ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΜΑΚΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΜΑΚΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΟΤΑΝ Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΣΤΑ ΚΑΡΟΥΛΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΟΝ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗ

Όταν ο Καζαντζάκης συνάντησε στα Καρούλια
τον Γέροντα Μακάριο τον Σπηλαιώτη

Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο», ἐκδ. Ἑλ. Καζαντζάκη, 1964

Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν᾿ ἀνέβω στ᾿ ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι, οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται· θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται· κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νά ῾χα κάμει ὡς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ᾿ ἀσκηταριά· τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα· σὰ νὰ ῾χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός· δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά· ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ ῾δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν᾿ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ᾿ ἀγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα· μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ· σιγὰ-σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο· ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα· σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:
— Καλῶς τον!

Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα· τὰ μαλλιά του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.
— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε· κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν᾿ ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει· κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά ῾χε φάει.
Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστά μου· ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.
Ἀποκότησα τέλος:

— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.
— Ὄχι πιά, παιδί μου· τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζί μου· δὲν ἔχει δύναμη· παλεύω μὲ τὸ Θεό.
— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος· κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;
— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδί μου· μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα· αὐτὰ ἀντιστέκουνται.
— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου· θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
— Ἕνας μονάχα δρόμος. 
— Πῶς τὸν λέν;
— Ἀνήφορο· ν᾿ ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί· ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο· στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος· διάλεξε.
— Εἶμαι ἀκόμα νέος· καλή ῾ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.
— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους· ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους· ἡ ζωή ῾ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!
Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:
— Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει. 
Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.
— Ὄχι! φώναξα.
— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις· δὲ φοβᾶσαι;
— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος· μὰ θ᾿ ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ᾿ ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;
Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του· ἀναστέναξε· καὶ σὲ λίγο:
— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.
— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.
— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.
— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ τόσο μεγάλη;

Κι ὡς τό ῾πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά ῾ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ᾿ ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ᾿ ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου· συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».
Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμό μου· πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.

— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε· «δὲν εἶσαι εὐτυχής;—Πῶς νά ῾μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».
Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.
— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη· ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!
Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:
— Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνή του τώρα εἶχε στερεώσει.
Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο· τὸ χέρι μου πάγωσε.

— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός· εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης· θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.
—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε· τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ᾿ το καλὰ στὸ νοῦ σου: 
Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το! 
Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος· δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα· τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἄλλος· ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει· βλογημένος ὁ θάνατος! τί ‘ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.

Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν· γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε· εἶμαι εὐτυχής, παιδί μου· κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.

Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητὴ τῆς ζωής· μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς· ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε· ἄε στὸ καλό· ὁ Θεὸς μαζί σου. 
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα· καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΓΕΡΩΝ ΜΑΚΑΡΙΟΣ: «ΟΥΚ ΕΠ’ ΑΡΤΩ ΜΟΝΟ ΖΗΣΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Βρισκόμαστε κατά γενική ομολογία σε μια δύσκολη εποχή. Μια εποχή που η οικονομική δυσπραγία μας οδηγεί σε αναταραχές εσωτερικές γιατί ξεβολεβόμαστε από την ευμάρεια στην οποία είχαμε συνηθίσει, και σε μια γενικότερη ανασφάλεια για το μέλλον μας.
Είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια να ζούμε με οικονομική άνεση, είχαμε απολαβές περισσότερες απ’ όσο αντιστοιχούσαν στην εργασία που κάναμε. Είχαμε βολευτεί καλά. Καλοπερνούσαμε. Και δυστυχώς οι πολλοί ξεχάσαμε ότι ο άνθρωπος δεν έχει μόνο υλική υπόσταση, και όταν κολλήσει στα υλικά θα ανισορροπήσει, και όταν για κάποιο λόγο δεν θα έχει την άνεση στα υλικά πράγματα, θα δυσκολευτεί να ξαναπροσδιορίσει την ύπαρξή του στον κόσμο αυτό που ζούμε.
Ο ηγαπημένος Ιακώβ ο προπάτωρ της Παλαιάς Διαθήκης «έφαγε, εχορτάσθη, ελιπάνθη, επαχύνθη και απελάκτισεν ο ηγαπημένος». Απελάκτισε θα πει κλώτσησε. Απομακρύνθηκε από τον Θεό.
Η καλοπέραση χοντραίνει το μυαλό και δεν σκεφτόμαστε τίποτε άλλο από το να καλοπερνούμε. Να όμως τώρα που η καλοπέραση τελειώνει.
Πολλοί μιλάνε για πείνα. Δεν ξέρω αν σήμερα μπορούμε να πούμε ακόμα αυτήν τη λέξη, αλλά προσωπικά έχοντας κάποια ηλικία, όπως και κάποιοι από σας τους παλαιότερους, που ζήσαμε σε δύσκολες συνθήκες, θα δυσκολευόμασταν να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την λέξη «πείνα» για σήμερα τουλάχιστον.
Ένας σοφός Έλληνας ζωγράφος έλεγε το εξής: «Ο Έλληνας έχασε ένα μεγάλο κίνητρο που είχε στη ζωή του: την πείνα. Τώρα τρώει και όλοι έχουν κοιλιά και στομάχι. Λοιπόν δεν μπορούμε να έχουμε τις δραστηριότητες που είχαμε ως πεινασμένοι. Ότι μεγάλο έκανε η Ελλάς –είτε από φιλοσόφους, είτε από απλούς ανθρώπους- το έκανε από την πείνα. Ο Έλληνας φαγωμένος γίνεται ένα αποκτηνωμένο ζώο. Η πείνα πρέπει σήμερα να γίνει δίαιτα». Αυτά τη δεκαετία του ’80.
Και σήμερα μαζί με τις οικονομικές υλικές δυσκολίες έχουμε και έναν βομβαρδισμό από απαισιόδοξες πληροφορίες για την γενικότερη κατάσταση του πλανήτη και ειδικότερα της χώρας μας.
Πριν λίγους μήνες βρέθηκα σε ένα αγιορείτικο μοναστήρι και μαζευτήκαμε στο αρχονταρίκι να κεραστούμε για την γιορτή του ηγουμένου της Μονής. Μεταξύ άλλων κυριάρχησαν οι πληροφορίες από το ίντερνετ για τα γενόμενα στον κόσμο, για τα σατανικά σχέδια των μασόνων, των πολιτικών, των οικονομολόγων, του Πάπα, του…, του…, του… Μια μαυρίλα. Δίπλα μου καθόταν ένας γέρος μοναχός ο οποίος άκουγε με προσοχή χωρίς να ταραχθεί, ενώ έβλεπε κανείς στα πρόσωπα των παρευρισκομένων μια κατήφεια, και ψιθύρισε τρεις φορές: «Και που είναι ο Θεός, και που είναι ο Θεός…»
Μαυρίζει η ψυχή μας γιατί δεν έχουμε την ελπίδα μας στην πρόνοια του Θεού.
Δεν είναι θέμα μας εδώ να αναλύσουμε αυτές τις σκοτεινές, για τους πολλούς, αρνητικές εξουσίες και δυνάμεις, που λένε ότι μας έφθασαν σ’ αυτό το σημερινό αδιέξοδο.
Το θέμα μας είναι πως μπορούμε, αν θελήσουμε, να ξεφύγουμε. Να ξεφύγουμε όχι από την υλική δυσκολία αλλά να βρούμε την πραγματική ψυχική δύναμη να σταθούμε στα πόδια μας, δίνοντας ελπίδα και φως στη ζωή μας.
Και το Φως και η Ζωή είναι ο Χριστός. Λεγόμαστε Χριστιανοί χωρίς στην ουσία να ζούμε χριστιανικά. Ο Χριστός έκανε τομή στην ιστορία όχι με την ηθική του διδασκαλία αλλά με τις δυο αλήθειες που μας έδειξε με τη ζωή Του και το κήρυγμά Του. Την Ανάσταση και την Αγάπη.
Με την Ανάστασή Του έδωσε λύση στο μεγαλύτερο αίνιγμα και πρόβλημα του ανθρώπου.
Σήμερα ο πολιτισμός μας είναι χρεωκοπημένος πνευματικά. Θέλει να διώξει από τη ζωή μας τη σκέψη του θανάτου και να μας κάνει να αποφεύγουμε τον πόνο, μιλάμε για τον σωματικό κυρίως πόνο. Η χρήση και κατάχρηση των φαρμάκων είναι σήμερα τρομακτική και όσο τα συνηθίζουμε τα φάρμακα τόσο δεν μας πιάνουν και αυξάνουμε τις δόσεις και ούτω καθ’ εξής. Όλοι μας συνηθίσαμε να ζούμε με τα χαπάκια μας. Χάπια για την υπέρταση, χάπια για την χοληστερίνη, χάπια για το ζάχαρο, χάπια, χάπια, χάπια… Τις περισσότερες φορές για να μην υποβληθούμε σε δίαιτα, σε εγκράτεια, σε στέρηση. Ζούμε περισσότερα χρόνια σήμερα. Ζούμε με φαρμακευτική όμως υποστήριξη, είτε για την σωματική μας υγεία, είτε για τα ψυχολογικά μας. Η κατάθλιψη παίρνει και δίνει.
Όλοι το ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε και ότι σίγουρα στον κόσμο αυτό θα πονάμε όσο κι αν θέλουμε να απωθούμε μέσα στο μυαλό αυτές τις δύο πραγματικότητες.
…….Μάθαμε να καλοπερνάμε στα εύκολα χωρίς ζόρι, και τώρα που ήρθαν τα ζόρια, γιατί την καλοπέραση δεν την κερδίσαμε με τον κόπο μας, η γκρίνια που έρχεται από τις ανασφάλειές μας έχει γίνει σαν επιδημία. Ο ένας βουλιάζει τον άλλον.
Έρχονται μερικοί επισκέπτες στο Άγιον Όρος και ρωτάνε: Σας επηρέασε εδώ η οικονομική κρίση; Τους απαντώ: Βεβαίως. Λένε: Μα πως, μισθούς δεν παίρνετε, συντάξεις δεν έχετε, πως επηρεαστήκατε; Και τους απαντώ: Η γκρίνια σας μας επηρεάζει. Και ευτυχώς πολλοί καταλαβαίνουν και αλλάζουν κουβέντα.
……Μερικοί έρχονται συνειδητά μετανοημένοι για την ως τώρα ζωή τους, ομολογούν τις αμαρτίες τους και προσπαθούν να αγαπήσουν τον Χριστό μας και να νιώσουν την Αγάπη Του. Οι άνθρωποι αυτοί πέφτουν και σηκώνονται και ξαναπέφτουν και ξανασηκώνονται, αλλά δεν ξανααμαρτάνουν με τον ίδιο τρόπο. Οι κακές συνήθειες, οι έξεις, δεν φεύγουν εύκολα, οι πειρασμοί σήμερα πιο έντονοι, αλλά οι άνθρωποι αυτοί μπορεί εξωτερικά να κάνουν αυτά που έκαναν και πιο μπροστά, η καρδιά τους όμως δεν είναι δοσμένη με τον ίδιο τρόπο στην αμαρτία, και γι αυτό έχουν ελπίδα. Μπορούν να χαρούν γιατί αποκτούν μια αγαπητική σχέση με τον Χριστό μας που σηκώνει όλα τα αμαρτήματα του κόσμου, αρκεί να θέλουμε να Του τα φορτώσουμε.
Είναι άλλοι που έρχονται να αναφέρουν τα σφάλματά τους από ηθικό καθήκον και λίγοι απ’ αυτούς έχουν μέσα τους χαρά, παρά την απόθεση των αμαρτιών τους – πολλές φορές προσπαθούν και με λεπτομέρειες να τις εκθέσουν για να καθαριστούν καλύτερα,- αλλά η χαρά λείπει γιατί δεν υπάρχει αγάπη για τον Χριστό. Δεν τους νοιάζει η σχέση με τον Χριστό μας αλλά η θρησκευτική, ψυχολογική τους τακτοποίηση. Αυτό το κάνουν και σε άλλες θρησκείες. Στο Ισλάμ π.χ., αν πλυθείς μετά από μια αμαρτία καθαρίζεσαι, σχέση όμως με τον Θεό έτσι δεν δημιουργείται, είναι απλή τήρηση του νόμου. Αυτό, δυστυχώς, συμβαίνει με πολλούς από μας τους Χριστιανούς.
Δεν ζούμε. Ζωή υπάρχει μόνο στις σχέσεις. Η ατομική ηθική τακτοποίηση χωρίς αγάπη για τους ανθρώπους, χωρίς τουλάχιστον ανοχή, ο ένας για τον άλλον, δεν οδηγεί πουθενά.
Η έλλειψη πραγματικών ανθρωπίνων σχέσεων ξεραίνει την ψυχή, την αφήνει χωρίς νόημα και αναγκάζεται να τρέχει σήμερα ο άνθρωπος στους ψυχολόγους και στους ψυχιάτρους. Δυστυχώς γίναμε Δύση. Παλαιότερα δεν είχαμε ανάγκη από ψυχολόγους γιατί ο ένας μιλούσε στον άλλον και υπήρχαν σχέσεις. Δεν είχαμε βέβαια και χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες.
Και μια παρένθεση που πονάει. Δυστυχώς σήμερα το ρόλο του ψυχολόγου προσπαθούν να παίξουν κάποιοι πνευματικοί, χωρίς την απαραίτητη γνώση και κατάρτιση και τα αποτελέσματα οικτρά.
Έρχονται άλλοι στο Άγιον Όρος για να βρουν προφήτες, μελλοντολόγους και τρέχα γύρευε. Τα βλέπουν οι ταλαίπωροι στις τηλεοράσεις και το ιντερνέτ και έρχονται να τα επιβεβαιώσουν από πρώτο χέρι, και γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης με την τρομοκρατία που δέχονται. Εκμεταλλεύονται ακόμη και τα λόγια και τα γραπτά του συγχωρεμένου, του Γέροντα Παΐσιου.
Ο γέροντας, όπως τον γνωρίσαμε, ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ειρήνη, αγάπη και καλοσύνη. Πήγαινες κοντά του και γαλήνευε η ψυχή σου, σου ‘δινε ελπίδα, χαρά για ζωή. Σήμερα μοιράζονται εκατοντάδες φωτοτυπίες από ένα χειρόγραφό του για τον αντίχριστο και το 666, λες κι αυτό είναι το κύριο μήνυμα του γέροντα.
Είχε αγωνία για τα τεκτενόμενα. Του μετέφρασε κάποιος ένα φυλλάδιο από τα πολλά προτεσταντικά που κυκλοφορούσαν στα εγγλέζικα στην Αμερική και το πήρε στα ζεστά. Όλα αυτά είχαν ήδη ατονήσει τότε στην Αμερική και του το είπαμε, γιατί τα είχαμε διαβάσει αρκετά χρόνια πριν κυκλοφορήσει το φυλλάδιό του. Αλλά εκείνος επέμενε… ήταν και Καραμανλής. Του είχε μηνύσει και ο Γέροντας Πορφύριος να μην συνεχίσει να ασχολείται μ’ αυτά. Τα μελλοντολογικά είναι μια θρησκευτική φλυαρία που φέρνουν ταραχή και αδιαφορία για την σωτηρία της ψυχής.
Έρχονται κι άλλες στραπατσαρισμένες ψυχές γεμάτοι ενοχές, απελπισμένοι για την σωτηρία τους.
Δυστυχώς ο εγωισμός μας που ζητά πάντα την δικαίωση, δεν επιτρέπει να χαλάει η εικόνα του εαυτού μας με τις ηθικές παραβάσεις που κάνουμε. Μη υπάρχοντας μετάνοια, δηλαδή διάθεση να αποκατασταθεί η σχέση μας με το Θεό όπου υπάρχει ταπείνωση και ελπίδα, Θεός ο Σώζων, προσπαθούμε μόνοι μας να τακτοποιηθούμε συνειδησιακά χωρίς να σηκώνομε τα χέρια μας προς τα πάνω, γιατί θεωρούμε εαυτούς ανάξιους λόγω της αμαρτωλότητός μας. Βουλιάζομε συνεχώς σε μια ενοχική κατάσταση που πολλοί στο τέλος θέλουμε να διώξουμε το Θεό από τη ζωή μας γιατί, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι «αν βγάλεις το Θεό, όλα επιτρέπονται».
Κι είναι και άλλοι που ψάχνουν για τα μεγάλα ονόματα, για τους αγίους, για να στηριχθούν, και αυτά όχι μόνο στο Άγιον Όρος. Τις περισσότερες φορές αυτά τα μεγάλα ονόματα ειδωλοποιούνται, και Χριστός και είδωλα δεν συμβιβάζονται.
Νομίζω ότι η Δύση έχει ελαφρυντικά που προσπαθεί να αποχριστιανικοποιηθεί. Εκεί επικράτησε η αίρεση και ταυτίστηκε η σκληρή ηθικολογία που κούρασε τόσους αιώνες τους ανθρώπους και θέλουν να απαλλαγούν απ’ αυτό το φορτίο της θρησκείας που δεν ζωοποιεί.
Τους μιμούνται βέβαια και πολλοί δικοί μας άρχοντες, κυρίως από κόμπλεξ, αλλά και γιατί δεν γεύτηκαν την Ορθοδοξία.
Μεγάλη πλάνη στην εκκλησία μας επικράτησε κατά τον καιρό της τουρκοκρατίας. Μεταφράστηκαν δυτικά κείμενα για την πνευματική δήθεν κατάρτιση του Γένους μας, με τα περί ικανοποιήσεως της Θείας Δικαιοσύνης. Έκανες μια αμαρτία, θα κάνεις μια ενάρετη πράξη για να ικανοποιηθεί η θιγείσα Δικαιοσύνη του Θεού. Αλίμονο αν ο Θεός ήταν μπακάλης. Και βρίσκεται ο άνθρωπος σε συνεχές άγχος για να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του με τον Θεό. Αμαρτάνουμε, το συνειδητοποιούμε, ζητούμε συγχώρεση από τον Θεό που γνωρίζει τα πάντα και αν είναι κάτι σημαντικό, δια της Εξομολογήσεως ζητούμε την άφεση της εκκλησίας. Όχι γιατί πράξαμε μια προσωπική αμαρτία, αλλά γιατί αμαρτάνοντας πληγώνουμε το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αν κάτσουμε να ψειρίζουμε τα καθημερινά, τότε στην προσπάθεια της τακτοποίησής τους χάνουμε το τραίνο, η ζωή προχωράει. Η Εκκλησία μας σε κάθε ακολουθία και κυρίως στη Θεία Λειτουργία προσεύχεται για την άφεση και συγχώρεση των αμαρτιών πάντων των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών και λαμβάνουμε την άφεση όταν αισθανόμαστε μέλη της εκκλησίας μας και δεν αγωνιζόμαστε μόνο για την ατομική μας τακτοποίηση. Έχουμε την αλήθεια ανόθευτη αλλά δεν την βιώνουμε. Το πολίτευμα του Χριστιανού εν ουρανοίς υπάρχει.
Εμείς προσπαθούμε και απαιτούμε από τους άλλους να χτιστεί ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος. Αυτό δεν γίνεται. Το Ευαγγέλιο λέει: «εν τω κόσμω θλίψιν έχετε, αλλ’ εγώ νενίκηκα τον κόσμον».
…….Όταν χαλαρώσουμε από τις ενοχές μας μπορούμε, ως βάλσαμο, να δεχθούμε στην ψυχή τον λόγο του Θεού που μας τρέφει. Δεν τρέφεται ο άνθρωπος μόνο με ψωμί, αλλά και με τα ζωοποιά λόγια του Θεού. «Ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος αλλ’ εν παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού».

Αποσπάσματα απο ομιλία του Γέροντα Μακάριου του Ιερού Χιλιανδαρινού Κελλίου Γέννησης της Θεοτόκου, Μαρουδά, με θέμα: «ουκ επ” άρτω μόνο ζήσεται ο άνθρωπος». (απομαγνητοφωνημένη).