ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

ΓΕΡΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ: ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ ΜΕ ΦΙΔΙΑ, ΑΡΚΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΛΑΓΟΥΣ!

Θαυμαστή συγκατοίκηση μέ φίδια, ἀρκοῦδες καί λαγούς!
Ἐξαίσιες διηγήσεις ἀπό τήν ἀσκητική ζωή
τοῦ γέροντα Βασιλείου τοῦ Καυσοκαλυβίτη

ΜΕΡΟΣ Β'
Τοῦ Διονύση Μακρῆ

«Ἕνα φίδι, ἕνα φίδι. Πάτερ ἕνα τεράστιο φίδι χώθηκε μέσα στήν ἀποθήκη μέ τά ἐργαλεῖα» φώναξε τό νεαρό παλικάρι ἀπό τό Λουτράκι. Τό πρόσωπό του ἦταν κατακόκκινο ἀπό τό φόβο του. Ὁ γέροντας Βασίλειος ὁ Καυσοκαλυβίτης πετάχτηκε σάν ἀστραπή ἔξω ἀπό τό κελί του. Ὁ νεαρός ἔντρομος τοῦ εἶπε: «Συγνώμη γέροντα δέν τό πρόλαβα. Πῆρα τό φτυάρι νά τό χτυπήσω ἀλλά ἐκεῖνο θαρρῶ πῶς μπῆκε μέσα στήν ἀποθήκη σου. Ἦταν σχεδόν δύο μέτρα»!
-Τί ἔκανες βρέ ἀθεόφοβε; Ἐλπίζω νά μήν τό χτύπησες. Εἶναι ἡ  ὥρα νά φάει γι’ αὐτό ἐρχόταν, εἶπε ὁ π. Βασίλειος.
-Μά...  δέν ἤξερα, ψιθύρισε ὁ νεαρός ἔκπληκτος ἀπό τήν ἀντίδραση τοῦ γέροντα καί ταυτόχρονα ἔσκυψε τό κεφάλι.
- Καλά –καλά, μήν στεναχωριέσαι. Ἔλα νά τό ψάξουμε μαζί. Εἶναι πολύ φιλικό. Ἔλα βρέ εὐλογημένε νά σέ συστήσω στό φίλο μου.
-Δέν θέλω γέροντα, δέν θέλω. Ξέρεις ἀπό μικρό παιδί φοβᾶμαι πολύ τά φίδια.

Ὁ γέροντας δέν ἀπάντησε. Ἔσκυψε πῆρε ἕνα τενεκεδάκι κι ἄρχισε νά τό χτυπᾶ ρυθμικά πηγαίνοντας κοντά στήν ἀποθήκη. Γιά δέκα λεπτά ἔκανε τό ἴδιο χωρίς νά μιλᾶ. Στή συνέχεια πῆγε στό μικρό μπαξέ πού διατηροῦσε καί ἔκανε πάλι τό ἴδιο.
Καί ξαφνικά ἀπό ἕνα θάμνο πού βρισκόταν κοντά στήν ἀποθήκη ἄρχισε νά βγαίνει τό φίδι. Ἦταν καφέ καί ἄσπρο.
-Ἔλα εὐλογημένο κι ἀνησύχησα. Νόμιζα πώς τραυματίστηκες. Ἔλα νά σέ γνωρίζω στό Βαγγέλη. Εἶναι καλό παιδί, ἀλλά λίγο τό φόβισες. Ἔλα νά τοῦ δείξεις πόσο ἀγαπᾶς τήν Παναγία μας. Νά τοῦ μάθεις νά κάνει καί καμιά μετάνοια, μήπως δεῖ καμιά προκοπή στή ζωή του, εἶπε χαμογελώντας ὁ γέροντας, ὁ ὁποῖος κατά κοινή ὁμολογία αὐτῶν πού τόν γνώρισαν εἶχε πάντοτε πολύ χιοῦμορ... 

Τό φίδι ἀκολούθησε τόν γέροντα μέχρι τήν αὐλή τοῦ κελιοῦ. Ὁ Βαγγέλης εἶχε μαζευτεῖ στήν πόρτα, ἕτοιμος νά μπεῖ μέσα ἄν κάτι πήγαινε στραβά.  Ὅλα αὐτά πού ἔβλεπε τά θεωροῦσε ἐντελῶς ἀλλόκοτα. Πρώτη φορά ἔβλεπε ἕνα τεράστιο φίδι, νά ἀκολουθεῖ σάν ὑπάκουο σκυλάκι ἕναν παράξενο καλόγερο. Κι αὐτό ἀκριβῶς τοῦ ἐνίσχυε τό φόβο του.
-Φέρε βρέ εὐλογημένε λίγο γάλα. Κόψε καί μία φέτα ψωμί. Καί ἔλα νά σοῦ γνωρίσω ἕναν καλό φίλο, εἶπε χαμογελώντας  ὁ γέροντας.

Ὁ Βαγγέλης ἀμέσως ἀνταποκρίθηκε στήν ἐντολή του. Ἄλλωστε, θεωροῦσε πώς ἦταν καλύτερο νά εἶναι μέσα στό κελί ἀπό τό νά παραμείνει στήν αὐλή μαζί μέ τόν γέροντα καί τό τεράστιο φίδι. Βγαίνοντας ἔξω μέ τό γάλα καί τό ψωμί, βρέθηκε μπροστά σέ μία εἰκόνα πού δέν πρόκειται ποτέ νά λησμονήσει στή ζωή του. Τό φίδι ἦταν κουλουριασμένο στά πόδια  τοῦ γέροντα κι ἐκεῖνος στοργικά τό χάιδευε στό κεφάλι.

-Ἔλα, ἔλα Βαγγέλη νά δεῖς τί μετάνοιες κάνει στήν Παναγία μας. Νά πάρε καί τό κεσεδάκι καί βάλε λίγο γάλα. Τρίψε καί λίγο ψωμάκι καί ἀκούμπησέ το ἐκεῖ στήν ἄκρη.
-Γέροντα εἶσαι σίγουρος ὅτι δέν θά μέ πειράξει;
-Ὄχι εὐλογημένε γιατί νά σέ πειράξει. Πλασματάκι τοῦ Θεοῦ εἶναι κι αὐτό.
-Νά, γιατί πῆγα προηγουμένως νά τό σκοτώσω. Δέν ἤξερα ὅτι τό ἔχεις σάν κατοικίδιο;
- Μήν φοβᾶσαι. Νά ἔλα νά τό χαϊδέψεις γιά νά λυθεῖ ἐπί τόπου ἡ παρεξήγηση.
-Θά ἀστειεύεσαι γέροντα. Καί πού τό βλέπω τόσο κοντά τρομάζω, ὄχι καί νά τό χαϊδέψω.
-Καλά, καλά.

Τό φίδι ἀφοῦ ἔφαγε ἀπό τό τενεκεδάκι τό ψωμί καί ἤπιε τό γάλα στεκόταν καί κοιτοῦσε τό γέροντα σάν νά τοῦ μιλοῦσε, σάν νά τόν εὐχαριστοῦσε.
-Τήν Παναγιά μας νά εὐχαριστεῖς εὐλογημένο, τήν Παναγιά μας εἶπε ὁ γέροντας.
Καί τότε τό φίδι ἄρχισε ρυθμικά νά σηκώνει τό κεφάλι καί νά τό κατεβάζει, λές καί ἔκανε μετάνοιες. Ἔπειτα γύρισε καί ἔφυγε πρός τό μέρος τοῦ μικροῦ κήπου πού διατηροῦσε ὁ γέροντας Βασίλειος, κοντά στό κελί του.

-Βαγγέλη ἡ ἀντίδρασή σου μοῦ θύμισε ἕναν φίλο μου δικαστικό ἀπό τή Θεσσαλονίκη πού τρία χρόνια πρίν μέ εἶχε ἐπισκεφθεῖ. Κι ἐκεῖνος σάν καί σένα φοβόταν πολύ τά φίδια. Ἔμεινε δύο μέρες φιλοξενούμενός μου καί θέλησε νά μέ βοηθήσει στίς ἐργασίες μου. Τά χέρια του ὅμως ἦταν βελούδινα. Τοῦ εἶπα νά πάει στίς ντοματιές καί νά ξεριζώσει τά ἀγριόχορτα πού εἶχαν φυτρώσει δίπλα στίς ρίζες. «Τράβα –τοῦ εἶπα- ἀλλά νά προσέχεις. Μή δεῖς κανένα φίδι καί τρομάξεις καί μοῦ χαλάσεις τίς ντοματιές». Ἐκεῖνος χαμογέλασε πιστεύοντας πώς ἀστειεύομαι. Δέν πέρασαν δύο λεπτά καί τόν ἀκούω νά οὐρλιάζει στήν κυριολεξία. Ἔτυχε νά περνᾶ ἀπό ἐκεῖ τό φίδι πού εἶδες καί ἐσύ. Μέ τό πού τό εἶδε ὁ εὐλογημένος ἄρχισε νά τρέχει καί νά χοροπηδᾶ σάν τρελός. Μοῦ πάτησε δύο ντοματιές. Εὐτυχῶς δέν ἔκανε πολύ μεγάλη ζημιά. «Νόμιζα γέροντα ὅτι ἀστειεύεσαι ἀλλά ἀπό ὅτι διαπιστώθηκε δέν ἦταν καθόλου ἀστεῖο»! Τόν καθησύχασα  καί τοῦ εἶπα πώς τό φίδι εἶναι ὑπάκουο καί ζεῖ στήν αὐλή σάν κατοικίδιο. Μετά λίγες ὧρες τοῦ πρότεινα νά μοῦ φέρει ἕνα σκαλιστήρι ἀπό τήν ἀποθήκη ἀλλά ἐκεῖνος ἀρνήθηκε νά πάει, μή τυχόν καί τό συναντήσει πάλι.
-Βλέπεις γέροντα κοτζάμ δικαστικός φοβήθηκε, δέν θά φοβόμουν τοῦ λόγου μου! Φοβήθηκε καί τρόμαξε αὐτός πού δέν διστάζει νά κλείσει ἐγκληματίες στή φυλακή καί περιμένατε νά μήν φοβηθῶ ἐγώ.

Ἀπό τότε ὁ Βαγγέλης συμπεριλάμβανε σέ κάθε προσκύνημα στό Ἅγιο Ὄρος καί τά Καυσοκαλύβια. Ἔμενε πάντα στό κελί τοῦ πατέρα Βασιλείου. Ἐκεῖ ἀναπαυόταν, ἀφοῦ ὁ γέροντας τοῦ μάθαινε πράγματα πού τόν βοηθοῦσαν νά χαράξει μία καλή πορεία στή ζωή του. Ἦταν Μάρτιος, ἀρχές Ἀνοίξεως, ὅταν ἐπισκέφθηκε γιά δεύτερη φορά τόν γέροντα. Ἡ περίοδος τοῦ χειμώνα ἄλλωστε δέν ἐνδείκνυται γιά προσκυνηματικές ἐπισκέψεις στήν ἔρημο τῶν Καυσοκαλυβίων, ἀφοῦ ἐπικρατεῖ σχεδόν μονίμως θαλασσοταραχή πού δέν ἐπιτρέπει σέ σκάφος νά ἔχει πρόσβαση στό φυσικό λιμανάκι. Καί κατά τή δεύτερη ἐπίσκεψη του ἔγινε ἀδιάψευστος μάρτυρας  μίας ἁρμονικῆς σχέσης, πού εἶχε δημιουργηθεῖ ἀνάμεσα σέ ἕνα κότσυφα καί τόν γέροντα.  Ὁ κότσυφας ἐρχόταν καί τίς δύο ἡμέρες πού ἔμεινα στό κελί μόλις ξημέρωνε ἀλλά καί λίγο πρίν σουρουπώσει. Ἐρχόταν λίγα λεπτά ἀφότου ὁλοκληρωνόταν ὁ κανόνας τοῦ γέροντα. Μέ τό ράμφος του χτυποῦσε τό παράθυρο. Ὁ γέροντας τότε τοῦ ἄνοιγε καί τοῦ ἔδινε νά φάει λίγα ψίχουλα ψωμί. Τά ἔτρωγε μέσα ἀπό τήν παλάμη του καί ἔφευγε. Μάλιστα τή δεύτερη ἡμέρα ὁ κότσυφας χτυποῦσε στό δικό μου παράθυρο. Ἔτρεξα καί φώναξα τόν γέροντα, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπε «ἄχ τό καημένο τό πουλί. Θά χτυποῦσε σέ μένα ἀλλά βλέπεις εἶμαι περήφανος στά αὐτιά (δηλαδή δέν ἄκουγε καλά) καί δέν τό ἄκουσα. Ἄντε βρέ Βαγγελάκι ἄνοιξέ του καί δώστου λίγα ψιχουλάκια νά φάει». Ὁ κότσυφας ἔφαγε ἀπό τό χέρι μου, χωρίς νά φοβηθεῖ ἐνῶ τήν ὅλη σκηνή παρακολουθοῦσε τό ἄγρυπνο μάτι τοῦ παππούλη. «Βαγγέλη βρίσκεσαι σέ καλό δρόμο. Κάνει καλή δουλειά ὁ πνευματικός σου. Ὁ κότσυφας δέν φοβήθηκε» μοῦ εἶπε χαριτολογώντας. Ὡστόσο ἤξερα ὅτι τό ὑποτιθέμενο κατόρθωμά μου ἔγινε χάρη στίς προσευχές τοῦ γέροντα.  Ἡ θερμή προσευχή τοῦ γέροντα  εἶχε μετατρέψει τό κελί του καί τό περιβάλλον γύρω ἀπ’ αὐτό σέ ἀληθινό παράδεισο.
Ἀνάλογα περιστατικά ἔχουν νά διηγηθοῦν κι ἄλλα πνευματικά παιδιά τοῦ γέροντα. Περιστατικά πού σχετίζονταν μέ τήν παραμονή του στό Χαρίσσειο Γηροκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης ἀλλά καί τή μακράν διαμονή του στήν Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας στήν Κλεισούρα.

Ὁ γέροντας εἶχε ἀναπτύξει ἰσχυρούς πνευματικούς δεσμούς μέ τόν μακαριστό Μητροπολίτη Σισανίου καί Σιατίστης Ἀντώνιο. Συναντιόντουσαν πολύ συχνά καί γιά ὧρες ὁλάκερες συνομιλοῦσαν. Τό ἐπίκεντρο τῆς συζήτησης τους ἀποτελοῦσε πάντα ὁ Σωτήρας Χριστός. Ὁ ἅγιος Μητροπολίτης Ἀντώνιος εἶχε ἐκμυστηρευτεῖ στά πνευματικά του παιδιά ὅτι ὁ καλός Θεός εἶχε δώσει τό διορατικό χάρισμα στόν πατέρα Βασίλειο ἀπό τήν ἐποχή πού ἀσκήτευε γιά πολύ καιρό σέ μία σπηλιά στό Ἅγιο Ὄρος. Τούς ἔλεγε ἀκόμη ὅτι ὁ γέροντας Βασίλειος, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης μιλοῦσε μέ τά ἄγρια ζῶα. Καί τούς διηγήθηκε πώς ὁ ἴδιος εἶχε γίνει μάρτυρας τῆς στενῆς σχέσης πού εἶχε ἀναπτύξει μέ μία ἀρκούδα πού ζοῦσε στό κοντινό δάσος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Κλεισούρας.

«Κάποτε διανυκτέρευσα στό μοναστήρι. Δέν ὑπῆρχε ἄλλος προσκυνητής. Ὅταν τελείωσε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀποδείπνου ἀκούστηκαν οἱ φωνές τῆς ἀρκούδας. «Συγνώμη Σεβασμιώτατε, ξέχασα νά ταΐσω τό ζωντανό καί τό καημένο φωνάζει» εἶπε καί ἔτρεξε πρός τήν κουζίνα τῆς Μονῆς.
Πίστευα πώς λέγοντας ζωντανό θά ἐννοοῦσε καμιά κατσικούλα. Ἐκεῖνος ἔτρεξε στήν πόρτα τῆς Μονῆς, τήν ἄνοιξε καί τότε ἔκπληκτος εἶδα νά μπαίνει στό μοναστήρι μία ἀρκούδα.
-Ἔχουμε τό δεσπότη σήμερα. Δέν θά μπορέσεις νά μείνεις στό μοναστήρι, τῆς εἶπε ὁ γέροντας ἐνῶ ταυτόχρονα ἅπλωσε τό χέρι του καί τῆς ἔδινε νά φάει τά ἀποφάγια πού εἶχε κρατήσει ἀπό τό μεσημέρι μέσα σέ ένα πλαστικό κουβαδάκι. Καί πρόσθεσε:
-Ἔλα αὔριο τό πρωί πάλι. Ἄντε τώρα πήγαινε στήν εὐχή τοῦ Χριστοῦ. 
-Ἄστ’ τήν ἀρκουδίτσα νά μείνει στό μοναστήρι εὐλογημένε. Ἐμένα δέν μέ ἐνοχλεῖ.
-Ὄχι Σεβασμιώτατε, τά χαράματα θά ἔρθουν προσκυνητές ἀπό τή Θεσσαλονίκη γιά νά λειτουργηθοῦν καί θά ἀνέβει καί ὁ παπά Δημήτρης, πού ἔμαθε γιά τήν παρουσία σου στό μοναστήρι. Μπορεῖ νά συναντήσουν τήν ἀρκούδα καί νά φοβηθοῦν. Ἄντε ἀρκουδίτσα μου στό καλό.

Ἐκείνη λές καί κατάλαβε τί ἀκριβῶς τῆς εἶπε ὁ γέροντας. Γύρισε πρός τήν ἐξωτερική πόρτα καί μέ ἕνα γρύλλισμα, σάν κι αὐτό πού κάνουν ἀπό ἱκανοποίηση τά σκυλιά ἔφυγε.  Στό μοναστήρι ἐκτός ἀπό τή φιλία πού εἶχε ἀναπτύξει μέ τήν ἀρκούδα τόν συντρόφευε κι ἕνας λαγός, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξοικειωθεῖ ἀκόμη καί μέ τούς προσκυνητές. Ὁ γέροντας Βασίλειος ὁ Καυσοκαλυβίτης πάντοτε εἶχε ἕνα καρότο διαθέσιμο γιά νά τοῦ δώσει. Μία πνευματική κόρη του ἀπό τήν Καστοριά ἀποθανάτισε σέ φωτογραφία τόν γέροντα νά ταΐζει στόν καναπέ τό λαγό.

Κατά τήν παραμονή του στό Χαρίσσειο Γηροκομεῖο στή Θεσσαλονίκη ὁ γέροντας εἶχε ἀντίστοιχη φιλία μέ ἕνα περιστέρι, τό ὁποῖο ὅταν δέν ὑπῆρχαν ἐπισκέψεις στό δωμάτιο, ἔμπαινε ἀπό τό παράθυρο καί τοῦ κρατοῦσε συντροφιά.
-Φύγε τώρα, ἔρχονται κάποιοι νά μέ δοῦν τοῦ ἔλεγε ὁ γέροντας κι ἐκεῖνο ἀμέσως πετοῦσε ἔξω ἀπό τό δωμάτιο. Ἡ μαρτυρία αὐτή διασώθηκε ἀπό μία κυρία, ἡ ὁποία ἐπισκέφθηκε τόν γέροντα μέ τούς δύο γιούς της.  Ἦταν στήν πόρτα, ὅταν ἄκουσε τήν ἀνωτέρω στιχομυθία. Ἄνοιξε τήν πόρτα καί ὄχι μόνο εἶδε τό περιστέρι νά κάθεται ἤρεμα στόν ὦμο τοῦ γέροντα ἀλλά ἔγινε αὐτήκοος μάρτυς πού τοῦ ἔλεγε νά πετάξει ἔξω ἀπό τό δωμάτιο. Κι ἐκεῖνο ἀμέσως ἐξῆλθε.  

Συντάκτης: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΚΡΗΣ, Θεολόγος, Δημοσιογράφος 
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2017

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΗ

ΜΕΡΟΣ Α'
ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΜΑΚΡΗ

Χωμένος στό εργαστήρι του, τό μικρό ξυλουργείο πού διατηρούσε σέ ειδικά διαμορφωμένο χώρο δίπλα στό ασκητικό του κελί στήν έρημο των Καυσοκαλυβίων τού Αγίου Όρους και άφοσιωμένος στό εργόχειρό του, την κατασκευή μικρών ξύλινων σταυρών, ό γέροντας ασκητής αδυνατούσε νά ακούσει τό νεαρό διάκο του δεσπότη, ό όποιος έστεκε στήν αυλόπορτα του κελιού των Είσοδίων τής Θεοτόκου.

Ευλογείτε, γέροντα. Γέροντα εύλογείτε, φώναζε καί ξαναφώναζε άλλά άπόκριση δεν έπαιρνε. Πήρε τότε την άπόφαση καί άνοιξε την αυλόπορτα μπαίνοντας μέσα. Πήγε κατευθείαν στό χώρο άπό όπου άκουγόταν ό θόρυβος. Είδε τόν γέροντα σκυμμένο νά σκαλίζει μέ επιμέλεια καί άφοσίωση ένα ξύλο ένώ ταυτόχρονα έλεγε συντονισμένα τήν προσευχή «Κύριε ήμών Ιησού Χριστέ, Υιέ τού Θεού έλέησόν με». Είχε γυρισμένη τήν πλάτη καί δέν είδε πού μπήκε ό νεαρός διάκονος.
Ωστόσο, χωρίς νά γυρίσει νά τόν δει είπε: «Καλώς τον-καλώς τον!» -Γέροντα ευλογείτε!
-Ό Κύριος Ιησούς Χριστός νά σέ ευλογεί καί νά σέ ενδυναμώνει στό δρόμο της σωτηρίας.
- Μέ έστειλε ό δεσπότης νά σου πώ, πώς σέ λίγο αναχωρεί. Θά ήθελε νά σέ χαιρετίσει.
-Δέν έρχομαι, δέν έρχομαι! Πες στό Σεβασμιώτατο ότι θά τόν έπισκεφθώ αύριο στό κελί του. Άλλωστε ή Παναγία μας με πληροφόρησε ότι θά τόν κρατήσει έναν ολάκερο μήνα στό Περιβόλι Της.
-Γέροντα δέν καταλάβατε. Ό δεσπότης έχει έτοιμασθεί γιά νά άναχωρήσει. Θά βγει έξω.
-Πήγαινε Διάκο καί πές του πώς θά τον δώ αύριο.

Ό νεαρός διάκονος έκανε μία βαθειά ύπόκλιση στόν γέροντα καί γύρισε στό κελί πού διατηρούσε ό δεσπότης στά Καυσοκαλύβια, προκειμένου αύτός άλλά και τά καλογέρια του νά άναπνέουν αγιορείτικο άέρα και θυμίαμα καί νά λαμβάνουν τίς ξεχωριστές καί μοναδικές πνευματικές δωρεές καί ευλογίες πού ή Αγία Θεοτόκος προσφέρει στους «κηπουρούς» τού περιβολιού Της!
-Σεβασμιώτατε, ό γέροντας είπε πώς θά σάς δει αύριο. Αρνήθηκε νά έρθει λέγοντας ότι ή Παναγία θά σάς κρατήσει άκόμη ένα μήνα στά Καυσοκαλύβια.
-Τού είπες βρέ εύλογημένε πώς φεύγω.
- Ναί σεβασμιώτατε, τό είπα πολλές φορές άλλά φαίνεται πώς δέν τό κατάλαβε.
-Δέσποτα μήν τόν παρεξηγείς τόν παπά- Βασίλειο. Έχει πολλές παραξενιές, είπε ένας άλλος μοναχός.
-Καλά-καλά. Τό μουλάρι είναι έτοιμο;
-Ναί, ελάτε νά σάς βοηθήσουμε νά ανεβείτε γιατί έχουμε άρκετό δρόμο μπροστά μας. Τό πλοίο δέν θά έρθει στά Καυσοκαλύβια λόγω καιρού καί πρέπει νά πάμε άπό τό μονοπάτι μέχρι τή Σκήτη τής Αγίας Αννας. Εκεί θά προσεγγίσει τό ταχύπλοο, πού θά μάς μεταφέρει στήν Ούρανούπολη.

Ο Δεσπότης, αφού άσπάστηκε με εύλάβεια τίς ιερές εικόνες καί τά καλογέρια πού θά έμεναν στό κελί άνέβηκε στά ζωντανό. Ακολούθησαν πίσω του δύο ιερομόναχοι καί ό διάκος καθώς καί δύο λαϊκοί, πνευματικά παιδιά τού φιλομόναχου επισκόπου, ένας έκ τών οποίων ήταν γιατρός.
Δέν είχε περάσει ούτε μισή -ώρα άπό τήν άναχώρηση του, όταν οι μοναχοί πού είχαν μείνει πίσω στό κελί, είδαν τή συνοδεία τού επισκόπου καί τόν ίδιο νά επιστρέφουν.
-Σεβασμιώτατε τί πάθατε, γιατί γυρίσατε πίσω;
-Δέν βλέπεις βρέ εύλογημένε τό πόδι μου; Κάτι τρόμαξε τό μουλάρι καί μέ έριξε κάτω. Εύτυχώς πού δέν έσπασα τό πόδι μου, όπως λέει ό Κώστας (σ.σ. ό γιατρός)
-Είναι πάντως πολύ δυνατό τό χτύπημα. Φοβάμαι σεβασμιώτατε, μήν τυχόν καί τό έχετε ραγίσει. Γϊ αυτό καλό θά ήταν νά τό κρατήσετε σέ άκινησία 20-30 ήμέρες, μίας καί άδυνατούμε νά βγάλουμε άκτίνες γιά νά δούμε τό μέγεθος τής ζημιάς. Τό θετικό είναι, όπως ήδη σάς είπα, ότι μπορείτε καί κουνάτε τό πόδι σας καί τό πατάτε. 'Η Παναγιά σάς φύλαξε δεσπότη μου καί δέν χτυπήσατε σέ καμιά πέτρα πέφτοντας..
- Ναί Κώστα είδες τίς πέτρες πού ήταν μόλις ένα μέτρο πιό κάτω άπ’έκεϊ πού μέ έριξε τό μουλάρι. Ο Χριστός καί ή Παναγιά μέ φύλαξαν.
Καταπονημένος ό Επίσκοπος ξάπλωσε νά ξεκουραστεί, αφού οί πόνοι άπό τό χτύπημα ήταν πλέον πιό έντονοι.

Ή είδηση τού άτυχου συμβάντος κυκλοφόρησε άστραπιαία σέ όλη τή σκήτη τών Καυσοκαλυβίων. Όλοι τό έμαθαν έκτός άπό τόν παράξενο -απόμακρο μοναχό τόν π. Βασίλειο. Πολλοί μοναχοί έτρεξαν γιά νά ευχηθούν περαστικά στόν τραυματισμένο Επίσκοπο άλλά δέν μπόρεσαν νά τόν δούν προσωπικά, αφού ό Κώστας ό γιατρός, τού συνέστησε ξεκούραση.

Τήν επόμενη ήμέρα τό πρωί ό δεσπότης πονούσε λιγότερο. Μέ δυσκολία ώστόσο, παρακολούθησε τό μοναχικό κανόνα, μεσονυκτικό καί όρθρο καί κοινώνησε τών άχράντων μυστηρίων. Ήταν περίπου 11 τό πρωί, όταν τό κατώφλι τού επισκοπικού κελιού στά Καυσοκαλύβια περνούσε ό παπά-Βασίλειος.
Μόλις τόν είδε ό διάκος νά στέκεται αγέρωχα στήν πόρτα θυμήθηκε τά προορατικά λόγια του, ότι ό δεσπότης θά έμενε άλλον έναν μήνα στά Καυσοκαλύβια κατά τήν πληροφόρηση πού είχε άπό τήν Παναγία μας.
-Ευλογείτε σεβασμιώτατε, ευλογείτε!
-'Ο Κύριος πάτερ μου, ό Κύριος. Κάτσε τού λόγου σου νά πιούμε ένα καφεδάκι.
-Γιατί είναι μπαταρισμένο σεβασμιώτατε τό πόδι σας; Τί πάθατε; Ρώτησε μέ διαγραφόμενη έκπληξη καί άπορία στό πρόσωπό του ό παράξενος ψηλός στό άνάστημα μοναχός.
Τότε ο δεσπότης θυμήθηκε τά λόγια πού είπε ό πάπα-Βασίλης στό Διάκο του.
-Έχω ένα παράπονο Βασίλειε νά σου εκφράσω. Καλά είπες στό Διάκο μου ότι ή Παναγία σέ πληροφόρησε πώς θά μείνω άκόμη ένα μήνα καί άρνήθηκες χθές νά έρθεις νά μέ κατευοδώσεις. Δέν μπορούσες μωρέ εύλογημένε νά μέ ενημερώσεις νά μήν φύγω καί πάθω τό άτύχημα; είπε χαριτολογώντας ό Επίσκοπος.
- Μά τί συνέβη; Γιά ποιό άτύχημα μιλάτε σεβασμιώτατε;
-Δέν έμαθες πώς μέ γκρέμισε τό μουλάρι καθώς πηγαίναμε άπό τό μονοπάτι γιά τή Σκήτη τής Αγίας Αννας;
-Όχι, όχι! Ευλογείτε σεβασμιώτατε δέν τό έμαθα. Χτυπήσατε πολύ;
-Χτύπησα, όσο χρειάζεται νά μείνω, όπως είπες στό Διάκο ένα άκόμη μήνα, ένώ τρέχουν πολλά θέματα στή Μητρόπολή μου.
-Έτσι ήθελε ή Παναγιά Σεβασμιώτατε...
Φαίνεται πώς σάς χρειάζεται στό περιβόλι Της.

'Ο δεσπότης γνώριζε ότι ό παπά-Βασίλειος ό Καυσοκαλυβίτης έφερε ώς δώρο τής Παναγίας τό προορατικό χάρισμα. Έτσι άπό διάκριση άπέφυγε νά τόν ρωτήσει γιά τό πώς γνώριζε ότι ή παραμονή του έκτος των δύο εβδομάδων πού ήδη είχαν συμπληρωθεί θά έπιμηκυνόταν γιά άλλες τριάντα ήμερες!

Σ’ αντίθεση με τόν Επίσκοπο ό νεαρός Διάκος κινούμενος κυρίως άπό περιέργεια καί έκ τής άπουσίας πνευματικής πείρας άπευθύνθηκε στόν γέροντα Βασίλειο.
-Γέροντα γνωρίζατε ότι θά πάθαινε ατύχημα ό δεσπότης καί μού τό άποκρύψατε;
-“Οχι, εύλογημένε. Έάν είχα τέτοια πληροφορία θά τήν άπέκρυπτα. Χριστιανοί είμαστε...
-Τότε γιατί δεν άνταποκριθήκατε στήν πρόσκληση τού σεβασμιωτάτου καί μου είπατε πώς θά τόν δείτε σήμερα;
-Διάκο γίνεσαι αυθάδης καί άσεβής άπέναντι στόν γέροντα! Είπε τότε ό δεσπότης, προσπαθώντας νά δώσει τέλος στήν αύθάδεια τού νεαρού διακόνου του.
-Άστο σεβασμιώτατε, τό παιδί. Έχει καλή διάθεση καί άπό αγάπη με ρωτάει.
'Ο διάκονος άπό ντροπή λόγω τής δημόσιας έπίπληξης τού δεσπότη είχε κοκκινίσει σάν τό παντζάρι καί είχε σκύψει τό κεφάλι, ώς ένδειξη άναγνώρισης τού λάθους του, τό όποιο προκλήθηκε άπό τήν πνευματική απειρία καί τήν άπουσία άνάλογων βιωμάτων.
'Ο παπά -Βασίλης μέ μία μόνο δρασκελιά έφθασε τότε δίπλα του καί τόν άγκάλιασε. Εκείνος αύθόρμητα γονάτισε πιάνοντας μέ τά χέρια του τά πόδια τού παράξενου γέροντα.
-Σεβασμιώτατε, μιάς καί θά μείνετε δεν μου στέλνεις τό διάκο αύριο νά μέ βοηθήσει νά μεταφέρουμε λίγες πέτρες; Φαίνεται γεροδεμένο παιδί.
-Μέ τήν ευχή μου Βασίλειε, πάρτον μαζί σου νά σέ βοηθήσει.

Τήν έπόμενη ήμερα ό διάκος στεκόταν πρωί-πρωί έξω άπό τήν πόρτα τού πατρός Βασιλείου στό κελί τών Είσοδίων τής Θεοτόκου στά Καυσοκαλύβια.
'Ο γέροντας του έγνεψε νά περάσει μέσα καί τόν οδήγησε στήν Εκκλησία γιά νά προσκυνήσει.
Μέσα στό κελί ύπήρχε τάξη.
“Ολα ήταν τακτοποιημένα.
'Ο γέροντας τού πρότεινε νά καθίσει σέ ένα μικρό σκαμνάκι μέχρι νά έτοιμάσει ένα κέρασμα.
-Από πού είσαι διάκο;
- Άπό τήν Αθήνα γέροντα. Στήν Αθήνα γεννήθηκα καί μεγάλωσα. Οι γονείς μου όμως κατάγονται άπό τήν Κρήτη ό πατέρας μου καί άπό τή Νάξο ή μητέρα μου άλλά ζουν μόνιμα στόν Πειραιά.
- Γέροντα-συνέχισε ό διάκος-συγνώμη γιά τή χθεσινή άπρέπειά μου.

-Συγχωρεμένος νά είσαι. Γιά νά μην σου μείνει καμιά απορία καί γιά νά διώξεις τούς λογισμούς του πονηρού πού σέ ταλανίζουν άπό χθές εμφυτεύοντας διάχυτα τό φόβο θά σού πώ έξομολογητικά τό πώς μέ πληροφόρησε ή Παναγιά μας. Λίγο πρίν έρθεις καθώς εργαζόμουν στό ξυλουργείο άκουσα τόν δεσπότη νά σέ προστάζει νά έρθεις νά μέ προσκαλέσεις.
 Κίνησα τότε νά μεταβώ στό κελάκι μου νά σουλουπωθώ λίγο άφήνοντας τό έργόχειρό μου. Τότε όμως άκουσα τή γλυκιά φωνή τής Παναγιάς μας πού μέ πληροφορούσε πώς ό δεσπότης θά έμενε άλλες τριάντα ήμέρες. Σύνδεσα τήν πληροφορία μέ τή συνέχιση του εργόχειρου καί τήν προσευχή κι άποφάσισα νά έπισκεφθώ σήμερα τόν δεσπότη.
-Δηλαδή δέν είχες πληροφορία γιά τό άτύχημα;

-Όχι βρέ εύλογημένε. Τί λές άν είχα τέτοια πληροφορία δέν θά ενημέρωνα τό σεβασμιώτατο; Τί σόι χριστιανός θά λεγόμουν τότε;
Ό διάκος χαμογέλασε. Άλλά καί πάλι δέν ικανοποιήθηκε πλήρως.
-Έχεις πολλά νά μάθεις άκόμη, διάκο. Ένα όμως νά ξέρεις στήν ιερατική πορεία σου. 'Ο Θεός δέν ανακαλύπτεται άλλά άποκαλύπτεται στόν άνθρωπο μόνο διά της ταπεινώσεως. Χωρίς ταπείνωση κανένας δέν προσεγγίζει τό Θεό. Ταπείνωση, ταπείνωση, ταπείνωση! Αυτή είναι ή συνταγή πού ανοίγει διάπλατα τήν πόρτα του ουρανού. Ταπείνωση, ταπείνωση, ταπείνωση! 

Χωρίς αυτή ό άνθρωπος είναι μηδενικό ένώ όταν πορεύεται μαζί της γίνεται μικρός θεός κατά τή σοφή ρήση του προφητάνακτος Δαυίδ. Άντε τώρα έλα νά μέ βοηθήσεις νά μεταφέρουμε αυτές τίς πέτρες.
Διάκε, είπε ό παπά Βασίλης

«Νά σκέπτεσαι τό θάνατο επτά φορές τήν ώρα
Υπήρχαν κι άλλοι στή ζωή πού δέν ύπάρχουν τώρα.
Σέ κάθε βήμα πρόσεχε
του Σατανά τό βρόχι
Μήν άδικήσεις ορφανούς,
γυναίκες, χήρες όχι.
Πιστά τούς νόμους φύλαγε
χωρίς καμιά προσθήκη
Τάς έντολάς του Μωυσή,
τή Νέα Διαθήκη.
Τής μέρας τ’ αμαρτήματα καί πρίν ό ήλιος δύσει 

μέ κάθε τρόπο του Θεού νά τάχεις όλα σβήσει».

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

https://proskynitis.blogspot.gr