ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ: ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΨΗΛΑ; ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΙΠΟΤΑ!

Το 1991 επισκέφθηκε ο Γέροντας το Άγιον Όρος μαζί με κάποια πνευματικά του παιδιά. Όταν επέστρεψαν, τον ρώτησαν μερικοί για τις εμπειρίες του από εκεί.
Τους είπε, και τον ρώτησαν σε ποιο Μοναστήρι από αυτά που πήγε ευχαριστήθηκε. Εκείνος απάντησε ότι ευχαριστήθηκε σε δύο μέρη: στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας, όπου είδε τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη κατά την ημέρα της πανήγυρής του και του μίλησε, αλλά και κοντά στον πατέρα Αρτέμιο (κελί Αγίου Νικολάου της Ι. Μ. Αγίου Διονυσίου).
– Ο παπά-Αρτέμιος έδειξε αγάπη. Ο Χριστός είναι αγάπη! Κανείς άλλος δεν με ξεκούρασε.
Εκεί, στον Πατέρα Αρτέμιο, φιλοξενηθήκαμε, μιλήσαμε, κάναμε χαρά.
Μία φορά, είχε πάει ο Γέροντας και δύο πνευματικά του παιδιά σε ένα Μοναστήρι, για να προσκυνήσουν, αφού διαπίστωσε ότι ο Ηγούμενος έλειπε – δεν ήθελε να γίνει γνωστός εκεί. Μετά από αρκετή ώρα, όταν ξεκίνησαν να φύγουν, είδε έναν Μοναχό, ο οποίος έκοβε άρτους.
– Πεινάμε, του είπε. Έχετε κάτι να μας δώσετε να φάμε;
– Δεν μπορώ να σας δώσω, Πάτερ μου, απάντησε εκείνος γιατί δεν είναι ο Γέροντάς μου εδώ και δεν έχω ευλογία. Ναι, αλλά εμείς πεινάμε, επέμενε ο Γέροντας με πόνο.
– Δεν μπορώ να σας δώσω, συνέχισε ο άλλος ανένδοτος.
Στην επιστροφή, είπε ο Γέροντας:
– είχε μέσα πολλά ψωμιά και άρτους και δεν έδωσε. Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Αυτό δεν δείχνει φιλανθρωπία. Επίτηδες το έκανα εγώ, για να δω τη στάση του. (σελ. 32)

– Γέροντα, άμα γίνει πόλεμος με τους Τούρκους, τι θα κάνουμε;
– Ο πόλεμος σήμερα δεν γίνεται με όπλα. Εμάς πάντοτε ο Θεός μας βοηθάει και η Παναγία είναι με το μέρος μας.
– Ναι, Γέροντα, αλλά οι Τούρκοι είναι πιο πολλοί από εμάς.
– Ας είναι! Την ψυχή του Έλληνα, που έχει τον Χριστό και την Παναγία δίπλα οδηγό, τη φοβούνται όλοι. (σελ. 50)

– Για πες μου, παιδί μου, μπορεί ένας άνθρωπος να τα βάλει με τετρακόσιους;
– Αδύνατον, Γέροντα.
– Όταν έχει τη Χάρη του Θεού, μπορεί να τα βάλει και με τετρακόσιους και με όλο τον κόσμο.
Γι’ αυτό θα ζητάς: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και ο πειρασμός θα φεύγει. Έτσι είναι ο «άλλος», έχει δύναμη ίση με τετρακόσιους. Αλλά ο Θεός τον κρατάει σαν ένα σκυλί με αλυσίδα.
Του αφήνει λίγο χαλαρή την αλυσίδα, για να μας δοκιμάζει μέχρι το όριο που αντέχουμε, και, όταν βλέπει ότι εμείς δεν μπορούμε άλλο, τη σφίγγει την αλυσίδα και το γυρνάει. (σελ. 54)

Κάποια φορά, ο Γέροντας «είχε φύγει» από το σώμα του. Όταν επέστρεψε, μετά από ώρες, είπε τι είδε και που πήγε:
– Έλειπα από το πρωί, δεν ήμουνα εδώ. Είχα φύγει από τον κόσμο αυτό, είχα πάει στον άλλο κόσμο.
– Γέροντά μου, μέχρι που πήγες;
– Μέχρι την πόρτα (του Παραδείσου).
– Πώς ήταν αυτή η πόρτα, μεγάλη, μικρή;
– Ο μισός Ουρανός είναι η πόρτα. Αλλά είναι μικρή για τους κακούς, ενώ για τους καλούς είναι ανοιχτή παντοτινά. Εκεί μέσα είναι και ψάλλουν εκατομμύρια Άγγελοι. Να ακούσεις αυτή την ψαλμωδία … δεν λέγεται. Το μυαλό σου χάνεται. Άμα ακούσεις τους Αγγέλους να ψάλλουν, θα σε πάρει ένα νέφος και θα σε ανεβάζει επάνω και συ θα κοιτάζεις και μόνο θα ακούς θα αλλοιωθείς τελείως ψυχικά και δεν θα θυμάσαι κανένα πράγμα της γης.
– Τους είδες, Γέροντα;
– Εγώ δεν μπήκα ούτε στην πόρτα. Απ’ έξω τους έβλεπα και τους κοίταζα και άκουγα τις ωραίες φωνές. Λέω: «Θεέ μου, μη με στερήσεις από τη μεγάλη αυτή χαρά». Γιατί, άμα φτάσει το μυαλό σας στην πόρτα εκεί, θα ακούσετε μιά ψαλμωδία, που δεν έχει γίνει ποτέ εδώ στον κόσμο.
Οι Άγγελοι, βλέπεις, είναι ασώματοι, δεν έχουν την ίδια υφή που έχουμε εμείς. Είναι τόσο γλυκείς και δυνατοί που, άμα ακούσεις χίλιους Αγγέλους να ψάλλουν, χαλάει ο κόσμος από την ακοή που γίνεται με την ψαλμωδία. Λες: «Τι είναι αυτό»; Δεν λέγονται αυτά τα πράγματα, μ’ ακούς; Αλλά βλέπεις ότι είναι άλλα, αυτά είναι αγγελικά και οι Άγγελοι είναι αιώνιοι, δεν είναι προσωρινοί. Δεν είναι κράτος πού ζούνε πεντακόσια, χίλια χρόνια και μετά να πεθαίνουν. δεν πεθαίνουν ποτέ. Είναι αιώνιοι. Εκεί, λοιπόν, είναι κάποιοι που λάμπουν σαν τον ήλιο, όπως η Παρθενία (η πρώην ηγουμένη της Μονής Δαδίου). (σελ. 54-55)

– Γέροντα, λέγονται κάποιες φορές ιστορίες δυσάρεστες για μερικούς μοναχούς στο Άγιον Όρος. Τι γνώμη έχεις;
– Παιδί μου, οι μοναχοί είναι άνθρωποι. Υπάρχουν και καλοί και κακοί. Εμείς θα έχουμε πυξίδα στη ζωή μας τους καλούς, σαν τον Γέροντα Παΐσιο, τον Γέροντα Πορφύριο, τον Γέροντα Ιάκωβο. Δεν είμαστε άξιοι να κρίνουμε κανέναν, ούτε τους κακούς. Μπορεί ένας αμαρτωλός να πει αύριο ένα «ήμαρτον» και να τον συγχωρήσει ο Θεός και να πάει πιο γρήγορα στον Παράδεισο από σένα. Γι’ αυτό, μην κρίνεις. (σελ. 56)

– Γιώργο, να κάνεις προσευχή στον Κύριο να σου δείξει την Κόλαση, όχι τον Παράδεισο, μπας και σωθείς.
– Γέροντα, εσείς την έχετε δει;
– Ναι. Με πήρε Άγγελος Κυρίου και με πήγε, και είδα πως είναι η Κόλαση. Δεν μπορείς να φανταστείς τι γίνεται εκεί κάτω. Νομίζουνε όλοι ότι αυτά είναι παραμύθια. (σελ. 64-65)
Την Ελλάδα ο Θεός την έχει σπίτι δικό Του. Η Ελλάδα είναι το καλύτερο μέρος του κόσμου. Είμαστε ευλογημένοι. Αλλά οι κυβερνήτες τα μπερδεύουν μερικές φορές. Οι κυβερνήτες πρέπει να είναι χριστιανοί εν επιγνώσει, γιατί αλλιώς μπερδεύουν το κράτος. (σελ. 79)

Κατάληψις της Ελλάδος από ξένο κράτος δεν θα γίνει ποτέ! Τόση δύναμη δίνει στην Ελλάδα ο Κύριος τον καιρό του πολέμου, που δεν λέγεται. Δεν θα έρθουν αυτοί μέσα. Το σώμα της Ελλάδος δεν μπορεί να το πάρει κανένα κράτος και να το πάει όπου θέλει. Είναι από πάνω γραμμένα αυτά, δεν είναι από ανθρώπους. (σελ. 79)
Μη φοβάσαι τίποτα! Ξέρεις τι δυνάμεις έρχονται από ψηλά; Δεν τις βλέπεις εσύ. Μη φοβάστε τίποτα!

Διδακτικά και προφητικά αποφθέγματα γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη  

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΛΑΖΑΡΗ

Το διορατικό χάρισμα είναι ή δυνατότητα πού δίνει ο Θεός σε ορισμένους ανθρώπους είτε να βλέπουν τον εσωτερικό κόσμο των άλλων είτε να βλέπουν σε απόσταση αντικείμενα ή γεγονότα, να βλέ­πουν τι γίνεται πίσω από τον τοίχο ή πίσω απ' το βουνό. Και αυτό όχι μόνο επί γης σε οποιαδήποτε απόσταση, Και στην πιο μακρινή, αλλά και σε άλλον πλανήτη. Τα περιστατικά πού ακολουθούν φανερώνουν ότι ο Θεός είχε δώσει αυτό το χάρισμα στον Γέροντα Αμβρόσιο. 

*************

Μια μέρα, ξεκίνησαν για το Μοναστήρι από την Αθήνα δύο γυναίκες. Ή μία γνώριζε τον Γέροντα. Ή άλλη τον επισκεπτόταν για πρώτη φορά Και είχε στο πορτοφόλι τις φωτογραφίες των δύο αγοριών της. Είχε τη μεγάλη επιθυμία να τις ευλογήσει ο Γέροντας. Μόλις μπήκαν στο κελί του, μετά τον χαιρετισμό γύρισε Και της είπε, χωρίς άλλη κουβέντα:
-         Δώσε μου, να σου σταυρώσω τα κλαδάκια σου! ... 
    
*************

Μια Κυριακή, ο Γέροντας ήταν στο Μοναστήρι Και λειτουργούσε. Από το μέρος αυτό έβλεπε τη χειροτονία σε διάκονο ενός πνευματικού του παιδιού στην Κρήτη. Και την ώρα πού τελείωνε ή χειροτονία Και φώ­ναξε ο Επίσκοπος «Άξιος!», βγήκε ο Γέροντας από το Ιερό, στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη Και είπε δυνατά:
- Άξιος! Άξιος! Άξιος! Οι άνθρωποι στο εκκλησίασμα ξαφνιάστηκαν, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αλλά εκείνος μετά τους καθησύχασε:
Αυτή την ώρα χειροτονείται ένα δικό μου παιδί Και φώναξα κι εγώ, ήταν τα λόγια του. 

*************

Ένας άνδρας από τη Ρόδο συνήθιζε να γονατίζει από σεβασμό, όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Γέροντα. Άλλα μια μέρα πού τον είχε πάρει να ζητήσει ευχή για τον ίδιο Και για το παιδί του, τον άκουσε να ρωτά:
- Δεν μου λες, ποιος είναι πίσω σου, στο δεξιό μέρος; Ό άνθρωπος κοίταξε, αλλά δεν είδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ε; Δεν είναι ο Κύριος;
Ό άλλος τότε πρόσεξε. Υπήρχε όντως στον τοίχο μία εικόνα του Κυ­ρίου εσταυρωμένου.
- Ναι, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ε, απ' Αυτόν να ζητάς την ευχή Και την προστασία Και σ' Αυτόν να γονατίζεις Και να προσεύχεσαι, του απάντησε από το Δαδί εκείνος, πού, εννοείται, δεν ήξερε τίποτε για το πώς συμπεριφέρεται ο άνθρωπος ή για το πως είναι διαμορφωμένο το εσωτερικό του σπιτιού του.

*************

Κάποτε επισκέφτηκε το Μοναστήρι μια συντροφιά από τη Χαλκίδα. Μεταξύ αυτών ήταν και μία γυναίκα, ή οποία πολύ ευλαβείτο τον Γέ­ροντα. 
Κάποια στιγμή μπήκαν στο κελί του, περιγελώντας και αμφισβητώντας τον, ο άνδρας της κι ένας φίλος του. Ή γυναίκα περίμενε απ' έξω με μεγάλη ανυπομονησία. Όπως μπήκαν, έτσι και βγήκαν. Γελού­σαν και ειρωνεύονταν.
Αυτή απόρησε. Και μπήκε μέσα, να δείτε είχε συμβεί. Ό Γέροντας της είπε:
-         Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Ήρθαν χωρίς διάθεση. Κούτσουρα ήρθαν και κούτσουρα έφυγαν. 
     
*************

- Μια μέρα τον επισκέφθηκαν τέσσερις νέοι, τρεις Έλληνες Και ένας κα­τά το ήμισυ Έλληνας Και κατά το άλλο ήμισυ Γάλλος. Μπήκε πρώτος στο κελί του ο ένας Έλληνας, στον όποιο ο Γέροντας είχε μεγάλη αγάπη.
- Γέροντα, ευλογείτε. Έχω έλθει με κάποιους φίλους μου. Να περάσουν;
- Όχι. Να φέρεις τον Στέφανο πρώτα.
-Ποιόν Στέφανο; είπε ο άνθρωπος απορώντας και βγήκε να βεβαιωθεί. Επέστρεψε σε λίγο.
Δεν υπάρχει Στέφανος, Γέροντα.
Βρε, φέρε τον Στέφανο μέσα, έκανε χαμογελώντας ο παππούς, και μπήκε τελικά ο Έτιέν (έτσι λέγεται ο Στέφανος στα γαλλικά), έμει­νε για ώρα μόνος του με τον Γέροντα Και βγήκε έπειτα κλαίγοντας.
- Μου ανέλυσε όλη μου τη ζωή, από τότε πού γεννήθηκα μέχρι τώρα, πρόλαβε να πει ο άνθρωπος κι απομακρύνθηκε να μείνει μόνος με τις αποκαλύψεις πού του είχαν γίνει. 

*************

Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας Και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευ­τες στερήσεις Και δυσκολίες, όμως με μια μοναδική αξιοπρέπεια. Ή κυρα-Βασιλική.
Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με τη σορό της ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα Και κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. Ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της Και συζη­τούσαν για τα βάσανα πού είχε περάσει, όταν ξάφνου ευωδίασε ο τό­πος· χιλιάδες άνθη Και λουλούδια να υπήρχαν, δεν θα μύριζαν τόσο. Παραξενεύτηκαν Και απόρησαν. Δεν είχαν εξήγηση.
Ανάμεσα σ' εκείνους πού τη συνόδευαν ήταν κι ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα Αμβρόσιου, πού λίγες μέρες μετά πήγε και του ανέφερε το γεγονός. Του είπε μόνο πώς μια γυναίκα πέθανε Και ευωδίασε ο τόπος. Εκείνος στην αρχή έμεινε σιωπηλός. Έπειτα μπήκε στο δωμάτιο του, έμεινε για λίγο και επέστρεψε.
- Αυτή αγίασε, απάντησε. Και ξέρεις τον λόγο; Γιατί ποτέ στη ζωή της δεν παραπονέθηκε. Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο Θεός, για να γεμί­σει τον Παράδεισο Και να κάνει τη Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες;

*************

Ένας γιατρός, μετά από κάποια επίσκεψη του στο Μοναστήρι, όπου είχε ακούσει τον Γέροντα να του λέει πολλά για τη ζωή του, αναρωτιό­ταν αν αυτά ήταν αληθινά ή του τα έλεγε για ευχές. Βγήκε έξω ζαλι­σμένος. Συνάντησε μια μοναχή και της εξέφρασε ψιθυριστά την αμφι­βολία του:
- Αδελφή, ο Γέροντας τα λέει αυτά προφητικά ή τα λέει για να τα πει;
- Μα, τι είναι αυτά πού ακούω; αναπήδησε ξαφνιασμένη ή μοναχή.
- Συγγνώμη, αλλά καμιά φορά μπαίνει μέσα μας ή αμφιβολία, είπε αυτός και επέστρεψε σε λίγο να πάρει την ευχή του πριν φύγει.
- Γεια σου, Γέροντα, ήρθα να σε χαιρετήσω και να φύγω.
- Ποιος είσαι εσύ; τον άκουσε τότε να του λέει.
- Τι ποιος είμαι, Γέροντα; Ό γιατρός είμαι, πού μιλάγαμε πριν από λίγο, είπε ο άνθρωπος και σκέφτηκε πώς ο παππούς είναι κουρασμένος ή πώς άρχισε να «πέφτει» Και δεν θυμάται.
- Και τι ήρθες να κάνεις εδώ; επέμενε ο Γέροντας.
- Να πάρω την ευχή σου.
-Όμως γιατί ήρθες σ' ένα Γέροντα πού τα λέει στην τύχη; είπε κοιτάζον­τάς τον κατευθείαν στα μάτια. Μα ξέρεις πώς όσα λέω δεν είναι δικά μου. Αυτός τα λέει. (Και του έδειξε την εικόνα του Κυρίου.) Δεν τα λέω εγώ.

*************

Ό Γέροντας αγαπούσε πολύ τα παιδιά Και λυπόταν, εάν κάποιο πο­νούσε ή υπήρχε περίπτωση να χαθεί.
Έτσι, όταν τον επισκέφθηκε κάπο­τε μια οικογένεια, γύρισε στον 12χρονο γιο και του είπε:
- Καλός είσαι. Πας στην εκκλησία;
- Πάω.
- Εξομολογείσαι;
- Εξομολογούμαι.
- Ά, καλά. 'Αλλά στα μπαράκια μην ξαναπάς. 
Πώς δεν πάει; επέμενε ο Γέροντας.
- Έχει πάει δύο φορές κι ετοιμάζεται να ξαναπάει. Κι όπως στράφηκε προς το παιδί, εκείνο είπε με συστολή:
-Έ... Γέροντα, με πήγαν, εγώ δεν...
- Όποτε άρχισε αυτός να τους νουθετεί και να λέει για τα νυχτερινά κέντρα πώς είναι ο τόπος ταφής των νέων. 
«Εκεί ο διάολος είναι ακρά­τητος Και σκορπά θάνατο», τόνισε χαρακτηριστικά.

*************

Ένα πούλμαν με εκδρομείς κατευθυνόταν προς τις κατασκηνώσεις του Παρνασσού.
Περνώντας από τη Μονή Δαδιού, έκαναν μια σύντομη στάση Και εκεί συνάντησαν τον Γέροντα.
Αφού προσκύνησαν την Πα­ναγία, τον πλησίασαν κι εκείνος τους μίλησε.
Επέμενε πολύ στη μετά­νοια, στην εξομολόγηση Και στη θεία Κοινωνία.
Κάποιος όμως απ' τους επισκέπτες άρχισε να βρίζει τους ιερείς Και να λέει μεταξύ άλλων:
- Εσείς οι παπάδες πρέπει να εξομολογείστε και να μετανοείτε, πού κάνετε τόσα.
Αλλά τότε ο Γέροντας γύρισε προς το μέρος του, χτύπησε τη μαγκούρα που κρατούσε στο έδαφος και του είπε έντονα:
- Εσύ τολμάς να μιλάς έτσι για τους παπάδες, πού πέθανε ο αδελφός σου και αδίκησες την οικογένεια του;
Ό άνθρωπος ταράχτηκε, κοκκίνισε, δεν άνοιξε πάλι το στόμα του και βγαίνοντας απ' το Μοναστήρι πήγε στην πηγή με το κρύο νερό πού τρέ­χει και δροσίζει τους περαστικούς, για να βρέξει το πρόσωπο του Και να συνέλθει.
Στο μεταξύ, ο Γέροντας πλησίασε κάποιον άλλον επισκέπτη, τον αγκάλιασε και του είπε:
-Εσύ είσαι καλός άνθρωπος. Έλα όμως να σου πω κάτι, να το διορ­θώσεις και τον πήρε παράμερα και τον συμβούλεψε.

*************

Πήγε ο Γέροντας σε κάποιο Μοναστήρι μ' ένα νέο ιερέα, πνευματικό του παιδί, για να προσκυνήσουν.
Στο αρχονταρίκι πού κάθισαν, υπήρχε μία παλιά φωτογραφία μοναχών της Μονής.
Την ώρα πού έπιναν τον καφέ έπιασε τη φωτογραφία και του είπε στο αυτί, δείχνοντας ένα μοναχό από τους 20 περίπου πού εικονίζονταν:
- Τους βλέπεις; Μόνο αυτός σώθηκε.

*************

Ένας άνδρας έκανε στη γυναίκα του για κάποια περίοδο μια ιδιαίτε­ρη γκριμάτσα, κοροϊδευτική, πού πολλές φορές μετά το ξεχνούσε. Φθά­νοντας μια μέρα στο Μοναστήρι, πήγε μπροστά του ο Γέροντας και άρχισε συνέχεια να του κάνει την ίδια γκριμάτσα, την οποία έκανε αυτός στη γυναίκα του.
- Σου αρέσει; τον ρώτησε μετά γελώντας.

*************

Το 1990, στη διάρκεια μιας θείας Λειτουργίας ζήτησε από ένα πνευματικό του παιδί πού τον είχε επισκεφθεί στο Μοναστήρι να διαβάσει κατά την ώρα της Προθέσεως τα ονόματα των ανθρώπων, τους οποίους ο συγκεκριμένος νέος (μετέπειτα κληρικός) είχε φέρει να διαβαστούν και ευλογηθούν - τους γνώριζε προσωπικά, "Άρχισε, λοιπόν, αυτός να τα διαβάζει.
Μόλις όμως έφτασε σε μια οικογένεια πού είχε 4 παιδιά Και περνούσε δυσκολίες, ο Γέροντας, χωρίς κανείς να τον έχει πληροφορήσει σχετικά, είπε ξαφνικά:
- Τώρα εδώ σταματάμε. Αυτός ο πατέρας και αυτή ή μάνα έχουν με­γάλη ανάγκη. Πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή. 'Ά, μεγάλη ανάγκη εδώ!

*************

Κάποτε, ένα άλλο πνευματικό του παιδί είχε τα ονόματα πού επρό­κειτο να διαβαστούν γραμμένα σ' ένα χαρτί, ζώντες και κεκοιμημένους. Όταν βγήκε ο Γέροντας στην Ωραία Πύλη, επειδή δεν έβλεπε καλά, του έδωσε το χαρτί να διαβάσει. Εκείνος ξεκίνησε με τους ζώντες. Όταν όμως τελείωσαν οι ζώντες, δεν έκανε μια παύση, ώστε να πει ο Ιερέας «έτι δεόμεθα υπέρ των κεκοιμημένων αδελφών...», αλλά πήγε αμέσως στους κεκοιμημένους.
- Στοπ! του φώναξε τότε ο Γέροντας, πού και δεν έβλεπε το χαρτί, ώστε να τους ξεχωρίζει, Και δεν γνώριζε κάτι για την κατάσταση του καθενός.
Κι αφού διάβασε τη δέηση υπέρ των κεκοιμημένων, έκανε νόημα στο πνευματικό του παιδί ν' αρχίσει να διαβάζει τα ονόματα τους.

*************

Μια φορά, ένας νέος επιστήμονας έδωσε χρήματα από τον μισθό του, πού μόλις είχε πάρει, σε κάποιον ο όποιος είχε ανάγκη. Δεν είπε πουθε­νά το παραμικρό για την ενέργεια του Και ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Εκεί ο Γέροντας, μόλις τον είδε, του είπε:
- Αυτά πού έδωσες ή Παναγία θα στα δώσει πίσω. Ή Παναγία χαίρεται και ότι δίνεις θα στο επιστρέφει. Αυτό να ξέρεις στη ζωή σου.
Και πράγματι, το ίδιο ακριβώς ποσόν πού είχε προσφέρει ο άνθρω­πος το έλαβε πίσω μετά από δύο μέρες μ' έναν εντελώς αναπάντεχο τρό­πο από ένα «τυχαίο» κέρδος.

*************

Όταν νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό», ένα πρωί ή νοσηλεύτρια του έφερε τα φάρμακα του. Όμως εκείνος έβρισκε αφορμή Και καθυστε­ρούσε να τα πάρει. Δεν έδειχνε απροθυμία, αλλά με γλυκό τρόπο το απέφευγε.
Αφού πέρασε μισή ώρα περίπου, έφθασε ή ίδια νοσηλεύτρια σε κατά­σταση πανικού Και ρώτησε το πνευματικό του παιδί, το όποιο βοηθούσε τον Γέροντα, αν πήρε τα χάπια του. Όταν πήρε αρνητική απάντηση, είπε ανακουφισμένη:
- Ευτυχώς, γιατί ήταν άλλου ασθενούς. Έκανα λάθος Και αυτά πού του είχα φέρει ήταν βαριά φάρμακα. Τους έδωσε τα δικά του, Και αυτή τη φορά ο Γέροντας τα πήρε αμέ­σως, χωρίς να φέρει εμπόδιο.

*************

Κάποια φορά, εξηγούσε σε μια συντροφιά το σημείο στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο, οπού αναφέρει ότι «είναι αδύνατον, μέσα στον διεφθαρ­μένο και πονηρό αυτό κόσμο, να μην έρθουν τα σκάνδαλα και οι πειρα­σμοί» (Κεφ. 12 ' ). Με το πού το άκουσε αυτό ένα πνευματικό του παιδί, του γεννήθηκε στο μυαλό ή απορία «γιατί είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα». Και μάλιστα τόσο έντονα το σκεφτόταν, ώστε έπαψε να πα­ρακολουθεί την εξήγηση του Ευαγγελίου. Άλλα τότε ο Γέροντας στα­μάτησε ξαφνικά τον λόγο, γύρισε προς το μέρος του Και του είπε με έμφαση, αφού είχε διαβάσει τη σκέψη του:
- Είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα γι' αυτούς τους λόγους.
Τους οποίους λόγους εξήγησε, λύνοντας έτσι την απορία του, Και μετά συνέχισε την ερμηνεία του Ευαγγελίου.
*************

Στο ίδιο Μοναστήρι, λίγο νωρίτερα είχαν συναντήσει την ώρα πού πήγαν να μπουν έναν άντρα γύρω στα 65 με 70, ο όποιος με το πού τον είδε του είπε:
- Την ευχή σου, Γέροντα.
- Εσύ τι κάνεις; τι είσαι εσύ εδώ; γύρισε αμέσως και τον ρώτησε εκείνος.
- Εγώ βοηθάω το Μοναστήρι Και μένω εδώ, αλλά δεν είμαι μοναχός.
- Όχι, να γίνεις μοναχός. Να βάλεις το ράσο, για να σωθείς.
- Γέροντα, εγώ τι να σωθώ; Εντάξει είμαι εδώ πέρα, βοηθάω τους Πατέρες κ.λπ.
- Ακούς τι σου λέω; Να βάλεις το ράσο σου, να μπεις στο Μοναστή­ρι, για να σωθείς.
-Έ, τι να βάλω εγώ σε τέτοια ηλικία; επέμενε ο άλλος.
Όποτε τον πλησίασε Και του είπε κάνοντας την κίνηση με την παλά­μη, βάζοντας την στον λαιμό του:
- Δεν μου λες, πόσους έσφαξες στην Κατοχή;
Ό άλλος κοκάλωσε. Άρχισε ν' αλλάζει χρώματα. Έσκυψε το κεφάλι Και 'ίσα πού μπόρεσε ν' αρθρώσει:
- Καλά, Γέροντα, ευλόγησαν.
Μετά πήγε πίσω από τον ιερέα πού συνόδευε τον Γέροντα και κάποια στιγμή τον ρώτησε με αγωνία:
- Ποιος είναι αυτός;
- Άστο τώρα. Κάνε ό,τι σου είπε και άστο. Μη μιλάς καθόλου, του είπε εκείνος.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ: "ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΥΜΕΝΑ"

Θέλω, παιδιά μου, να μιλήσω για την εποχή πού διερχόμεθα εμείς, οι τελευταίοι άνθρωποι του 20ου αιώνα. Ό αιώνας αυτός, δυστυχώς για τον Χριστιανισμό, έχει αλλάξει ήθη και έθιμα, έχει αλλάξει παραδόσεις, έχει χαλαρώσει τόσα πολλά στους Έλληνες χριστιανούς, οι όποιοι είχαν απτές αποδείξεις ότι ή μεγάλη δύναμις του Παντοδυνάμου θεού προστάτευε το Έθνος των Ελλήνων.
Πριν από πενήντα χρόνια οι άνθρωποι την πίστη τους την κρατούσαν, φύλαγαν την τάξη και είχαν ακέραια την αγάπη προς τον θεό και προς τον άνθρωπο. Δεν γίνονταν αυτά τα παρατράγουδα πού βλέπουμε σήμερα, παιδιά μου, μέσα στην ελληνική οικογένεια, χωρίς σοβαρές υποθέσεις και σοβαρά προβλήματα να γίνεται ή διάλυση της ελληνικής οικογένειας. Γιατί, παιδιά μου, φτάσαμε σ’ αυτό το κατάντημα; Γιατί πέρασαν έθνη από εδώ και μάς δίδαξαν τα ήθη και τα έθιμά τους, εμείς τα ακούσαμε, τα ακολουθήσαμε και αφήσαμε τα δικά μας. Πρώτα την πίστη, πού είχαν οι προπάτορές μας, την αγάπη, την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, τη σταθερότητα την ειλικρίνεια, πού έπρεπε να έχει ό άνθρωπος στην καρδιά. τότε αγαπούσε ό ένας τον άλλο. Μέσα στο κάθε χωριό δεν υπήρχαν προβλήματα, όπως βλέπεις τώρα, πού δεν υπάρχει καμιά συνεννόηση μεταξύ των χριστιανών. Υπήρχε αγάπη μεγάλη. Αγαπούσαν οι άνθρωποι τον θεό και μεταξύ τους αγαπιούνταν.
Αλλά σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα και, δυστυχώς, βρισκόμαστε σε μία καμπή δύσκολη, παιδιά μου. Δύσκολη καμπή από ασφάλειας, από έποψη ειλικρίνειας και πίστεως προς το Θεό.
Ό καθένας από εμάς σηκώνει και μία σημαία δική του δεν υπολογίζει τίποτα. Και βλέπεις αυτό το κατάντημα το σημερινό τού ανθρωπίνου γένους, του ελληνικού γένους. Να μη σάς για τούς άλλους, οι άλλοι βαδίζουν μέσα στο σκοτάδι. Αλλά οι Έλληνες, πού μέχρι τινός είχαν και κρατούσαν το φώς, τη λαμπάδα τού φωτός πού ανέδιδε απ’ τον Ουρανό και από την πίστη προς τον θεό;
Αλλά φαίνεται, παιδιά μου, ότι βρισκόμαστε σε μεγάλες εκπλήξεις Και κατά την Γραφή και κατά τις παραδόσεις της χριστιανικής πορείας από εδώ και πέρα πρέπει να περιμένουμε σοβαρές αλλαγές και πολύ σοβαρές καταστάσεις. Διότι πλησιάζουμε το τέλος και αυτά είναι προφητευμένα. Θα γίνουν όλα, όσα προφητεύουν οι μεγάλοι άνδρες της Εκκλησίας και όσα ό Κύριος έχει αποκαλύψει. θα έλεγα, παιδιά μου, με μια μεγάλη ευχή, εμείς οι τελευταίοι άνθρωποι να μη βρεθούμε σ’ αυτόν τον κυκλώνα να μη βρεθούμε σ’ αυτό το κατάντημα το φοβερό.
Για να γλιτώσουμε κι εμείς από την τελεία καταστροφή, αν θελήσουμε όλοι μας, είναι καιρός ακόμα να μπορέσουμε να βρούμε τον δρόμο μας, τον δρόμο της επιστροφής. Ό δρόμος της επιστροφής είναι ή μετάνοια και ή επιστροφή μας προς τον Χριστό. Εκεί θα βρούμε μόνο παρηγοριά και ζωή αιώνιο, πού μάς υπόσχετε ό Δημιουργός. Ό θεός ό ίδιος, πού ήρθε στη γη για να σώσει τον άνθρωπο, μάς άνοιξε τον δρόμο για τον Ουρανό. Δυστυχώς όμως, παιδιά μου, ένα 20-30% σκέπτεται ότι ή πορεία ότι η πορεία μας δεν είναι εδώ, σ’ αυτή τη ζωή. Ό δρόμος μάς ταξιδεύει και τρέχει ολοταχώς προς τον Ουρανό, γιατί εκεί είναι ή πατρίδα μας, όπως μάς παραγγέλλει ό θείος Απόστολος Παύλος.
Ό άνθρωπος αυτός περιήλθε τότε όλη τη γη και αναμόρφωσε τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων, από άγριους τούς έκανε να είναι πρόβατα. «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, άλλά την μέλλουσαν έπιζητούμεν». (Έβρ. ιγ’ 14). Δεν είναι εδώ ή πατρίδα μας. Έδώ είμαστε περαστικοί. Ήλθαμε, είδαμε και παρήλθαμε. Αλλά πρέπει έδώ να αφήσουμε κάποιο σημάδι στο πέρασμά μας. Όλοι μας! Και ποιό είναι αυτό το σημάδι, παιδιά μου; Είναι ή μεταξύ μας αγάπη, ή ειλικρίνεια, ή πίστη, ή αλήθεια και ή δικαιοσύνη. Γιατί, βλέπετε, μέσα σ’ αυτό το πέρασμα έχουμε και έναν εχθρό του ανθρωπίνου γένους, πού έρχεται και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να κατακτήσει τη γη. Ή γη είναι του Ουρανού και του θεού, αλλά για ένα διάστημα θα κυριαρχήσει κι αυτός, θα περάσει από τη γη και αλίμονο στους ανθρώπους πού θα βρεθούνε την εποχή εκείνη.
Ναι, έρχεται αυτός και μάς σερβίρει έναν καινούριο νόμο. Όχι αυτόν πού μάς προσφέρει ό Κύριος, την αγάπη, την ειρήνη, τη χαρά, την υγεία, τη μακροθυμία, τη χρηστότητα, την αγαθοσύνη, την πραότητα, την πίστη, την εγκράτεια, τα χαρίσματα τού θεού δηλαδή, τον νόμο του θεού. Αλλά μάς σερβίρει κάποιον άλλο νόμο. Ό άλλος νόμος αυτός είναι: όχι αγάπη, αλλά μίσος, όχι ειλικρίνεια, αλλά ψευτιά, όχι αλήθεια, αλλά συκοφαντία, κακία, αδικία, πλεονεξία, φιλαργυρία και φόνοι! Ποιος θα το πίστευε, μέσα στην Ελλάδα να περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες και να μη γίνουν δύο, τρεις και πέντε φόνοι! Ποτέ δεν γινόταν αυτό. Να πού εκπληρώνεται ή προφητεία, ότι οι άνθρωποι τού καιρού εκείνου δεν θα υπολογίζουν τον άνθρωπο εις καμίαν αξιών.
Αλλά όλα αυτά πού βλέπετε είναι γεγραμμένα. Τα διαβάζουμε και παρέρχονται απαρατήρητα, δυστυχώς, γιατί εμείς, οι τελευταίοι άνθρωποι, δεν προσέχουμε και πολύ. «Έ, έτυχε κάτι να γίνει στην Αθήνα, κάτι να γίνει στη Θεσσαλονίκη, ίσως να γίνει…». Όμως είναι γεγραμμένα και θα περάσουν όλα τα γεγονότα εκείνα, όπου έρχεται αυτός ό φοβερός δαίμων, πού σάς λέγω, να κυριαρχήσει επί της γης και να καταστήσει το βασίλειό του παγκόσμιο.
Και αυτός ό κυρίαρχος θα είναι ό αντίχριστος, πού έρχεται να βασιλέψει για λίγο διάστημα, θα είναι ό καταστροφέας της ανθρωπότητας, θα ανατρέψει το Σύμπαν, θα επιβάλει βία, για να τον προσκυνήσουν οι άνθρωποι. Για τρία χρόνια δεν θ’ αφήσει τίποτα όρθιο, όταν έρθει ό χρόνος. Αλλά λίγο θα είναι το πέρασμά του, για να δείξει και αυτός εκείνα πού έχει μες στην καρδιά του, την κακία δηλαδή. Γιατί έρχεται ό Κύριος και θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα, θα καθαρίσει άπαξ διά παντός και θα φέρει την τάξη την καινούρια, την αιώνια, πού θα είναι τάξη ασάλευτη, μέσα από το χέρι του Δημιουργού πού έπλασε τον άνθρωπο και έκτισε τον Ουρανό και τη γη.
Όμως, για να βρεθούμε κι εμείς, παιδιά μου, σε μια πορεία τέτοια, θέλει λίγο να προσπαθήσουμε, ό καθένας με τη θέληση τη δική του, να αφήσουμε τις μικροδιαφορές μας, να αφήσουμε τα μικρά μας ελαττώματα, να αφήσουμε τούς εγωισμούς.
Και έχουμε ανάγκη αυτή την ώρα από λίγη αγάπη μεταξύ μας, λίγη αγάπη χριστιανική πού θα μένει αιώνια και θα είναι ή πορεία προς τον Ουρανό — με τον τρόπο αυτόν, της αγάπης. Γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος να βαδίζουμε. Οι δρόμοι πού ακολουθούμε σήμερα είναι παράξενοι και δεν μάς κατευθύνουν προς τον Ουρανό.
Να μη μάς λείπει όμως και ή φιλανθρωπία. Μαζί με την αγάπη, και ή φιλανθρωπία. Μεταξύ μας, αδελφοί μου. Όποιοι έχουν τας δυνάμεις, να βοηθούν τούς αδυνάτους. Γιατί, κατά το παράγγελμα του θεού, οι χριστιανοί είναι όλοι αδελφοί εν Χριστώ. Εκείνη την ημέρα, της Κρίσεως, δεν θα υπάρχει πλούσιος και φτωχός.
Όλοι θα είναι στην ίδια μοίρα αλλά ο καθένας με το έργο, το οποίο θα έχει διαπράξει επί της γης. Και όποιος κατορθώσει να κάνει περισσότερες καλοσύνες, εκείνος θα είναι στην κορυφή- οι άλλοι θα είναι πιο χαμηλά. Δεν ξέρω αν ακολουθείται αυτή ή τακτική, πού μάς την παρέδωσε ή άγια Εκκλησία του θεού, όταν ό Κύριος ετοιμαζόταν να φύγει από τη γη, και είπε: «Αφήνω διαδόχους επί της γης. θέλω να μεριμνάτε, να φροντίζετε και να βοηθάτε τον λαό».
Τέλος, να σάς πω δύο λόγια και για το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως. Με το Μυστήριο της Εξομολογήσεως, όταν πάει ό άνθρωπος στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί, δύο πράγματα κερδίζει- το πρώτο είναι ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες του και το δεύτερο ότι συμβουλεύει ό Πνευματικός: «Παιδί μου, από δω και πέρα θα πας στον δρόμο τον ευθύ. Μην πας στον γκρεμό και τσακίζεσαι, μην πας εκεί πού είναι ό ψυχικός θάνατος, δηλαδή ή αμαρτία». Και τότε, αν ακολουθήσουμε την πορεία αυτή κι εμείς, να είστε βέβαιοι, παιδιά μου, ότι θα έχουμε τη θέση και την τάξη πού είχανε οι πατέρες μας και οι πρόγονοι και οι άνθρωποι πού φύλαξαν τη χριστιανική πορεία με ακρίβεια και με αγάπη.
Σάς ευχαριστώ πολύ πού είχατε την επιμονή και την υπομονή να με ακούσετε γι’ αυτά τα ολίγα.