ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΚΑΤΟΠΤΡΟ ΤΗΣ ΤΑΡΑΧΩΔΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΜΑΣ

Διηγήθηκε κάποιος ότι τρεις φιλόπονοι άνθρωποι, φίλοι μεταξύ τους, έγιναν μοναχοί.

Ο πρώτος διάλεξε σαν έργο του να ειρηνεύει τους ανθρώπους, που είχαν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, σύμφωνα με τον Ευαγγελικό λόγο: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί». Ο δεύτερος να επισκέπτεται τους αρρώστους και ο τρίτος έφυγε για να ησυχάσει στην έρημο.

Ο πρώτος λοιπόν, αν και κόπιασε για να σταματήσει τις διαμάχες των ανθρώπων, δεν μπόρεσε να τους θεραπεύσει όλους και, επειδή έπεσε σε ακηδία, πήγε σ’ αυτόν που υπηρετούσε τους αρρώστους και τον βρήκε κι αυτόν να παραμελεί το έργο του, καθώς δεν επαρκούσε να εφαρμόσει πλήρως την εντολή. Συμφώνησαν λοιπόν και οι δύο και πήγαν να δουν τον ερημίτη.

Του εξέθεσαν τη θλίψη τους και τον παρακάλεσαν να τους πει τι κατόρθωσε αυτός. Εκείνος, αφού έμεινε αμίλητος για λίγο, έριξε κατόπιν νερό στη λεκάνη και τους λέει: «Προσέξτε το νερό». Ήταν βέβαια ταραγμένο.

Μετά από λίγο τους λέει πάλι: «Προσέξτε και τώρα πώς έγινε το νερό». Και μόλις πρόσεξαν το νερό, βλέπουν σαν σε καθρέπτη τα πρόσωπά τους. Τους λέει λοιπόν τότε:
«Έτσι είναι κι αυτός που ζει ανάμεσα σε ανθρώπους. Εξαιτίας της ταραχής δεν βλέπει τα σφάλματά του. Όταν όμως ησυχάσει και προπαντός στην έρημο, τότε βλέπει τα ελαττώματα του εαυτού του».

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ

Αφηγήθηκαν κάποτε οι πατέρες για έναν αδελφό ότι «Όταν μια Κυριακή γινόταν ακολουθία ξεκίνησε να έλθει στην εκκλησία σύμφωνα με τη συνήθεια αλλά τον κορόιδεψε ο διάβολος λέγοντάς του: «Πηγαίνεις στην εκκλησία για να μεταλάβεις άρτο και οίνο και για να σου πούνε ότι αυτά είναι σώμα και αίμα Χριστού;  Μην κοροϊδεύεσαι».  Ο αδελφός υπάκουσε στον λογισμό του και δεν πήγε σύμφωνα με την συνήθεια στην εκκλησία, ενώ οι αδελφοί του τον περίμεναν· γιατί έτσι είναι η συνήθεια σε κείνη την έρημο, να μην τελούν την ακολουθία μέχρις ότου έλθουν όλοι.  Αφού τον περίμεναν αρκετά και κείνος δεν ερχόταν, μερικοί απ’ αυτούς πήγαν στο κελλί του σκεπτόμενοι· «Μήπως είναι άρρωστος ή πέθανε ο αδελφός;». 

  Όταν ήλθαν στο κελλί τον ρωτούσαν· «Γιατί αδελφέ δεν ήλθες στην εκκλησία;».  Αυτός ντρεπόταν να τους απαντήσει.  Όταν όμως αντελήφθηκαν το φαύλο τέχνασμα του διαβόλου, οι αδελφοί τον υποχρέωσαν να τους ομολογήσει την επιβουλή του διαβόλου.  Αυτός τους απάντησε· «Συγχωρήστε με, αδελφοί, γιατί ενώ ξεκινούσα όπως πάντα να έλθω στην εκκλησία ο λογισμός μου, μου λέγει ότι δεν είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού αυτό που πας να μεταλάβεις, αλλ’ είναι απλώς άρτος και οίνος.  Αν λοιπόν θέλετε να έλθω μαζί σας, διορθώστε μου τον λογισμό για τη θεία λειτουργία».  Αυτοί του είπαν· «Σήκω, έλα μαζί μας και θα παρακαλέσουμε τον Θεό να σου δείξει ζωντανά την θεϊκή δύναμη».  Αυτός πήγε στην εκκλησία και εκεί αφού ικέτευσαν πάρα πολύ τον Θεό για τον αδελφό, δηλαδή να του αποκαλυφθεί η δύναμη των μυστηρίων, άρχισαν αμέσως τη θεία λειτουργία, αφού τοποθέτησαν τον αδελφό στη μέση της εκκλησίας, ενώ αυτός ως την απόλυση δεν σταμάτησε να βρέχει με τα δάκρυά του το πρόσωπό του.

Μετά το τέλος της λειτουργίας παρακάλεσαν οι πατέρες τον αδελφό να τους απαντήσει· «Πές μας αν σου έδειξε κάτι ο Θεός για να ωφεληθούμε και μεις».  Αυτός κλαίγοντας άρχισε να λέγει· «Όταν τελείωσε ο κανόνας της ψαλμωδίας και αναγνώσθηκε η διδαχή των αποστόλων και ετοιμάστηκε ο διάκονος να αναγνωρίσει το ευαγγέλιο, τότε είδα να ανοίγει η στέγη της εκκλησία και να φαίνεται ο ουρανός και κάθε λόγος του αγίου ευαγγελίου να γίνεται φωτιά μέχρι τον ουρανό. 

 Όταν τελείωσε η ανάγνωση του ευαγγελίου, ήλθαν οι κληρικοί από το διακονικό κρατώντας την μετάληψη των αγίων μυστηρίων.  Τότε είδα να ανοίγουν οι ουρανοί και να κατεβαίνει φωτιά και μαζί της ένα πλήθος αγγέλων και αρχαγγέλων και πάνω απ’ αυτούς δύο πρόσωπα ενάρετα των οποίων την ομορφιά δεν μπορώ να περιγράψω – γιατί η φεγγοβολή τους ήταν σαν αστραπή – και ανάμεσα του υπήρχε ένα μικρό παιδί. 

 Τότε οι άγγελοι παρατάχθηκαν γύρω από την αγία Τράπεζα και το παιδί βρισκόταν ανάμεσά τους.  Όταν τελείωσαν οι θεϊκές ευχές και άρχισαν οι κληρικοί να τεμαχίζουν τους άρτους της προθέσεως, είδα τα δύο πρόσωπα πάνω στην αγία Τράπεζα να κρατούν τα χέρια και τα πόδια του παιδιού, που ήταν πάνω στην αγία Τράπεζα, και με το μαχαίρι που κρατούσαν έσφαξαν το παιδί και άδειασαν το αίμα του στο Ποτήριο που βρισκόταν πάνω στην αγία Τράπεζα.  Αφού έκοψαν σε μικρά τεμάχια το σώμα του παιδιού τα τοποθέτησαν πάνω από τους άρτους και έγιναν και οι άρτοι σώμα. 

Τότε ήρθε στο μυαλό μου ο Απόστολος που λέει· Γιατί η δική μας γιορτή του Πάσχα συνίσταται στο γεγονός ότι ο Χριστός θυσιάστηκε για χάρη μας.  Όταν όμως πλησίασαν οι αδελφοί να μεταλάβουν την αγία προσφορά, τους προσφέρονταν ζωντανό σώμα. Μόλις όμως χρησιμοποιούσαν την επίκληση αμήν γινότανε άρτος στα χέρια τους.  Όταν όμως πήγα και ’γω να μεταλάβω μου δόθηκε σώμα και δεν μπορούσα να μεταλάβω.  Τότε άκουσα μια φωνή στα αυτιά μου να μου λέει· Άνθρωπε γιατί δεν μεταλαβαίνεις, αυτό δεν είναι αυτό που ζήτησες;  Τότε είπα· Λυπήσου με, Κύριε.  Δεν μπορώ να μεταλάβω σώμα.  Πάλι μου είπε· Αν μπορούσε ο άνθρωπος να μεταλάβει σώμα, σώμα θα υπήρχε όπως το βρήκες. Κανείς όμως δεν μπορεί να φάγει σώμα, γι’ αυτό όρισε ο Κύριος τους άρτους της προθέσεως.  Γιατί όπως από την αρχή ο Αδάμ με τα χέρια του Θεού έγινε σάρκα και μετά της έδωσε πνεύμα ζωής ο Θεός, κατόπιν η σάρκα χωρίστηκε στη γή, το πνεύμα όμως εγκαθίσταται στην καρδιά.  Αν λοιπόν πίστεψες, μετάλαβε αυτό που έχεις στο χέρι σου.  Και μόλις είπα· Πιστεύω Κύριε, έγινε το σώμα που είχα στο χέρι μου άρτος. 

 Όταν προχώρησε η λειτουργία και ξαναγύρισαν οι κληρικοί είδα πάλι το μικρό παιδί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα και ενώ οι κληρικοί συμμάζευαν τα δώρα, είδα πάλι τη στέγη να ανοίγει και οι θείες δυνάμεις να ανυψώνονται στον ουρανό».
Αυτά αφού άκουσαν οι αδελφοί και αφού ένιωσαν βαθιά κατάνυξη, αναχώρησαν στα κελλιά τους.

Πηγή: Σιναίτικα κείμενα ,Το Γεροντικό του Σινά, Κεφ. Η' , σελ. 45-49,
του Δ. ΤΣΑΜΗ
Εκδόσεις της Ι.Μ.του θεοβάδιστου Όρους Σινά
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1988
 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΗΣ ΣΟΛΟΜΩΝΙΚΗΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Σε κάποιο χωριό της Χαλκιδικής, ένας οικογενειάρχης χριστιανός, συνεργεία του διαβόλου, εγκατέλειψε τον εκκλησιασμό και την μετοχή στην χάρι των μυστηρίων, και ακολούθως, από περιέργεια στην αρχή, ασχολήθηκε με τούς μάγους και την μαγεία, έως ότου κατάντησε και ό ίδιος μάγος αργότερα, ασχοληθείς συστηματικώς με την «Σολομωνική», το ομώνυμο σατανοβιβλίο της οποίας του έγινε σύμβουλος και αχώριστος φίλος.

Παραχωρήσει Θεού και προς σωτηρίαν του, τον βρήκαν μεγάλες συμφορές. Η ευλαβέστατη σύζυγος του δυσφορούσε και υπέφερε πολύ γι” αυτήν του την επίδοση στην μαγεία∙ τον παρακαλούσε να μετανοήσει, να παύση ασχολούμενος με τα μάγια και να επιστρέψει στην χάρι του Χριστού- εκείνος όμως δεν την ήκουε. Τότε εκείνη του δήλωσε ότι οι κακοτυχίες και τα βάσανα, πού τούς βρήκαν, ήταν τιμωρία από τον Θεό∙ ότι αυτή, ως πιστή χριστιανή, δεν μπορούσε πλέον να συζεί με έναν δαιμονολάτρη μάγο, και ότι ήταν διατεθειμένη να πάρει διαζύγιο.

Αυτή ή απειλή τον προβλημάτισε πολύ. Ήταν επιτυχημένος οικογενειάρχης, και τον ενδεχόμενο διαλύσεως τής οικογενείας και του διασυρμού του τον κατατρόμαξε.
Τότε προσέτρεξαν συγγενείς και φίλοι για να αποσοβήσουν το κακό∙ τον συμβούλεψαν όμως, ότι θα έπρεπε να παύση οριστικώς ασχολούμενος με την μαγεία, και ότι ή γαλήνη στην οικογένεια και ή λύτρωσης του από την επήρεια του διαβόλου θα μπορούσε να συντελεσθεί με την εξομολόγηση του σε έμπειρο πνευματικό, στις οδηγίες του όποιου θα έπρεπε να υπακούσει- και ως τοιούτον υπέδειξαν τον παπά Σάββα της Μικράς Αγίας Άννης, η φήμη του οποίου ήταν διαδεδομένη και στην Χαλκιδική.

Ήκουσε τις προσευχές της ευλαβεστάτης συζύγου ό Θεός, και τον λυπήθηκε και τον φώτισε να δεχθή καλόγνωμα τις συμβουλές των φίλων. Έτσι αναχώρησε για τον Άγιον όρος και για την καλύβα του παπά- Σάββα.
Τον δέχθηκε πατρικότατα εκείνος, και τον αποτέλεσμα προέκυψε θεοχαρίτωτο και σωτήριο∙ γιατί ειλικρινεστάτη υπήρξε ή εν μετανοίας και συντριβή καρδίας εξομολόγησις του και ή εκζήτησης συγχωρήσεως και θείου ελέους. Παρά ταύτα ό σοφός και άγιος πνευματικός τον κράτησε επί μία εβδομάδα, προς περαιτέρω νουθεσία, οικοδομή και εμπέδωση στην νέα πνευματική κατάσταση και εν Χριστώ ζωή.

Όταν ό πνευματικός έκρινε ότι ήταν πλέον καιρός να επανακάμψει στον κόσμο και την οικογένεια του, εκείνος ξέσπασε σε δάκρυα ευχαριστιών και ευγνωμοσύνης για την λύτρωσή του από τον κράτος του διαβόλου, για την συγχώρηση, για την πνευματική οικοδομή και για την επανένταξη του στην Εκκλησία και στον βασίλειο τής χάριτος του Χριστού. Κατ” εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε ότι είχε μεταφέρει προς επίδοση στον Γέροντα τον βιβλίο τής Σολομωνικής.
Το έβγαλε από τον τουρβά του και έκανε να το δώση, λέγοντας: «Πάρε το, Γέροντα∙ αυτό τον βιβλίο υπήρξε τον μέσον συνεργασίας μου με τον διάβολο και ή αιτία της ψυχικής μου καταστροφής. Εδώ πρέπει να μείνει περιφρονημένο και ανενέργητο∙ κάνε το ότι θέλεις».
Και ό πνευματικός: «Τί να τον κάνω αυτό τον βιβλίο, παιδί μου, στον καλύβι μου; Τώρα πού φεύγεις, κάψε το προσεκτικά σε κάποιο μέρος του δρόμου».

Πήρε τον μονοπάτι ό Χαλκιδικιώτης και, όταν σε κάμποση απόσταση βρέθηκε στην «Σπηλιά» -τοποθεσία πού έτσι είναι γνωστή από το αυτοκατασκεύαστο αρκετά μεγάλο βαθούλωμά της στην απότομη βραχοπλαγιά- κρίνοντας ότι ήταν κατάλληλο τον μέρος, έκανε υπακοή στην εντολή του πνευματικού, και στο κοίλο τής αγκάλης της άναψε φωτιά από φρύγανα και ξερόκλαδα και απόθεσε επάνω της τον σατανικό βιβλίο.
Το είδε να λαμπαδιάζει, και καταχάρηκε η ψυχή του, πού την είχε δέσμια στου διαβόλου την διάθεση και δράσι. Ανάδευσε μ” ένα κλαδί τα αποκαΐδια και τη στάχτη, έκανε τον σταυρό του και ξαναπήρε τον μονοπάτι, δοξάζοντας τον Θεό και για το απ’ αυτό ξεφόρτωμά του.

Λίγο παραπέρα συνάντησε τον πατέρα Ιλαρίωνα, υποτακτικό του πνευματικού, πού τον είχε στείλει για κάποια υπηρεσία στην Άγια Άννα. Τον ευχαρίστησε κι” αυτόν για την αγάπη πού του έδειξε, την φιλοξενία και τις περιποιήσεις, και τον παρακάλεσε να “πει στον Γέροντα ότι, κατά την υπόδειξί του, έκαψε στην Σπηλιά τον σατανικό βιβλίο. Αποχαιρέτισαν ό ένας τον άλλον και ό καθένας πήρε τον δρόμο του.

Όταν όμως ό πατήρ Ιλαρίωνα έφθασε στην Σπηλιά, άκουσε σπάνιους θορύβους και ακολούθως δέχθηκε σφοδρό λιθοβολισμό. Φοβήθηκε πάρα πολύ, αλλά, κατανοήσας την αιτία του πράγματος, επικαλέσθηκε την βοήθεια του Θεού και έσπευσε να απομακρυνθεί το ταχύτερο δυνατόν απ’” εκεί. Περίτρομος διηγήθηκε τον συμβάν συνεπεία τής καύσεως του σατανικού βιβλίου.
Οι λιθοβολισμοί αυτοί εξακολούθησαν να πραγματοποιούνται επ” αρκετό χρονικό διάστημα εναντίον των διερχομένων, ώστε να σκέπτονται οι μοναχοί πολύ, αν έπρεπε να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν το μονοπάτι. Τούς ήταν όμως αδύνατο να ανοίξουν άλλο ή να κατασκευάσουν παράκαμψη σ” εκείνο τον σημείο, λόγω τού βραχώδους και τελείως αποκρήμνου του.

Τότε έκαναν κοινή σύναξη οι Αγιαννανίτες και οι Μικραγιαννανίτες ασκηταί, και εξ ομοφώνου αποφάσεως προσκόμισαν τον Τίμιο Σταυρό και άγια λείψανα και αφού τέλεσαν αγιασμό και αγίασαν την Σπηλιά και τον πέριξ χώρο, έκτισαν ένα μικρό προσκυνητάρι και τοποθέτησαν την Ιερή εικόνα τής Παναγίας Θεοτόκου.

Έτσι απελάθηκαν οι εμφωλεύοντας εκεί δαίμονες, πού, ώργισμένοι για την κατάκαυσι της βίβλου των, έξεδήλωναν κατ” αυτόν τον τρόπο τον μίσος των κατά των διερχομένων.

Έκτοτε και μέχρι σήμερον, όλοι σταθμεύουν για λίγο στην Σπηλιά, εν ευλαβεία προσκυνούν την εικόνα της Παναγίας, επικαλούνται την χάρι και την προστασία της, και άναμιμνήσκονται της άγιότητος και διακρίσεως τού αειμνήστου πνευματικού, της λυτρώσεως και σωτηρίας του Χαλκιδικιώτου χωρικού και της καύσεως της δαιμονοσολομωνικής του.

(Επί τη βάσει των σημειώσεων του αειμνήστου Υμνογράφου Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, τις οποίες έθεσαν ευγενώς στη διάθεση μου οι υποτακτικοί του).

Πηγή: Πόθος και Χάρις στον Άθωνα του Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου σελ. 360-363

agioritikesmnimes.blogspot.gr

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;

Ακούραστος ο γέρο – Πέτρος καθάριζε κρεμμύδια στην πανήγυρη της Παναγίας για την εσπερινή τράπεζα. Θα έρχονταν πατέρες και ψαλτάδες από την έρημο να στολίσουν την αγρυπνία.
Και πως έκανε ο γέρο -Πέτρος άμα ξεκινούσε τα μέγιστα ανοιξαντάρια του Κουκουζέλη και το Θεοτόκε Παρθένε του Μπερεκέτη!

Και όλο σκούνταγε τον Δανιήλ τον Εκκλησιαστικό να κουνήσει ακόμα πιο δυνατά τον χορό και τον πολυέλαιο.

-Ω Θεέ μου, και πως θα είναι στον παράδεισο, ακούγονταν η φωνή του γέρο-καλόγερου.

Παρότι το στασίδι του ήταν μπροστά στα γεροντικά, εκείνος με ευλογία του ηγουμένου στεκόταν σε εκείνα των αρχαρίων, στο στασίδι που στάθηκε όταν πρωτόρθε στο μοναστήρι. Ώρες όρθιος στην Εκκλησία, όμοιο Χερουβείμ που λάτρευε με σεβασμό τον Θεό Του.

-Και δεν μου λες, παππού, τι είναι η Παναγιά για τον κόσμο; ρώτησε ο Πατήρ Υπάτιος τον γέροντα.

Ο γέρο – Πέτρος άφησε τα κρεμμύδια και το μαχαίρι μεμιάς και πήρε ύφος σοβαρό σαν να έβγαζε λόγο.

– Εγώ πατέρες γράμματα δεν ξέρω να τα πω όμορφα και δουλεμένα. Μα αυτή η ιστορία είναι πέρα ως πέρα αληθινή.

Σε μένα την είπαν ταπεινοί μοναχοί του Όρους που ποτέ δεν φιλιώθηκαν με το ψέμα.

«Το λοιπόν κάποτε στον Παράδεισο μπροστά στην όμορφη πόρτα του καθόταν ο Άγιος Πέτρος και καλοδεχόταν τα παιδιά του Θεού που είχαν κερδίσει τη Βασιλεία.

Σαν νύχτωσε, ο Άγιος έκλεινε τα θυρόφυλλα και μετρούσε στα τεφτέρια του πόσοι είχανε μπει στον Παράδεισο. Ύστερα έβαζε τα ονόματά τους πλάϊ σε εκείνους που ήδη ήταν μέσα από καιρό και έβρισκε τον αριθμό.

Το άλλο πρωΐ μετρούσε πάλι τους παραδεισένιους ανθρώπους και πήγαινε να ανοίξει την πόρτα. Μα για καιρό έβλεπε τούτο το παράδοξο. Ενώ αποβραδίς είχε μετρήσει πως αυτοί που είχαν μπει στον Παράδεισο ήταν δέκα, την άλλη μέρα μετρούσε άλλους 3 παραπάνω.

Μα πως γίνεται αυτό σκεφτόταν.

– Μια και δυο πηγαίνει στον αφέντη τον Χριστό και του λέει αυτό που τον απασχολεί.

-Να φυλάξεις βάρδια είπε ο Χριστός και ο Άγιος έσκυψε το κεφάλι και γύρισε στο διακόνημά του.

Το ίδιο βράδυ ο απόστολος του Θεού φύλαξε κατά την προσταγή του Χριστού και σαν ξημέρωσε είχε έτοιμη απάντηση

– Λοιπόν, είπε ο Κύριος

Το βράδυ… Κύριε… που κλείνει ο Παράδεισος ανεβαίνει η Μάνα Σου στα τείχη και βάζει τους ανθρώπους από εκεί.

Άμα τελείωσε την διήγησή του ο γέρο Πέτρος έκανε τον σταυρό του και μετά οι άλλοι μοναχοί. 

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ!
(Διδασκαλίες από το Γεροντικό)

ΕΝΑΣ αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.
- Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξομολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.
- Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.
- Είναι αρκετοί τρεις μήνες, τότε;
- Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέω πως, αν ειλικρινά μετανοήσεις και πάρεις σταθερή απόφαση να μην επαναλάβεις ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότητα του Θεού. 

* * *
  
ΑΛΛΟΣ Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρεί τις αμαρτίες του ανθρώπου.
- Πώς είναι δυνατόν να μην συγχωρεί, τέκνον μου, Εκείνος που δίδαξε την μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρεί εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά», δηλαδή επ' άπειρον; αποκρίθηκε ο Γέροντας.

* * *
  
ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος πάλι ρώτησε: 
- Τι ακριβώς είναι μετάνοια;
- Η μη επανάληψη της ίδιας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμήν.

* * *
  
ΕΝΑΣ Αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη: 
- Έπεσα, Πάτερ. Τί να κάνω τώρα;
- Σήκω. του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
- Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με θλίψη ο Αδελφός.
- Και τί σ' εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
- Ως πότε; ρώτησε ο Αδελφός.
- Έως ότου σε βρεί ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο «όπου ευρώ σε εκεί και κρινώ σε»; εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.

* * *

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ πήγε με βαριά καρδιά στον Πνευματικό του και εξομολογήθηκε:
- Ο λογισμός με βασανίζει, Γέροντα, να εγκαταλείψω τον αγώνα, αφού, και ύστερα από την επιστροφή μου στο Χριστό και την μετάνοιά μου, δεν μπορώ ακόμη να βγάλω από πάνω μου όλες τις αδυναμίες.
- Μου θυμίζεις, μ’ αυτά που μου λες, κάτι που συνέβη πριν κάμποσο καιρό σ' ένα φίλο μου αγρότη, είπε ο Πνευματικός. Έλα, κάθισε εδώ κοντά, παιδί μου, να σου διηγηθώ τη μικρή του ιστορία. 
Ο νέος άκουγε πάντοτε μ' ενδιαφέρον τα χαριτωμένα αυτοσχέδια ανέκδοτα του αγαθού Γέροντα: 

"Ο φίλος μου, που λες, είχε ένα χωράφι στην άκρη του χωριού, που είχε μείνει χρόνια ακαλλιέργητο. Κι ήταν πια γεμάτο αγκάθια και τριβόλια. Μια καλή χρονιά όμως, σκέφτηκε να το σπείρει. Αλλά έπρεπε πρώτα να καθαριστεί. Έστειλε λοιπόν τον μεγάλο του γιο να κάνει την δουλειά αυτή. Μα σαν είδε το παλληκάρι εκείνα τα πελώρια αγκάθια και τα αγριοβότανα, έπεσε σε απελπισία.
- Δεν γίνεται να φτιάξει ποτέ τούτο το χωράφι, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Πώς να ξεριζώσω τόσα αγριόχορτα;
Έτσι έπεισε για τα καλά τον εαυτό του πώς ήταν αδύνατο να γίνει η δουλειά. Ξάπλωσε κάτω από ένα θάμνο και κοιμήθηκε. Σαν ξύπνησε ήταν πια μεσημέρι. Έριξε το νυσταγμένο βλέμμα του στην αγριάδα και τρόμαξε. Έμεινε καρφωμένος στη θέση του ως το βράδυ χωρίς να κάνει τίποτε. Το ίδιο και την άλλη μέρα και την τρίτη. Χασμουριόταν, στριφογύριζε τεμπέλικα, έπεφτε στον ύπνο, ξύπναγε. Μόνο δουλειά δεν αποφάσιζε να κάνει.
- Τίποτε δεν έκανες τόσες μέρες, του είπε θυμωμένος ο πατέρας του σαν πήγε και είδε πως ο γιος του δεν είχε βγάλει ούτε ένα αγκάθι.
- Βαραίνει η ψυχή μου πατέρα, ομολόγησε ο νέος, σαν γυρίζω και βλέπω πόση δουλειά με περιμένει και δεν μπορώ να πάρω απόφαση να αρχίσω.
Κι εκείνος τότε πολύ σοφά του απάντησε:
- Αν κάθε μέρα, παιδί μου, καθάριζες τόση γη όση πιάνεις με το μπόι σου σαν ξαπλώνεις και κοιμάσαι, θα κόντευες τώρα να τελειώσεις.
Ντροπιασμένος για την τεμπελιά του ο γιος, έβαλε τότε αμέσως σε πράξη τη συμβουλή του πατέρα του. Σε λίγο, είδε με τα μάτια του πως δεν ήταν ακατόρθωτο να καθαρίσει το χέρσο χωράφι". 

Μιμήσου τον κι εσύ, παιδί μου. Κι όταν ξανάρθεις, θα μου πεις, αν στ' αλήθεια είναι τόσο δύσκολο να ξεριζώσεις με υπομονή τα πάθη της ψυχής σου. Ο νέος έφυγε με καινούργια δύναμη από τήν εξομολόγηση, αποφασισμένος να συνεχίσει τον καλό αγώνα.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ: ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
"Μια αληθινή πατερική ιστορία, που μας διδάσκει τον λογισμό
της αδελφικής αγάπης και την έμπρακτη εφαρμογή του!"


Μια μέρα, κάποιοι προσκυνητές από την πόλη πήγαν σε ένα χωριό με ασκητές μοναχούς, να δουν τον Αββά Μακάριο, που ζούσε εκεί. Μαζί τους κουβάλησαν ένα καλάθι γεμάτο σταφύλια για να του το δώσουν. 

Όταν έφτασαν, κάθισαν αρκετή ώρα κοντά του, άκουσαν τις πολύτιμες συμβουλές του και ωφελημένοι ψυχικά ξεκίνησαν για την πόλη. 

-Αυτά είναι για σένα, Αββά, του είπαν φεύγοντας. Τα σταφύλια μάθαμε πως σου αρέσουν πολύ. Κράτησέ τα σε παρακαλούμε. 

Ο Αββάς Μακάριος ευχαρίστησε τους προσκυνητές και τους ξεπροβόδισε με χαμόγελο. 
"Τί όμορφα μυρωδικά σταφύλια ήταν αυτά. Δώρο σπάνιο! Σίγουρα θα είναι και πολύ γλυκά...", σκέφτηκε ο Αββάς. Και έκαμε να δοκιμάσει. 
Μα σαν έσκυψε, αντίκρισε απ' το παραθυράκι της καλυβούλας του τους άλλους ασκητές που κι αυτοί ήταν το ίδιο φτωχοί. 
"Δεν είναι σωστό να τα κρατήσω εγώ, σκέφτηκε, ενώ και οι άλλοι πατέρες δεν έχουν δοκιμάσει καθόλου σταφύλια. Θα τα πάω στον Αββά Πέτρο, είναι γέροντας και θα του αρέσουν πολύ".
Τα παίρνει λοιπόν και τα δίνει στον Αββά Πέτρο, που ήταν πράγματι ο γεροντότερος στη σκήτη. 

-Ε, Αββά. Μου έφεραν αυτά τα σταφύλια και σκέφτηκα πως σου αρέσουν πολύ. Θα 'θελα να κάνεις αγάπη και να τα κρατήσεις, είπε καλοσυνάτα ο Αββάς Μακάριος. 
-Ευχαριστώ, Αββά, ο Θεός να σ' ευλογεί, αποκρίθηκε ο γέροντας. 

Κι ο Αββάς Μακάριος πήρε τον δρόμο για το καλυβάκι του. Ο Αββάς Πέτρος πήρε τα σταφύλια και έκαμε να δοκιμάσει κι αυτός. 
"Μα, για στάσου, σκέφτηκε, οι άλλοι Αββάδες δεν έχουν δοκιμάσει καθόλου. Ξέρω πως τα σταφύλια αρέσουν πολύ στον Αββά Ισίδωρο". 
Χωρίς να το πολυσκεφτεί πήρε κι αυτός το καλάθι και του το πήγε. 

-Γέροντα, μου έφεραν αυτά τα σταφύλια. Κάνε αγάπη και κράτησέ τα. Ξέρω πως σου αρέσουν πολύ, είπε ο Αββάς Πέτρος προσφέροντας το δώρο του στον Αββά Ισίδωρο. 
-Ο Θεός να σ' ευλογεί, αποκρίθηκε εκείνος και τα δέχτηκε. 

Μα ούτε και ο τρίτος Αββάς κράτησε τα λαχταριστά σταφύλια. 
"Δεν είναι σωστό να τα κρατήσω", είπε ο Αββάς Ισίδωρος και τα πήγε στον επόμενο.
Και κείνος σε άλλον. 
Μέχρι το τέλος της ημέρας το καλάθι με τα σταφύλια είχε περάσει απ' όλα τα φτωχικά καλυβάκια και κανείς δεν το είχε κρατήσει, γιατί σκεφτόταν πως κάποιος άλλος το είχε περισσότερο ανάγκη.
Όταν έφτασαν τα σταφύλια και στην τελευταία καλυβούλα, ο μοναχός που έμενε εκεί σκέφτηκε:  
"Αυτά τα σταφύλια είναι αμαρτία να τα κρατήσω εγώ. Αρέσουν πολύ στον Αββά Μακάριο". 
Και του τα πήρε στο καλύβι του.

-Αββά, συμπάθα με, μα ξέρω πως αυτά τα σταφύλια σου αρέσουν, κάνε αγάπη να τα κρατήσεις!

Τότε ο Αββάς Μακάριος βλέποντας το καλάθι απείραχτο με όλα τα σταφύλια, έτσι όπως το είχε πάρει από την αρχή της ημέρας, δόξασε τον Θεό, αφού η Σκήτη είχε τέτοιους μοναχούς, που διακρίνονταν για τέτοια αδελφική αγάπη και ευσπλαχνία!
Μα, να, κάποιοι άλλοι μοναχοί φάνηκαν τώρα στον δρόμο. Ήρθαν από πολύ μακριά να πάρουν κι αυτοί την ευχή του Γέροντα. 
Τότε εκείνος με χαρούμενο πρόσωπο τους είπε:

-Ελάτε, παιδιά μου, ελάτε να ξεκουραστείτε και να φάτε απ’ τα πιο γλυκά και ευλογημένα σταφύλια του κόσμου! Αυτά είναι "τα σταφύλια της Αγάπης"!

Και τότε τους διηγήθηκε προς πνευματική ωφέλεια την ιστορία τους.


(από το Γεροντικό) 

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ: ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΟΥΜΕ

Νὰ μὴν ἀναβάλλουμε τὴ μετάνοια γιὰ τὸ μέλλον. Μετὰ τὸ θάνατο δὲν ὑπάρχει διόρθωση.

Τοῦ ἀββᾶ Μάρκου
Ἂν κάποιος πέσει σὲ μία ἁμαρτία καὶ δὲν λυπηθεῖ ἀνάλογα μὲ τὸ σφάλμα του, εὔκολα θὰ ξαναπιαστεῖ στὸ ἴδιο δίχτυ.
Ὅταν ἀποφεύγεις τὴν κακοπάθεια καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς, μὴν ἰσχυρίζεσαι πὼς θὰ μετανοήσεις μὲ ἄλλες ἀρετές, γιατὶ ἡ κενοδοξία καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς κακοπάθειας ἀπὸ τὴ φύση τους ὑποδουλώνουν στὴν ἁμαρτία ἀκόμα καὶ μὲ εὔλογες προφάσεις.

Τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ
Ἀδελφοί, ὁ τωρινὸς καιρὸς εἶναι καιρὸς γιὰ μετάνοια. Μακάριος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἔπεσε καθόλου στὰ δίχτυα τοῦ ἐχθροῦ. Μακάριος εἶναι γιὰ μένα κι ἐκεῖνος ποὺ ἔπεσε στὰ δίχτυα του, ἀλλὰ κατόρθωσε νὰ τὰ σκίσει καὶ νὰ τοῦ ξεφύγει ὅσο βρίσκεται στὴν παροῦσα ζωή. Αὐτός, ζώντας ἀκόμα σωματικά, μπόρεσε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ νὰ σωθεῖ, ὅπως ξεγλιστράει τὸ ψάρι ἀπὸ τὸ δίχτυ. Γιατὶ τὸ ψάρι, καὶ νὰ πιαστεῖ, ἂν σκίσει τὸ δίχτυ καὶ ὁρμήσει πρὸς τὸ βυθό, ὅσο βέβαια εἶναι ἀκόμα στὸ νερό, σῴζεται.
Ἂν ὅμως τὸ τραβήξουν στὴ στεριά, τότε πιὰ δὲν μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι κι ἐμεῖς. Ὅσο εἴμαστε σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, ἔχουμε πάρει τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σπάσουμε μόνοι μας τὶς ἁλυσίδες τῶν θελημάτων τοῦ ἐχθροῦ, νὰ πετάξουμε τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας μὲ τὴ μετάνοια καὶ νὰ σωθοῦμε, κερδίζοντας τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἂν ὅμως μᾶς προφτάσει
τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο πρόσταγμα, ἂν ἡ ψυχὴ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὸ σῶμα μπεῖ στὸν τάφο, τότε δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ βοηθήσουμε τὸν ἑαυτό μας – ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ψάρι, ποὺ τὸ τράβηξαν ἀπ᾿ τὸ νερὸ καὶ τὸ ἔκλεισαν μέσα σὲ δοχεῖο.  Ἀδελφέ, μὴν πεῖς, «Σήμερα ἁμαρτάνω καὶ αὔριο μετανοῶ», γιατὶ δὲν ἔχεις σιγουριά. Στὸν Κύριο ἀνήκει ἡ φροντίδα γιὰ τὸ αὔριο.

Τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ
Σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔχασες τὴν ἀρετή, σ᾿ αὐτὰ νὰ τὴν ἀποκτήσεις καὶ πάλι. Χρωστᾷς χρυσάφι στὸ Θεό; Δὲν δέχεται νὰ τοῦ δώσεις μαργαριτάρι. Ἔχασες, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἁγνεία σου; Ὁ Θεὸς δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ἐλεημοσύνη, ὅσο ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Σοῦ ζητάει τὸν ἐξαγνισμὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ἀθέτησες, νικημένος ἀπὸ τὸ φθόνο τοῦ διαβόλου. Τί κι ἂν πολεμᾷς τὸν ὕπνο ἀγρυπνώντας; Τί κι ἂν καταγίνεσαι μὲ τὴ νηστεία; Καθόλου δὲν θὰ σὲ ὠφελήσουν αὐτὰ ἐνάντια σ᾿ ἐκεῖνο τὸ πάθος. Γιατὶ κάθε ἀρρώστια, εἴτε ψυχικὴ εἴτε σωματική, μὲ τὰ δικά της καὶ κατάλληλα φάρμακα θεραπεύεται.
Ὅποιος πέφτει στὴν ἁμαρτία γιὰ δεύτερη φορά, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς κατοπινῆς μετάνοιας, αὐτὸς πορεύεται μὲ πανουργία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν τὸν βρίσκει ἀπροσδόκητα ὁ θάνατος. Κι ἔτσι δὲν φτάνει στὸν καιρὸ πού, σύμφωνα μὲ τὴν ἐλπίδα του, θὰ μετανοοῦσε.

Ἀπὸ τὸ Γεροντικό
Ἕνας ἀδελφὸς ἔκανε συνεχῶς αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὸ Θεό:
– Κύριε, δὲν ἔχω φόβο Θεοῦ! Στεῖλε μου λοιπὸν κεραυνὸ ἢ καμιὰν ἄλλη τιμωρία ἢ ἀρρώστια ἢ δαιμόνιο, μήπως κι ἔτσι ἔρθει σὲ φόβο ἡ πωρωμένη μου ψυχή.
***
Ἄλλοτε πάλι παρακαλοῦσε κι ἔλεγε:
– Ξέρω πὼς ἔχω πολὺ ἁμαρτήσει ἐνώπιόν Σου, Δέσποτα, καὶ πὼς εἶναι ἀναρίθμητα τὰ σφάλματά μου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τολμῶ νὰ Σοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσεις. Ἂν ὅμως εἶναι δυνατόν, συγχώρεσέ με γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία Σου. Ἂν πάλι εἶναι ἀδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ μὴ μὲ κολάσεις στὴν ἄλλη. Κι ἂν εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀδύνατον, στεῖλε μου ἐδῶ ἕνα μέρος τῆς τιμωρίας καὶ ἀλάφρωσέ μου ἐκεῖ τὴν κόλαση. Ἄρχισε μόνο ἀπὸ τώρα νὰ μὲ τιμωρεῖς. Ἀλλὰ τιμώρησέ με σπλαγχνικά, ὄχι μὲ τὴν ὀργή Σου, Δέσποτα.
Ἔτσι λοιπὸν μετανοοῦσε ἕναν ὁλόκληρο χρόνο κι αὐτὰ ἔλεγε μὲ δάκρυα ἱκετευτικά, ὁλόθερμα καὶ ὁλόψυχα, λιώνοντας καὶ τσακίζοντας σῶμα καὶ ψυχὴ μὲ νηστεία καὶ ἀγρυπνία καὶ ἄλλες κακουχίες.
Μιὰ μέρα καθὼς καθόταν καταγῆς, ὅπως συνήθιζε, θρηνώντας καὶ φωνάζοντας σπαραχτικά, ἀπὸ τὴν πολλή του λύπη, νύσταξε κι ἀποκοιμήθηκε.
Καὶ νά! Παρουσιάζεται μπροστά του ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ λέει μὲ φωνὴ γεμάτη ἱλαρότητα:
– Τί ἔχεις, ἄνθρωπέ μου; Γιατί κλαῖς ἔτσι;
Ὁ ἀδελφὸς Τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἀποκρίθηκε ἔντρομος:
– Γιατὶ ἔπεσα, Κύριε!
– Ἔ, σήκω!
– Δὲν μπορῶ, Δέσποτα, ἂν δὲν μοῦ δώσεις τὸ χέρι Σου!
Τότε Ἐκεῖνος ἅπλωσε τὸ χέρι Του, ἔπιασε τὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν σήκωσε.
Μὰ κι ὅταν αὐτὸς σηκώθηκε, συνέχισε νὰ θρηνεῖ.
– Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπέ μου; Γιατί εἶσαι λυπημένος; τοῦ ξαναλέει ὁ Κύριος μὲ ἁπαλὴ καὶ ἱλαρὴ πάλι φωνή.
– Δὲν θέλεις, Κύριε, νὰ κλαίω καὶ νὰ λυπᾶμαι, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός, ποὺ τόσο πολὺ Σὲ πίκρανα, ἂν καὶ ἀπόλαυσα τόσα ἀγαθὰ ἀπὸ Σένα;
Ἐκεῖνος ἅπλωσε ξανὰ τὸ χέρι Του, τ᾿ ἀκούμπησε στὸ κεφάλι τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ εἶπε:
– Μὴ λυπᾶσαι πιά. Γιατὶ ἂν ἔδωσα τὸ αἷμα μου γιὰ σένα, πολὺ περισσότερο θὰ δώσω συγχώρηση καὶ σὲ σένα καὶ σὲ κάθε ἄλλη ψυχὴ ποὺ γνήσια μετανοεῖ.
Μόλις συνῆλθε ὁ ἀδελφὸς ἀπὸ τὴν ὀπτασία, ἔνιωσε τὴν καρδιά του γεμάτη χαρά. Ἔτσι πληροφορήθηκε πὼς ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε. Κι ἀπὸ τότε ζοῦσε μὲ πολλὴ ταπείνωση, εὐχαριστώντας Τον.
***
Εἶπε ἕνας γέροντας:
Ἂν πέσεις σὲ μία ἁμαρτία καὶ σηκωθεῖς κι ἀρχίσεις νὰ θλίβεσαι καὶ νὰ μετανοεῖς γι᾿ αὐτήν, πρόσεξε νὰ μὴ σταματήσεις τὴ λύπη καὶ τοὺς στεναγμοὺς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὡς τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου. Ἀλλιῶς θὰ πέσεις πάλι γρήγορα στὸν ἴδιο βόθρο.
Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ χαλινάρι, ποὺ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ πέσει.
***
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
– Ἀββᾶ, ἦταν δυὸ ἄνθρωποι, ὁ ἕνας μοναχὸς καὶ ὁ ἄλλος κοσμικός. Μιὰ νύχτα ὁ μοναχὸς ἀποφάσισε νὰ πετάξει τὸ σχῆμα του μόλις θὰ ξημέρωνε. Ὁ κοσμικὸς πάλι ἀποφάσισε νὰ γίνει μοναχός. Καὶ οἱ δυὸ ὅμως πέθαναν τὴν ἴδια νύχτα, κι ἔτσι δὲν πρόφτασαν νὰ πραγματοποιήσουν τὶς προθέσεις τους. Σὰν τί θὰ θεωρηθοῦν ἄραγε;
Καὶ ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε.
– Ὁ μοναχὸς πέθανε σὰν μοναχὸς καὶ ὁ κοσμικὸς πέθανε σὰν κοσμικός. Γιατὶ ἔφυγαν στὴν κατάσταση ποὺ βρέθηκαν.
***
Διηγοῦνταν γιὰ κάποιον γέροντα, πώς, ὅταν οἱ λογισμοὶ τοῦ ἔλεγαν, «Ἄφησε σήμερα, καὶ αὔριο μετανοεῖς», τοὺς πολεμοῦσε λέγοντας: «Ὄχι! Σήμερα θὰ μετανοήσω, καὶ αὔριο ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
***
Εἶπε ἕνας γέροντας:
– Κακία ποὺ δὲν πραγματοποιήθηκε, κακία δὲν εἶναι. Καὶ ἀρετὴ ποὺ δὲν πραγματοποιήθηκε, ἀρετὴ δὲν εἶναι. 

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ: ΟΛΑ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ὅλα προέρχονται ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ ὁ πιστὸς νὰ μὴν ἐπιδιώκει τὴν ἐκπλήρωση τοῦ δικοῦ του, ἀλλὰ τοῦ θείου θελήματος.

Μικρὸς Εὐεργετινός

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Ο ΓΕΡΟ ΠΑΧΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΙΔΙ

Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.

Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή.Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα. 
Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά). 

Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους! 
O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”. 
Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΣΩΖΟΝΤΑΙ ΑΡΑΓΕ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΒΑΠΤΙΣΜΕΝΟΙ; ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ;

Όταν κάποτε επισκέφθηκα τις σπηλιές του Αγίου Όρους, κάποια φορά συνάντησα έναν ασκητή με τον οποίο κάθησα να συζητήσω και να ρωτήσω κά­ποια πράγματα…
Τον ερώτησα λοιπόν, ανάμεσα σε άλλα, αν σώζονται αυτοί που δεν είναι βαπτισμένοι… Κι εκείνος μου είπε:
«Θα σου πω, παιδί μου, τι συνέβη κάποτε, στην Μ. Ασία… Ζούσε, κάποτε, εκεί ένας Τούρκος ο οποίος αγαπούσε πολύ τους Χριστιανούς. Βοηθούσε πάρα πολύ την εκκλησία. Βοήθησε μάλιστα να γίνει κι ένα μοναστήρι… Όπου υπήρχε φτωχός, αυτός έτρεχε και βοηθούσε…
Αλλά, ενώ ήταν ο καλύτερος άνθρωπος -κι απ’ τους Χριστιανούς καλύτερος- δεν είχε βαπτιστεί· δεν είχε αποφασίσει να βαπτιστεί! Το άφηνε για αργότερα…
Κάποια φορά, όμως, πέθανε. Και πέθανε πριν να βαπτιστεί! Ο ηγούμενος του μοναστηριού πολύ στεναχωρέθηκε. Στεναχωρέθηκε, γιατί έφυγε ο άνθρωπος αυτός από τη ζωή, πριν προλάβει να βαπτιστεί… Αλλ’ όμως ήτανε τόσο καλός άνθρωπος ο Χασάν!!…
Έκανε λοιπόν προσευχή πολλή και κάποια μέρα έρχε­ται ένας άγγελος και του λέγει:-Θέλεις να πάμε να δεις, που βρίσκεται ο Χασάν; -Ναι, του είπε ο ηγούμενος…
Τον επήρε λοιπόν ο άγγελος κι ανέβηκαν, ανέβηκαν, ανέβηκαν… κι έφθασαν σ ’ έναν περίλαμπρο Ναό. Άστραφταν όλα εκεί μέσα! Ψαλμωδίες ακούγονταν από παντού… Ο ηγούμενος τα’ χασε. Όταν μπήκε μέσα σ’ αυτόν τον περίλαμπρο Ναό, ξέχασε και τον Χασάν…, τα ξέχασε όλα! Δεν ήθελε να φύγει μέσα από κει!… Αλλά κάποια στιγμή ο άγγε­λος πήγε κοντά του και του είπε:
-Πάμε, λοιπόν, να φύγουμε…
Καθώς έφευγαν, τον ρωτάει ο άγγε­λος:
-Είδες τον Χασάν;
Τότε θυμήθηκε ο ηγούμενος και εί­πε:
-Όχι, δεν τον είδα!
-Δεν τον είδες;
-Όχι, δεν τον είδα!
-Πάμε, λοιπόν, πίσω για να τον δεις…
Μόλις επέστρεψαν, έξω από το Ναό, εκεί πάνω στις σκάλες του, απέναντι στο φως, υπήρχε ένα σκυλί τυφλό, το οποίο καθόταν σαν να λιαζότανε στο φως. Είπε τότε στον ηγούμενο ο άγγελος:
-Αυτή είναι η ψυχή του Χασάν. Δεν καταλαβαίνει που βρίσκεται, δεν βλέπει τίποτα, δεν ακούει τίποτα,… αλλά δεν είναι στο πυρ της Κολάσεως!…
Το ίδιο -μου είπε καταλήγοντας ο Γέροντας- συμβαίνει και με τις ψυχές των αιρετικών. Αν είναι καλοί άνθρωποι, ούτε στη γέενα της Κολάσεως πηγαίνουν, αλλά ούτε και στην τρυφή του Παραδείσου…».

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

ΠΑΡΑΠΟΝΕΘΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΕΒΑΛΕ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΝΑΠΟΔΑ!

Ένας μοναχός ετοίμασε μία εικόνα του Αγίου Νικολάου, για να την δώσει ευλογία σε κάποιον. Την τύλιξε με καλό χαρτί και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, μέχρι να την δώσει...
Αλλά χωρίς να το προσέξει, την έβαλε ανάποδα... Σε λίγο άρχισε να ακούγεται μέσα στο δωμάτιο ένας κρότος. Κοίταζε ο μοναχός από δω, αποκεί, να δει από πού ερχόταν αυτός ο κρότος... «τακ-τακ-τακ»· δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τελικά όταν πήγε κοντά στο ντουλάπι, κατάλαβε ότι ο κρότος έβγαινε από εκεί. Το ανοίγει και βλέπει ότι ο κρότος έβγαινε από την εικόνα. «Τι να έχει η εικόνα; λέει· για να δώ». 

Μόλις την ξετύλιξε, είδε πως ήταν ανάποδα...
Την έστησε όρθια και αμέσως σταμάτησε ο κρότος...
Ο ευλαβής ιδιαίτερα ευλαβείται τις εικόνες. Και όταν λέμε «ευλαβείται τις εικόνες», εννοούμε ότι ευλαβείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όταν έχει κανείς μια φωτογραφία του πατέρα του, της μάνας του, του παππού του, της γιαγιάς του, του αδελφού του, δεν μπορεί να την σχίσει ή να την πατήσει, πόσο μάλλον μια εικόνα! 
Οι Ιεχωβάδες δεν έχουν εικόνες. Την τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες την θεωρούν ειδωλολατρία.
Είπα σε έναν Ιεχωβά μια φορά: «Εσείς δεν έχετε φωτογραφίες στα σπίτια σας;».
«Έχουμε», μου λέει.
«Έ, καλά, η μάνα, όταν το παιδί της λείπει μακριά, δεν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της;». 
«Την φιλάει», μου λέει.
«Το χαρτί φιλάει ή το παιδί της;».
«Το παιδί της», μου λέει.
«Έ, όπως εκείνη, όταν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της, του λέω, φιλάει το παιδί της και όχι το χαρτί, έτσι και εμείς τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».

Από το βιβλίο «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου ΛΟΓΟΙ Β΄»