ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕΪΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΕΪΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ


«Είχαν οργανωθεί ειδικοί πυρήνες αθέων, που πήγαιναν στα σχολεία, στα χωριά, στους χώρους εργασίας και διεξήγαγαν μια αντιθρησκευτική προπαγάνδα συστηματικά» επισημαίνει στο σχετικό άρθρο του ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης

Για τους διωγμούς που έχουν υποστεί οι χριστιανικοί πληθυσμοί από το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης έχουν γραφτεί πολλά και η αλήθεια είναι ότι η Ιστορία του 20ού αιώνα στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ είναι γεμάτη από τέτοιες διώξεις εναντίον κάθε θρησκείας. Ο τρόπος όμως με τον οποίο το αθεϊστικό καθεστώς έκανε κατά καιρούς προπαγάνδα εναντίον των χριστιανών αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της ιστορίας. 
Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης αναφέρεται στους τρόπους αυτούς, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, προϋπέθεταν και τη δημιουργία ειδικών ταγμάτων, τα οποία είχαν βασικό σκοπό να στηρίξουν την κυρίαρχη αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Πιο συγκεκριμένα, σημειώνει ο κ. Αγτζίδης: «Για την αντιμετώπιση του θρησκευτικού αισθήματος είχαν οργανωθεί ειδικοί πυρήνες αθέων στα σχολεία, στα χωριά και στους χώρους εργασίας. Οι πυρήνες αυτοί εντάσσονταν στην κεντρική σοβιετική οργάνωση Ενωση Αθεων Πολεμιστών. Διεξήγαγαν συστηματικά αντιθρησκευτική προπαγάνδα, με στόχο τη δημιουργία μιας “νέας γενιάς αθέων”».
Επιπλέον, αναφέρει: «Η Ένωση διέθετε δική της εφημερίδα, θεατρικό όμιλο εξειδικευμένο σε παρουσίαση αντιθρησκευτικών έργων, οργάνωνε ομιλίες και διαλέξεις. Οι πυρήνες της Ένωσης συντόνιζαν και προωθούσαν την αντιθρησκευτική δράση. Ένας τρόπος ήταν η πρόκληση συναγωνισμού, η γνωστή σοσιαλιστική άμιλλα, μεταξύ διάφορων πυρήνων για τη μεγαλύτερη αντιθρησκευτική δραστηριότητα. Στρατευμένο στην κατεύθυνση αυτή ήταν και το σχολείο. Η εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα είχε, εκτός από την εξασφάλιση της μάθησης, και αντιθρησκευτικούς σκοπούς, ώστε τα παιδιά να μπουν πιο εύκολα “στον δρόμο του σοσιαλισμού”». 
Η δράση τους δεν θα μπορούσε, βέβαια, να μείνει εκτός των σχολικών χώρων, γι' αυτό και «τα σχολεία γέμιζαν με αντιθρησκευτικά συνθήματα, ενώ οι δάσκαλοι μιλούσαν στους μαθητές για τις αρνητικές συνέπειες της θρησκείας. Συνηθισμένα θέματα ομιλίας ήταν “Η αντιδραστική ουσία της γιορτής του Πάσχα” και “Η γέννηση του Χριστού και το Πάσχα”» σημειώνει ο κ. Αγτζίδης και συμπληρώνει: «Στόχος όλων αυτών ήταν να πειστεί η νεολαία που συμμετείχε να απορρίψει τη θρησκεία και να την αντικαταστήσει με την “προλεταριακή της πατρίδα”. Αλλος τρόπος αντίδρασης στις θρησκευτικές γιορτές ήταν η απόσπαση υποσχέσεων από τους μαθητές να διαβάζουν τις ημέρες των γιορτών τις βιογραφίες των αρχηγών της επανάστασης».
Όλες αυτές οι λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον της θρησκείας και πιο συγκεκριμένα εναντίον του χριστιανισμού τελικά δεν ευοδώθηκαν. Η απόδειξη γι' αυτή την ατελέσφορη -αν και μανιώδη- προσπάθεια εναντίον των χριστιανών ήρθε μέσα από το ίδιο καθεστώς, το οποίο δεν μπορούσε να διαχειριστεί τη διείσδυση του χριστιανισμού στις τάξεις των απλών ανθρώπων, που δεν μπορούσαν, παρά τον διάχυτο φόβο, να αρνηθούν τα πιστεύω τους.

Κομματική Εκκλησία

Ο κ. Αγτζίδης σημειώνει στο άρθρο του: «Λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Στάλιν επανέφερε τη θρησκευτική λατρεία, για να αντιμετωπιστεί η γερμανική επίθεση, δημιουργώντας παράλληλα μια κομματική Εκκλησία, εξαρτημένη απολύτως από το καθεστώς. 
Η ακραία σταλινική καταστολή δεν μπόρεσε να εξαλείψει το θρησκευτικό συναίσθημα ούτε να αντικαταστήσει τις παραδοσιακές θρησκευτικές μορφές με νέες. Ισως το συμπέρασμα από μια πλούσια ιστορική εμπειρία να είναι ότι η απόπειρα των διάφορων συγκυριακών ιδεολογιών να ανταγωνιστούν τη θρησκευτική πίστη των λαών και να αντικαταστήσουν σύμβολα και βαθύτατα χαραγμένα στερεότυπα αποτελεί μια από τις πραγματικές χίμαιρες του ανθρώπινου πολιτισμού».

«Αντιπασχαλινή καζάνια» και εκστρατεία που είχε στο στόχαστρο τις εορτές 

Στα σχολεία δημιουργήθηκαν αντιθρησκευτικοί όμιλοι μαζί με τους δραματικούς, τους ομίλους ραδιοφώνου. Οι κομματικές οργανώσεις ήταν επίσης υποχρεωμένες να συμπαρίστανται στη δράση των Άθεων Πολεμιστών. 
Τα τάγματα αυτά περιέφεραν την προπαγάνδα του καθεστώτος παντού, στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς και σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια δράση. Πιο συγκεκριμένα, «το καθήκον των κομματικών οργανωμένων ήταν να πηγαίνουν επιδεικτικά για δουλειά στα κολχόζ και στα εργοστάσια τις μέρες των θρησκευτικών εορτών. Επιστρατευόταν επίσης το θέατρο, το οποίο ανέβαζε αντιθρησκευτικά έργα, όπως το δράμα “Η ψευτιά” του Π. Χολίδη. Ειδικά τις ημέρες του Πάσχα, που ήταν και η μεγαλύτερη από τις θρησκευτικές γιορτές, οργανωνόταν μια προπαγανδιστική εκστρατεία που ονομαζόταν “αντιπασχαλινή καζάνια”. Συνήθως η εκστρατεία αυτή είχε κάποιο κεντρικό σύνθημα, όπως “Εμπρός για την κατάκτηση της επιστήμης και της τεχνικής” ή “Εμπρός για το μπολσεβίκικο δυνάμωμα των κολχόζ”, “Εμπρός για 100% έξοδο των εργαζομένων στη δουλειά τις μέρες τον Πάσχα”. Ενδιαφέρον έχει ακόμα ο τρόπος δράσης αυτών των ταγμάτων κατά τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων».

Μπριγάδες

Όπως σημειώνει στο άρθρο του ο κ. Αγτζίδης, «τις ημέρες των θρησκευτικών γιορτών οι κομματικοί οργάνωναν ειδικές ομάδες με την ονομασία “μπριγάδες αθέων”, με σκοπό την οργάνωση της αντιθρησκευτικής εκστρατείας, ειδικά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Η δημοτικιστική εφημερίδα “Κόκκινος Καπνός”, που εκδιδόταν στο Σοχούμι του Καυκάσου (1930-1937), απαριθμούσε όλες τις θρησκευτικές γιορτές οι οποίες βρίσκονταν στο στόχαστρό τους. Έτσι, αναφερόταν στη γιορτή του προφήτη Ηλία, τον οποίον αποκαλούσε “Άγιο Ηλία”, του Αγίου Παύλου, του Αγίου Ιωάννου, του Αγίου Παντελεήμονα και, βέβαια, τα Χριστούγεννα και κυρίως το Πάσχα».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: Η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» ΤΩΝ ΑΘΕΩΝ

Η «ελευθερία» των αθέων
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Εν όψει των συζητήσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος οι άθεοι και αντίθρησκοι ξεκίνησαν πάλι την προπαγάνδα τους.
Προωθούν την αντίληψη πως για να είναι η χώρα μας μέσα «στη φιλελεύθερη δυτική παράδοση» οφείλει να απεμπολήσει την Παράδοσή και την Ιδιοπροσωπία της και να εξοβελίσει από τη δημόσια σφαίρα την ευεργέτιδά της Εκκλησία.
Η αντίληψη αυτή φέρνει στο νου του Έλληνα φιλελεύθερου πολίτη τον εφιάλτη της σταλινικής περιόδου και τον κάνει να σκεφθεί ότι οι συγκεκριμένοι άθεοι αναμασούν αντιλήψεις του 1873! Τόσο «προοδευτικά» σκέπτονται. Τη χρονιά αυτή κυριαρχούσαν στην ιντελιγκέντσια της Ευρώπης  ο μηδενισμός του Νετσάγεφ, ο αναρχισμός του Μπακούνιν, ο μαρξισμός, ο εξελικτισμός του Ντάρβιν, ο «θεολογικός» αθεϊσμός του Στράους, ο ωφελιμισμός του Μιλλ.
Την ίδια χρονιά  ο μέγας Φεοντόρ Ντοστογιέφσκι βρήκε σφοδρή αντίδραση από τους «προοδευτικούς» κύκλους της χώρας του και από την τσαρική μυστική αστυνομία. Αιτία το μυθιστόρημά  του «Οι δαιμονισμένοι», μανιφέστο για την πνευματική ελευθερία, που καταπατιέται από τους μηδενιστές και τους αθέους. Η ρωσική κοινωνία ήταν επηρεασμένη από τις «μοντέρνες» ιδέες. Στο «Ημερολόγιο του συγγραφέα», του 1873, ο Ντοστογιέφσκι την περιγράφει: «Στην οικογένεια επικρατούσε η αμάθεια, η αληθινή παιδεία είχε αντικατασταθεί από την αναιδή άρνηση, δανεισμένη από τους ξένους, τα υλικά κίνητρα κυριαρχούσαν έναντι κάθε υψηλής ιδέας και τα παιδιά διαπαιδαγωγούντο χωρίς αρχές και πέρα από κάθε φυσική αλήθεια, με έλλειψη σεβασμού ή αδιαφορία προς την πατρίδα...». Σα να μιλάει για τη σημερινή Ελλάδα...
Για τους σε κάθε εποχή προπαγανδιστές της αθεΐας σημειώνει ο μεγάλος ρώσος συγγραφέας: «Δώστε σε όλους αυτούς την πλήρη δυνατότητα να καταστρέψουν την παλιά κοινωνία και να την οικοδομήσουν από την αρχή. Το αποτέλεσμα θα είναι να υπάρξει τόσο σκοτάδι και τόσο χάος, τόση χυδαιότητα και απανθρωπιά, ώστε το όλο οικοδόμημα που θα επιχειρήσουν να κτίσουν θα καταρρεύσει πριν προλάβει να ολοκληρωθεί». Ο Ντοστογιέφσκι προείδε το 1989 και τη συνέχεια του...
Το κύριο επιχείρημα των αθέων, του σήμερα και του 1873, είναι ότι με την κατάργηση του Θεού ο άνθρωπος καθίσταται ελεύθερος. Ακολουθούν την άποψη του Μπακούνιν: « Εάν ο Θεός υπάρχει ο άνθρωπος έχει δεσμεύσεις, δεν είναι ελεύθερος, αλλά δούλος. Εάν μπορεί και οφείλει να είναι ελεύθερος, αυτό σημαίνει πως ο Θεός δεν υπάρχει». Άποψη που υποστηρίζουν στους «Δαιμονισμένους» οι Κυρίλοφ και  Σταυρόγκιν. Ο άλλος της παρέας, ο Σιγκάλεφ του άθεου σοσιαλισμού,  υποστηρίζει, όπως ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής, πως « χωρίς δεσποτισμό δεν βρέθηκε ακόμη ούτε ελευθερία, ούτε ισότητα. Σε μιαν αγέλη όμως πρέπει να επικρατεί ισότητα...». Και ο Μπερντιάγεφ σημειώνει σχετικά: «Η τάση προς ισότητα...αναπότρεπτα οδηγεί σε μιαν ανισότητα, στην τυραννική κυριαρχία μιας ασήμαντης μειονότητας στην απόλυτη πλειονότητα». 
Η ελευθερία είναι το ύψιστο αγαθό, που προσφέρει ο Θεάνθρωπος Ιησούς στον άνθρωπο. Ελευθερία ακόμη και να τον αρνηθεί και να τον πολεμήσει. Μόνο στους λαούς με χριστιανική παράδοση παρουσιάζεται το φαινόμενο της αθεΐας. Στους λαούς με άλλες θρησκευτικές παραδόσεις η αθεΐα είναι αδιανόητη. Οι άθεοι προπαγανδίζουν την ιδεολογία τους στην Ελλάδα ή στην Ιταλία, όχι στη Σαουδική Αραβία, στο Ιράν, στην Ινδία, ή στην Ιαπωνία...
Μόνο ο Χριστός έδωσε στον άνθρωπο το δικαίωμα και την ευθύνη ελεύθερα να ακολουθήσει ακόμη και το πιο ανόητο και το πιο επιζήμιο για την ύπαρξή του. Μόνο στη «δυτική – χριστιανικής προέλευσης - αντίληψη» ζωής υπάρχει η ελευθερία ο άνθρωπος να μπορεί να σκεφθεί να κατασκευάσει μια κοινωνία αθεϊστική, η οποία, κατά τον Ντοστογιέφσκι,  θα τον μεταβάλλει σε ένα άβουλο όργανο.
Η δυτική χριστιανική αντίληψη της ζωής κατατρυχόταν για αιώνες από δύο επικίνδυνους πειρασμούς: Από την κακή ελευθερία και από την επιβολή του καλού. Έτσι η ελευθερία καταστρεφόταν είτε από την ορμή του κακού, που κρύβει στα σπλάχνα της, είτε από τον αναγκασμό του καλού. Οι πυρές της Ιεράς Εξέτασης αποτελούν το πιο φρικτό σημείο αυτής της τραγωδίας του λατινόφρονος ανθρώπου, όπως την περιέγραψε ο Ντοστογιέφσκι με τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή στους «Αδελφούς Καραμάζοφ». Η τραγωδία του δυτικού ανθρώπου είναι πως έχει τόση εμπιστοσύνη στη λογική του, την οποία έχει θεοποιήσει, που όχι μόνο δεν ασπάζεται την αλήθεια, αλλά επιβάλλει με τη βία το ψέμα, την απανθρωπιά. Για τον Ντοστογιέφσκι όταν ο άνθρωπος, στην άγρια μορφή της ελευθερίας του, δεν αναγνωρίζει τίποτα πιο πάνω από τον εαυτό του, τότε ούτε ο ίδιος υπάρχει.

Η επιβολή στην κοινωνία του τρόπου ζωής των ομοφυλοφίλων,  η επιχείρηση ευτελισμού της οικογένειας, η απαξίωση της ζωής, κυρίως στην αρχή και στο τέλος της, η προσπάθεια κατάργησης αξιών – θεμελίων της κοινωνίας, είναι συμπτώματα παρακμής και αποσύνθεσης του ανθρώπου. Και όταν τα πάντα επιτρέπονται, εν ονόματι της χωρίς Θεό ελευθερίας, τότε αυτή υποδουλώνεται στον εαυτό της και οδηγεί τον άνθρωπο στην καταστροφή. Η χριστιανικής καταγωγής σύγχρονη κοινωνία «παίζει» με την ελευθερία της και με την ύπαρξή της. Ο πολιτισμός της είναι σε παρακμή και στο προστάδιο να καταρρεύσει, όταν το Ισλάμ έρχεται ορμητικό  να την κατακτήσει. Αυτή διαλέγει το μέλλον της και έχει την ευθύνη της απόφασής της.

http://thriskeftika.blogspot.gr

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΤΡΑΚΤΕΡ ΚΑΙ Ο ΑΘΕΟΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΗΣ

Οι ιθύνοντες του κομμουνιστικού καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης χρησιμοποίησαν ως κύριο μέσο για την διάδοση των αθεϊστικών και υλιστικών πεποιθήσεων, που αποτελούσαν την επίσημη ιδεολογία του κράτους, την αθεϊστική προπαγάνδα. Ξόδεψαν πολλά χρήματα, τύπωσαν εκατομμύρια φυλλάδια αθεϊστικού περιεχομένου και επιστράτευσαν πολλούς ομιλητές για να πετύχουν τον σκοπό τους. Όμως τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Ο ρωσικός λαός ενστικτωδώς απέκρουε τα φληναφήματα της αθεΐας και έδειχνε παντοιοτρόπως την εμμονή του στη θρησκεία των πατέρων του. Άς φέρουμε ένα παράδειγμα:

Σε κάποιο ρωσικό χωριό έφεραν για πρώτη φορά ένα τρακτέρ. Ο εκπρόσωπος του κόμματος, εκμεταλλευόμενος την περίσταση, κάλεσε όλο το χωριό και εκφώνησε πύρινο λόγο κατά της Θρησκείας ότι δήθεν δεν ευνοεί την πρόοδο του ανθρώπου και εγκωμίασε τα επιτεύγματα του «επιστημονικού υλισμού». Το αποτέλεσμα ήταν, οι χωρικοί να δεχθούν το τρακτέρ με ιδιαίτερη χαρά, αλλά πριν το χρησιμοποιήσουν για την γεωργική εργασία, προς έκπληξη των εκπροσώπων του Κόμματος, εκάλεσαν τον ιερέα να τελέσει... αγιασμό και έστησαν δίπλα από τη θέση του οδηγού ένα Σταυρό..!


Από το βιβλίο του Σόλωνος Νινίκα «Η πνευματική αντίσταση του ρωσικού λαού»

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος  Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου

Ὁ ὀρθολογισμός θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἡ ὑπερβολική ἐμπιστοσύνη στή λογική μας, ἡ ἀναγωγή της σέ ὑπέρτατη αὐθεντία καί ἀπόλυτη ἀξία. Εἶναι ἁμαρτητική νοοτροπία καί βιοθεωρία, καί ὄχι κάποια ἁπλή ἁμαρτία.

Εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀπιστία. Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική καί ὕπουλη ἐκδήλωση τῆς ὑπερηφάνειας, ἡ ὁποία ὑποκρύπτεται κάτω ἀπό ὅλες τίς ἁμαρτίες μας, ὑφέρπει σέ κάθε μας πράξη καί δηλητηριάζει ὅλα τά καλά ἔργα μας. Αὐτή ὁδηγεῖ στήν αὐτοδικαίωση καί τελικά στήν ἀμετανοησία, κλείνοντας ἔτσι τή θύρα τοῦ θείου ἐλέους. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος ὅλων τῶν κακῶν. Κατά τόν μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ ἡ ὑπερηφάνεια «ἀποτελεῖ τήν μόνιμη ἀπειλή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς», «βρίσκεται στήν ρίζα ὅλων τῶν τραγωδιῶν τοῦ ἀνθρώπινου γένους» καί ἀποτελεῖ «τήν οὐσία τοῦ ἅδη». Ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, λαϊκός, κληρικός ἤ μοναχός, γίνεται ἄτομο καί προσφέρει τόν πνευματικό θάνατο καί τόν ἅδη, τήν κόλαση, ὄχι μόνο στόν ἑαυτό του, ἀλλά καί στήν οἰκογένειά του, στό κοινόβιό του καί σέ ὅλο τό περιβάλλον του.
Ὁ ὀρθολογιστής ὑποβάλλει τήν ἁγνή καί πηγαία πίστη σέ λογικές διαδικασίες, ζητώντας ἐπιχειρήματα καί ἀποδείξεις. Πιστεύει μόνο σέ ὅ,τι μπορεῖ νά κατανοηθεῖ καί νά γίνει ἀποδεκτό μέ τό μυαλό. Γι’ αὐτό καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα, ἀλλά καί πολλοί χριστιανοί μας, ἀμφιβάλλουν ἤ καί δέν πιστεύουν στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, στήν ὕπαρξη τῆς ἄλλης ζωῆς, στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στόν παράδεισο καί τήν κόλαση. Ἀρνοῦνται ἀκόμη τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου, τοῦ προαιώνιου αὐτοῦ ἐχθροῦ μας. Ἀγνοοῦν ὅτι ὁ διάβολος εἶναι πρόσωπο μέ νοῦ καί μέ θέληση, καί ὅτι αὐτός ἀποτελεῖ τήν αἰτία καί τήν πηγή τοῦ κακοῦ, δεχόμενοι γενικά καί ἀόριστα τήν ὕπαρξη μόνο «δυνάμεων τοῦ κακοῦ».
Ἀμφισβητοῦν τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τῆς Θείας Κοινωνίας, τοῦ Γάμου, ὁ ὁποῖος τείνει νά ἀντικατασταθεῖ ἀπό μία ἁπλή συμβίωση, μία ἐλεύθερη σχέση, ἐκτός γάμου. Ἀρνοῦνται ἤ δέχονται ἐπιλεκτικά τά δόγματα τῆς πίστεώς μας, τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, τή λατρεία, τήν εὐσέβεια καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπειδή δέν μποροῦν νά τά συλλάβουν μέ τήν λογική καί τό μυαλό τους.
Νά διευκρινίσουμε σέ αὐτό τό σημεῖο ὅτι ἡ ἀναφορά μας στό ἀρνητικό φαινόμενο τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί στίς ἀνάλογες συνέπειές του στήν πνευματική ζωή τοῦ καθενός σέ καμία περίπτωση δέν ἔχει τήν ἔννοια τῆς ὑποτιμήσεως ἤ τῆς παραγνωρίσεως τῆς λογικῆς, αὐτῆς τῆς ὕψιστης δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί τά ὑπόλοιπα κτίσματα.
Ὁ ὀρθολογιστής ἀντικαθιστᾶ τήν ἀναφορά καί τήν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, πού εἶναι ἡ πίστη, μέ τή σκέψη καί τή διάνοια. Ἔτσι ὅμως καταργεῖται οὐσιαστικά ἡ πίστη, ἀφοῦ ὁ Θεός δέν μᾶς ἀποδεικνύεται, ἀλλά μᾶς φανερώνεται. Μᾶς ἀποκαλύπτεται μυστικά. Βιώνεται καρδιακά καί πηγαία, ἁπλά, ταπεινά καί ἀθόρυβα. Γι’ αὐτό καί ὁ ὀρθολογισμός συνιστᾶ οὐσιαστικά ἀπιστία• μία ἄλλη μορφή ἀθεΐας, χειρότερη ἴσως ἀπό τήν ἀπόλυτη καί καθαρή ἀθεΐα, ἀφοῦ μᾶς ἐφησυχάζει καί μᾶς παραπλανᾶ πώς δῆθεν πιστεύουμε.
Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι καί ὁ λόγος πού καθιστᾶ τόν ὀρθολογισμό, τήν ὀρθολογιστική θεώρηση τῆς πίστεως, ἕνα ἀπό τά σοβαρότερα ἐμπόδια, καί τά δυσεπίλυτα προβλήματα πού ἀπειλοῦν καί ἀλλοιώνουν τήν πνευματική πορεία τῶν σύγχρονων πιστῶν καί ἐπιβουλεύονται τή σωτηρία τους.
Θά λέγαμε ὅτι ὁ ὀρθολογισμός δέν εἶναι ἁπλά καί μόνο μία συγκεκριμένη ἁμαρτία, δέν εἶναι μία πτώση, ἕνα λάθος, πού εἶναι ἀνθρώπινο καί φυσιολογικό νά συμβαίνει σέ κάθε πιστό, πού ἀγωνίζεται γιά τή σωτηρία του, ἀφοῦ κανείς δέν εἶναι ἀναμάρτητος ἤ ἀλάνθαστος. Γι’ αὐτό καί ὅλες οἱ πτώσεις καί ὅλα τά ἁμαρτήματά μας συγχωροῦνται, ὅταν μέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί συντριβή τά ἐναποθέσουμε στό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ μας, μέ τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
Ὁ ὀρθολογισμός λοιπόν ξεπερνᾶ τά στενά ὅρια τῆς ἁμαρτίας καί λειτουργεῖ ἀλλοιωτικά καί διαφορετικά, ὑποσκάπτοντας τά ἴδια τά θεμέλια καί οὐσιώδη τῆς πίστεως. Καταργεῖ τή σχέση, τήν ἐμπιστοσύνη, τήν ἐλπίδα, γιατί στηρίζεται μόνον στά δικά μας λογικά συμπεράσματα, στίς ἀτομικές μας ἀντιλήψεις καί στήν ἀτομική μας νοοτροπία καί βιοθεωρία.

Νοῦς καί λόγος

Γιά νά κατανοήσουμε καλύτερα τήν διαφορά ἀνάμεσα στήν «καλή» καί «κακή» χρήση τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς (πού εἶναι ὁ ὀρθολογισμός), θά ἦταν χρήσιμο νά ἀναπτύξουμε ἐν συντομίᾳ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν φύση καί τήν λειτουργία της.
Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή καί τήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση, ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο γνωστικά κέντρα. Δηλαδή δύο ὁδούς, δύο τρόπους μέσα ἀπό τούς ὁποίους μπορεῖ νά γνωρίσει τά πράγματα, τήν κτιστή φυσική δημιουργία καί τόν ἴδιο τόν Θεό.
Τά δύο αὐτά κέντρα εἶναι ὁ νοῦς (πού οἱ πατέρες τόν ταυτίζουν μέ τήν καρδιά) καί ὁ λόγος (δηλαδή ἡ λογική, ἡ διάνοια, τό μυαλό). Ὁ νοῦς ἔχει τήν ἕδρα του στήν καρδιά καί ὁ λόγος (ἡ λογική) στόν ἐγκέφαλο. Ὁ νοῦς εἶναι τό κέντρο τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τόν ὀνομάζουν «τό ἡγεμονικόν τῆς ψυχῆς». Μέ τό νοῦ, πού εἶναι ἡ θεωρητική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς (γι’ αὐτό καί ἀναφέρεται καί ὡς «ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς»), ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τή γνώση καί τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέτοχος τῆς θείας Ἀποκαλύψεως.
Ὁ λόγος (ἤ λογική) εἶναι ἡ πρακτική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς. Μέ τό λόγο (τή λογική) ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τή φύση καί τήν κτιστή δημιουργία. Ἡ γνώση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ βοηθάει, βεβαίως, τόν ἄνθρωπο νά φθάσει καί στήν γνώση τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ὅμως ἀποκτᾶ μέ τό νοῦ. Μέ τή λογική, δηλαδή, δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε τό Θεό. Ἡ λογική μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀνάγκη τῆς πίστεως στό Θεό. Ἡ ἀληθινή, ὅμως, γνώση τοῦ Θεοῦ γίνεται μέ τό νοῦ, μέ τήν καρδιά δηλαδή.
Τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο, πού δέν ἐπιτρέπει στό σύγχρονο ἄνθρωπο νά φθάσει στή γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ὅτι προσπαθεῖ νά Τόν γνωρίσει μέ λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα. Ἀντικαθιστᾶ δηλαδή τό νοῦ (τήν καρδιά) μέ τό λόγο (τή λογική) καί καταλήγει ἔτσι στόν ὀρθολογισμό καί στήν ἀδυναμία νά γνωρίσει ἀληθινά τό Θεό.
Ἀπό τά ἀνωτέρω γίνεται φανερό πώς παραιτοῦμαι ἀπό τή λογική μου δέν σημαίνει ὅτι γίνομαι παράλογος. Ἡ πίστη δέν εἶναι παράλογη, ἀλλά ὑπέρλογη. Δέν κατανοεῖται, ἀλλά βιώνεται. Πίστη δέν σημαίνει κατανόηση, ἀλλά ἐμπιστοσύνη. Δέν ἀντιβαίνει στόν ὀρθό λόγο, ἀλλά τόν ὑπερβαίνει, τόν ξεπερνᾶ. Τό ὑπέρλογο μέσα στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ἡ κατάργηση τῆς λογικῆς, ἀλλά ἡ μετακένωση καί ἀνύψωσή της στήν ἀποδοχή τῶν ἐμπειριῶν τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Τό ὑπέρλογο εἶναι ἡ ἀπόλυτη διάθεση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στό θέλημα καί στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τό λογικό εἶναι τό «στένεμα» τοῦ Θεοῦ καί ἡ σμίκρυνσή του στίς προσωπικές μας ἀνάγκες καί ἀπαιτήσεις, στό ἐγωιστικό θέλημά μας. Τό ὑπέρλογο εἶναι νά ἀφήνω στό Θεό ἀνοιχτό τό δρόμο τῆς καρδιᾶς μου γιά νά ‘ρθεῖ καί νά ἐνεργήσει μέσα μου μέ τό δικό Του τρόπο, πού δέν εἶναι οὔτε λογικός, οὔτε ἄλογος, οὔτε παράλογος, ἀλλά εἶναι ὑπέρλογος. Εἶναι ἡ αἰώνια Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πηγή καί ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας μας. Τό ὑπέρλογο εἶναι ἡ ὑπαγωγή τῆς λογικῆς μας στή Λογική του Θεοῦ. Εἶναι ἡ προσπάθεια πού κάνουμε γιά νά δεχθοῦμε τή Λογική τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτή δέν συμφωνεῖ μέ τή δική μας.
Σκοπός τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ Οὐρανός. Πατρίδα του εἶναι ὁ Οὐρανός. Ὁ χριστιανός εἶναι οὐρανοπολίτης καί στόχος κεντρικός τῆς ζωῆς του εἶναι νά γνωρίσει τό Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί Του, νά φθάσει δηλαδή στή θέωση. Τό ἀπόλυτο ζητούμενο τῆς πνευματικῆς μας πορείας παραμένει πάντοτε ἡ θέωση, πού ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσα ἀπό τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί τό φωτισμό τοῦ νοῦ. Ὁ φωτισμός λοιπόν τοῦ νοῦ ὀφείλει νά εἶναι ἡ κύρια ἐπιδίωξή μας, καί ὄχι ἡ καλλιέργεια τῆς λογικῆς. Ὁ φωτισμένος νοῦς εἶναι αὐτός πού ὁδηγεῖ στό Θεό καί ὄχι ἡ ἀνεπτυγμένη λογική. Ὁ φωτισμένος νοῦς εἶναι ἡ ἀνταμοιβή τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐκχώρηση τῆς λογικῆς μας σ’ Αὐτόν. Γι’ αὐτό καί ἡ προσπάθειά μας θά πρέπει νά εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ὄχι ἡ ἐξάσκηση τῆς λογικῆς μας.

Ἡ πνευματική γνώση

Ὁ στόχος ὅμως αὐτός ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέ τήν «πνευματική γνώση». Πνευματική γνώση εἶναι πίστη, εἶναι ἐμπειρία, εἶναι θεῖος φωτισμός, εἶναι Θεία χάρις καί Θεογνωσία.
Ἡ πνευματική αὐτή γνώση δέν εἶναι ἀπόρροια τῆς λογικῆς τοῦ μυαλοῦ μας. Δέν κατέχεται μόνον ἀπό τούς εὐφυεῖς, ἀπό τούς μορφωμένους, ἀπό τούς ἐπιστήμονες. Δέν ἀπαιτεῖ σύνθετη σκέψη, πολύπλοκες ἀναλύσεις καί συλλογισμούς. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού προσφέρεται σέ ὅλους, μορφωμένους καί ἀγράμματους, γνωστικούς καί ἀδαεῖς, ἔξυπνους καί ἁπλοϊκούς, σέ ὅλους ὅσοι ἔχουν ἁπλή, ταπεινή καί καθαρή καρδιά. Ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στούς ἁπλούς καί ταπεινούς ἀνθρώπους, καί ὄχι ἀποτέλεσμα λογικῆς ἐπεξεργασίας.
Ἡ πνευματική γνώση δέν σπουδάζεται στά πανεπιστήμια καί τά σπουδαστήρια τοῦ κόσμου, δέν ἀναγνωρίζεται μέ διπλώματα καί μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδῶν, δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν. Ἡ πνευματική γνώση εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς, εἶναι φωτισμένος νοῦς, εἶναι μετοχή στήν ἀγάπη, τή χάρη καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τῆς Ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας καί στόν κόσμο ὁλόκληρο. Ἐργαστήριο τῆς πνευματικῆς γνώσεως εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί ἡ αὐτοεγκατάλειψή μας στήν ἄπειρη ἀγάπη καί πρόνοιά Του. Εἶναι ἡ καθημερινή ἄσκηση καί τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἐξάσκηση τῆς ἀγάπης διά τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἐλεημοσύνης ἐνεργούμενης. Εἶναι ἡ φιλαδελφία, ἡ καλοσύνη καί ἡ ἱλαρότητα.
Ὁ ὀρθολογισμός, περνώντας ἀπό ὅλες τίς πτώσεις τῆς ὑπερηφάνειας, μᾶς ὁδηγεῖ τελικά στήν αὐτοδικαίωση• γιατί μᾶς πείθει ὅτι ἔχουμε δίκιο. Καί ἐφ’ ὅσον οἱ σκέψεις μας, τά λόγιά μας καί οἱ πράξεις μας εἶναι λογικές, ἄρα εἶναι ὀρθές καί δίκαιες. Ἔχουμε λοιπόν δίκιο, ἄρα καί δικαίωμα νά τό ἐπιβάλλουμε ὡς γνώμη, ὡς ἐπιθυμία καί ὡς συμπεριφορά. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό ξεκινᾶ μία ἀτελεύτητη πορεία πρός τήν μηδέποτε ἐπιτυγχανομένη – γιατί εἶναι καί ἀκόρεστη – αὐτοδικαίωσή μας, πού μᾶς παρασύρει σέ μία ἁλυσίδα διαρκῶς μεγαλύτερων καί βαρύτερων ἁμαρτημάτων.
Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς (Λουκ.18,9-14) εἶναι ὁ ἀντιπροσωπευτικότερος τύπος τοῦ αὐτοδικαιούμενου ἀνθρώπου. Καυχᾶται γιά τίς ἀρετές του, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δίκαιο καί συγχρόνως ἐξουθενώνει τόν τελώνη, βλέποντας τόν ἁμαρτωλό, κατώτερό του. Ὁ αὐτοδικαιούμενος γίνεται ὁ ἴδιος κριτής τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ ἀπονέμει τόν τίτλο τοῦ δικαίου, πιστεύοντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος νά τόν ἀνταμείψει.
Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού πάσχει ἀπό ψυχολογικά προβλήματα, ἐπειδή ἀπωθεῖ τήν ἐνοχή του. Γίνεται ἔτσι νευρικός, διαταραγμένος ἀνικανοποίητος, ἀπαιτητικός, ἀνυπόμονος, ἀνυπάκουος, αὐθάδης, ἐριστικός. Ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τοῦ Ἑωσφόρου, δέν θέλει νά ζητήσει συγχώρηση καί νά ὁμολογήσει τίς ἁμαρτίες του. Ἐπαναλαμβάνει ὡς ἐπωδό τά λόγια του μηδενιστῆ Ἀλμπέρτ Καμύ: «Εἶχα δίκιο, ἔχω ὁπωσδήποτε δίκιο, θά ἔχω πάντα δίκιο», καί ὀρθώνει μόνος του ἀνυπέρβλητο φράγμα στήν ἄβυσσο τοῦ Θείου ἐλέους.
Ὁ ὀρθολογισμός εἶναι συμπυκνωμένη ὑπερηφάνεια, ἀλαζονεία, αὐτοδικαίωση, αὐτάρκεια καί αὐτονομία. Γι’ αὐτό καί ἀλλοτριώνει τόν ἄνθρωπο, τόν ἀπομονώνει καί τόν ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς συνανθρώπούς του. Ὁ ὀρθολογιστής καθίσταται ἔτσι στοιχεῖο διαλυτικό τῆς φιλίας, τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας, τοῦ κοινοβίου καί τῆς κοινωνίας.
Τελικά ὁ ὀρθολογιστής, παρά τή λαμπρότητα τῶν ἐπιτευγμάτων του, καταλήγει νά εἶναι ὁ κουρασμένος, ὁ κενός, ὁ ἀνικανοποίητος, ὁ ἀπογοητευμένος σύγχρονος ἄνθρωπος. Αὐτός πού βιώνει καθημερινά τό δράμα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας του, τῆς ἀνασφάλειάς του καί τοῦ ἀδιεξόδου, στό ὁποῖο τόν παγιδεύει ἡ λογική του καί ἡ αὐτοπεποίθησή του στίς ὁποῖες τόσο στηρίχτηκε.
Θά πρέπει λοιπόν νά βγοῦμε ἀπό τά ὅρια τῆς πεπερασμένης ἀνθρώπινης λογικῆς καί νά μποῦμε στήν ἀπεραντοσύνη, στόν πλοῦτο καί τήν εὐλογία τῆς λογικῆς του Θεοῦ.

Ἀναστασίου Ἀθανάσιος (Ἀρχιμανδρίτης, Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου)