα να χτυπάει στο πρόσωπό μου και άρχισα να ανακτώ τα λογικά μου. Έκανα να φύγω, αλλά τότε ένιωσα άσχημα για τον παπά. Τρελός ή όχι, ήταν ένας γέροντας και θα έπρεπε να τον χαιρετίσω τουλάχιστον πριν φύγω. Ξαναμπήκα στην εκκλησία, δεν ήταν κανένας εκεί, όμως ήμουν σίγουρος πως ο παπάς δεν είχε βγει.
Πλησίασα προς την Αγία Τράπεζα και είδα πάνω της κάτι να γυαλίζει. Πλησίασα και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου. Ήταν το ρολόι του πατέρα μου, μόνο που δεν ήταν σπασμένο αλλά δούλευε όπως τότε που μου το είχε πρωτοδώσει. Κάθισα στο σκαλοπάτι του Ιερού και έκλαιγα για ώρες, προσευχόμενος στον Θεό να με συγχωρήσει για τις αμαρτίες μου.

Έφυγα ξανά για τη Γερμανία, αλλά πάντα με έτρωγε μέσα μου το σαράκι να πω την ιστορία. Λίγοι θα με πιστέψουν, και κινδυνεύω να γίνω το θέμα χλεύης όλων εκείνων που σαν εμένα κάποτε, απομακρύνθηκαν από το δρόμο Του. Όμως πιστεύω τα λόγια του παπά, όποιος κι αν ήταν αυτός. Πως θα έρθει η ώρα και η στιγμή που ο δρόμος του Θεού θα είναι πια φανερός σε όλους, όπως φανερώθηκε σε μένα εκείνη τη μέρα, τη σπουδαιότερη μέρα της ζωής μου.