ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΑ ΟΠΛΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ

Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ μισόκαλος ἐχθρός, ὁ παμπόνηρος καὶ παγκάκιστος, ποὺ
μέρα καὶ νύχτα, κάθε ὥρα καὶ στιγμή, μᾶς πολεμάει, μᾶς στεναχωρεῖ καί μᾶς πειράζει. Καὶ ἄλλοτε σὰν πνευματικός σου πατέρας σὲ εἶχα συμβουλέψει πὼς νὰ ἀποφεύγεις τὶς πολύπλοκες παγίδες του καὶ νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὰ πυρωμένα βέλη του.

Τώρα σὲ συμβουλεύω νὰ μεταχειρισθεῖς τέσσερα ὅπλα ἀκαταμάχητα. Μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα, ἂν βέβαια τὰ χρησιμοποιήσεις μὲ μεγάλη προσοχή, δεξιοτεχνία, προθυμία καὶ ἀνδρεία, ὄχι μόνο θὰ μείνεις ἄτρωτος καὶ ἀβλαβὴς ἀπὸ τὰ βέλη καὶ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ καὶ θὰ τὸν νικήσεις καὶ θὰ τὸν ἀφανίσεις.

Πρῶτο ὅπλο κατὰ τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. «Τὸν Κύριο ἔβλεπα συνέχεια μπροστά μου, γιὰ νὰ μὴ μὲ σαλέψει ὁ πειρασμὸς» (Ψάλμ. 15, 8· Πράξ. 2, 25). Ἐκεῖνος ποὺ σκέφτεται καὶ στοχάζεται καλὰ πὼς ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρών, καὶ πάντοτε εἶναι μπροστά του, μέρα καὶ νύχτα σὲ κάθε περίσταση, δὲν μπορεῖ νὰ ἁμαρτήσει. Διότι, ἀφοῦ φοβᾶται νὰ ἁμαρτήσει μπροστὰ σὲ ἕνα τιποτένιο ἄντρα ἢ γυναίκα, ἀκόμη καὶ μπροστὰ σὲ ἕνα μικρὸ παιδί, πὼς θὰ τολμήσει νὰ ἁμαρτήσει μπροστὰ στὸν Παντοδύναμο Θεό, ποὺ Τὸν τρέμουν τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ὅλα τὰ κτίσματα ποὺ ἀναπνέουν, καὶ ποὺ μὲ ἕνα νεῦμα Τοῦ σαλεύει ὅλη ἡ γῆ;

Δεύτερο ὅπλο εἶναι νὰ συνηθίσεις νὰ λὲς ἀκατάπαυστα τὴν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ». Αὐτὴ τὴν εὐχὴ νὰ ἀρχίζεις νὰ τὴ λές, μόλις σηκωθεῖς τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι σου. Νὰ τὴ λὲς καὶ ὅταν περπατᾶς στὸ δρόμο καὶ ὅταν μπαίνεις στὸ αὐτοκίνητο, στὸ τρένο, στὸ πλοῖο, στὸ ἀεροπλάνο· καὶ ἐνῶ ἐργάζεσαι, τρῶς, πίνεις, καὶ σὲ κάθε ὥρα καί περίσταση. Ἀλλὰ νὰ τὴ λὲς μὲ τὴν καρδιά σου, μὲ πίστη εὐλάβεια, ἀγάπη, πόθο καὶ βία. Ὄχι τὸ στόμα νὰ λέει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ νὰ λένε ἄλλα, καὶ μάλιστα πονηρὰ καὶ ἀντίθετα.

Τρίτο ὅπλο κατὰ τοῦ διαβόλου εἶναι ἡ ταπείνωση δηλ. νὰ μὴν ὑψηλοφρονεῖς, ἀλλὰ τὸ φρόνημά σου νὰ εἶναι ταπεινό. Νὰ ἔχεις τὴν αἴσθηση πὼς ὅ,τι ἔχεις δὲν εἶναι δικό σου, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Δηλ. τὸ σῶμα σου καὶ ἡ ψυχή, ἡ ὑγεία καὶ ἡ δύναμη, ἡ σοφία, ὁ πλοῦτος καὶ ὅτι ἄλλο ἔχεις, ἀκόμη καὶ οἱ ἀρετές, οἱ ἀγαθοεργίες, οἱ προσευχές, οἱ νηστεῖες, οἱ ἐλεημοσύνες, ὅλα, ὅλα εἶναι χαρίσματα τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε κανένα καλό. Ὅταν λοιπὸν ἔχεις ταπεινὸ φρόνημα, θὰ σὲ σκεπάζει καὶ θὰ σὲ φυλάει ὁ Θεός. Γιατί ὁ Θεὸς συγκινεῖται μὲ τὸν ταπεινὸ καὶ τὸν προσέχει, ὅπως λέει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Ὅταν στὶς καρδιὲς τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων ἀναπαύεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ πλησιάσει ὁ διάβολος;
Τέταρτο ὅπλο κατὰ τῶν παγίδων καὶ τῶν πειρασμῶν τοῦ διαβόλου, εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ καθαρή, ἡ ἀληθινή, ἡ ὁλόψυχη.Ὅποιος ἔχει αὐτὴ τὴν ἀγάπη ἔχει μαζί του τὸ Θεό, ποὺ εἶναι ἀγάπη: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰω. 4, 16). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μαζί του τὸ Θεὸ προστάτη καὶ βοηθό, τότε ποιὸν θὰ φοβηθεῖ; Ὅπου φῶς, φεύγει τὸ σκοτάδι· ὅπου ἀλήθεια, φυγαδεύεται τὸ ψεῦδος· ὅπου ὁ Θεός, φεύγει σὰν ἀστραπὴ ὁ διάβολος.

Αὐτὰ τὰ τέσσερα ὅπλα λοιπὸν νὰ μεταχειρίζεσαι καὶ νὰ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ σὲ βοηθάει καὶ νὰ σὲ στηρίζει. Καί, ἂν σὰν ἄνθρωπος τραυματιστεῖς ἀπὸ τὸ διάβολο, νὰ τρέχεις ἀμέσως στὸ γιατρό, στὸν πνευματικό, στὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση. Νὰ ζητήσεις θεραπεία καὶ θὰ τὴν ἔχεις.


Γ. Φιλόθεος Ζερβάκος, «ΔΙΔΑΧΕΣ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ». Ἐκδ.: Ὀρθόδοξος Κυψέλη.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ

Όταν ήλθα στην Πάρο και έγινα μοναχός και κατόπιν Ιερέας και Πνευματικός, γράφει ο πατέρας Φιλόθεος Ζερβάκος, μετέβαινα με την ευλογία του Γέροντά μου Ιερόθεου και την άδεια του τότε Μητροπολίτη Παροναξίας κυρού Ιεροθέου στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά και εξομολογούσα τους πιστούς και κήρυττα το λόγο του Θεού.
Κατά το έτος 1917-1918 πήγα στην πόλη Παροικία και κάποιος φιλόχριστος με το όνομα Πέτρος Μοστράτος με κάλεσε στο σπίτι του και αφού εξομολογήθηκε αυτός και η σύζυγός του, μου διηγήθηκε την παρακάτω κατανυκτική οπτασία, την οποία έγραψα για να δημοσιεύσω προς ωφέλεια των πιστών αναγνωστών Χριστιανών.
Είχα – μου είπε – δυό παιδιά, ένα γιο και μια θυγατέρα. Φρόντισα σαν πατέρας και τα έμαθα γράμματα και αφού τελείωσαν το Γυμνάσιο αποφάσισα να τα στείλω και τα δυο στην Αθήνα στο Πανεπιστήμιο. Η κόρη, αν και μικρότερη κατά δύο χρόνια, ξεπερνούσε κατά πολύ τον αδελφό της στα γράμματα, στην επιμέλεια, στην αγάπη, ευσέβεια, πίστη, σύνεση, φρόνηση και στις άλλες αρετές. Όταν της πρότεινα να πάει στο Πανεπιστήμιο μαζί με τον αδελφό της, μου είπε: πατέρα μου, πάντοτε σε όλα σου έκανα υπακοή, σε αυτό όμως δε θα σου κάνω.
Μου αρκούν τα γράμματα που έμαθα. Εγώ θέλω κόρη μου – της είπα – να σε στείλω να γίνεις επιστήμων. Κι εγώ πατέρα μου, μού απάντησε, θεωρώ ότι μεγαλύτερη επιστήμη για ένα κορίτσι δεν είναι άλλη από το να φυλάξει την εντολή του Θεού που λέει: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται», να αγαπήσει τους γονείς της, να τους υπηρετήσει και να τους βοηθήσει στα γηρατειά τους, όταν δεν έχουν άλλο παιδί, όπως εσείς, οι οποίοι τόσο κοπιάσατε για μένα, και όταν ήμουν μέσα στην κοιλιά της μητέρας μου, και όταν ήμουν νήπιο και κατόπιν μικρό κορίτσι, και μέχρι τώρα. Είναι αδύνατο να σας αφήσω και μάλιστα τώρα που γεράσατε.
Βλέποντας την επιμονή της, την άφησα και βλέποντας την αγάπη και την αφοσίωσή της, την περιποίηση και την φροντίδα που είχε σε μένα και στη μητέρα της, χαιρόμασταν και νομίζαμε ότι είμαστε ευτυχισμένοι και θα είμαστε για πάντα, και πολλοί μας καλοτύχιζαν, που είχαμε τόσο χαριτωμένη κόρη, και λησμονήσαμε ότι η χαρά και η διαρκής ευτυχία δεν βρίσκεται στην παρούσα πρόσκαιρη ζωή, αλλά στη μέλλουσα ζωή.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και αρρώστησε σοβαρά και οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι θα πεθάνει. Η χαρά μας μεταβλήθηκε σε ανείπωτη λύπη. Στην απελπισία μου κατέφυγα στην ταχυνή βοήθεια, στην ελπίδα και προστασία και καταφυγή των Χριστιανών, την Ευσπλαχνικότατη Μητέρα του Θεού, την Παναγία και Μεγαλόχαρη Ευαγγελίστρια.
Μπήκα στον ιδιόκτητο Ναό της, τον οποίο κληρονόμησα από τους γονείς μου, κοντά στο σπίτι μου και έπεσα γονυπετής μπροστά στην εικόνα και την παρακαλούσα με δάκρυα να σώσει την κόρη μου από το θάνατο, ή να πάρει το αγόρι μου και να μου αφήσει το κορίτσι, που ήταν τόσο καλό. Η Παναγία δε με άκουσε και πέθανε η κορούλα μου. Όταν πέθανε, εγώ και η σύζυγός μου ήμασταν απαρηγόρητοι, τίποτε άλλο δεν κάναμε, μόνο μέρα και νύχτα θρηνούσαμε τη δυστυχία μας.
Για 15 μέρες έμενα κλεισμένος με τη σύζυγό μου στο σπίτι μας , κλαίγοντας διαρκώς και αφού συμπληρώθηκαν 15 μέρες, πήγα στην Εκκλησία κοντά στο σπίτι μου και άναψα την καντήλα της Παναγίας και αφού θυμήθηκα ότι την παρακαλούσα να σώσει την κόρη μου και δεν την έσωσε, έσβησα την καντήλα και είπα με θυμό στην εικόνα της Παναγίας: επειδή δε με άκουσες Παναγία μου, και εγώ σου σβήνω την καντήλα, και πήγα στο σπίτι μου.
Μόλις ξάπλωσα στο κρεββάτι μου, ήρθαν δύο αστραπόμορφοι νέοι, με πήραν, με έβγαλαν από το σπίτι και περπατούσαμε σε μια πεδιάδα. Φοβήθηκα και τους είπα: που με πηγαίνετε; Σε πάμε, μου είπαν, να δεις την κόρη σου. Η κόρη μου, τους είπα, είναι 15 μέρες που πέθανε, δεν υπάρχει. Τότε με αυστηρό ύφος μου είπαν: άπιστε, ακόμα δεν πιστεύεις; Έλα να τη δεις. Και προχωρήσαμε λίγο και φτάσαμε σε ένα θαυμάσιο κήπο, που έμοιαζε με τον Παράδεισο. Στη μέση του Παραδείσου ήταν ένα μεγαλοπρεπέστατο ανάκτορο χτισμένο από χρυσό που λαμποκοπούσε. Μου έδειξαν μια μεγάλη χρυσή πύλη και μου είπαν: μπες από αυτή την πύλη στο ανάκτορο, εκεί θα δεις την κόρη σου.
Μόλις μπήκα από την πύλη, βλέπω μια απέραντη βασιλική αίθουσα. Στην αίθουσα εκείνη βρίσκονταν χιλιάδες παρθένοι, οι οποίες κάθονταν σε χρυσούς θρόνους και δεξιά και αριστερά ήταν λαμπάδες. Τα πρόσωπα των παρθένων άστραφταν πιο πολύ και από τον ήλιο, ενώ το φως των λαμπάδων και εν γένει οι θρόνοι των παρθένων, το κάλλος της αίθουσας και του ανακτόρου ήταν ανερμήνευτο και ακατανόητο.
Παρατηρώντας τις παρθένους, βλέπω την κόρη μου σε χρυσό θρόνο να αστράφτει από την ομορφιά, αλλά οι λαμπάδες της ήταν σβησμένες. Μόλις την είδα, την αναγνώρισα και τρέχω με χαρά να την αγκαλιάσω, να τη φιλήσω, αλλά μόλις πλησίασα, σηκώθηκε από το θρόνο και με αυστηρό βλέμμα με κοίταξε και μου λέει: φύγε από δω. Πώς τόλμησες και ήρθες εδώ να με ενοχλήσεις; Και με έβγαλε έξω από την αίθουσα και ξανακάθησε στο θρόνο της. Εγώ άρχισα να παραπονιέμαι και να της λέω: κόρη μου, γιατί δε με δέχεσαι; Δεν ξέρεις πόσο σε αγαπούσα; Εγώ παρακαλούσα την Παναγία να πεθάνει ο αδελφός σου για να ζήσεις εσύ και να σε έχω μαζί μου και εσύ με διώχνεις; Πάψε, μου λέει, να λες ότι με αγαπάς, διότι αν με αγαπούσες έπρεπε να χαιρόσουνα με την ευτυχία μου, για τη δόξα μου, την τιμή μου, και όχι να λυπάσαι.
Έπρεπε να ευχαριστείς τον Θεό και την Παναγία που με αξίωσαν να έχω τέτοια ευτυχία και δόξα, και όχι να γογγύζεις. Τότε της λέω: κόρη μου, γιατί οι λαμπάδες των άλλων παρθένων είναι αναμμένες, ενώ οι δικές σου σβηστές; Μου απάντησε: εσύ και η μητέρα μου τις σβήσατε με τα δάκρυά σας, κι αν δεν σταματήσετε να κλαίτε, να μη λέτε ότι είμαι κόρη σας. Αυτή τη στιγμή ξύπνησα και σκεφτόμουνα εκείνα τα μεγαλεία που είδα και τη δόξα των παρθένων και της κόρης μου και την ομορφιά που προκαλούσε αμηχανία. Έμεινα εκστατικός πολλή ώρα και αφού συνήλθα, διηγήθηκα στη σύζυγό μου τα όσα είδα και παρηγορήθηκα αρκετά.
Στο μεταξύ ξημέρωσε και τρέχω στην Εκκλησία και πέφτω γονατιστός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και με δάκρυα μετανοίας και χαράς ζητούσα συγχώρεση. Παναγία μου, παρηγορήτριά μου και προστασία και δικιά μου και όλων των Χριστιανών, συγχώρεσέ με για τα άσκοπα και άπρεπα λόγια που σου είπα. Η μεγάλη θλίψη μου, μού προκάλεσε παραφροσύνη. Σε ευχαριστώ χίλιες φορές, σε ευχαριστώ και θα σε ευχαριστώ μέχρι το τέλος της ζωής μου και θα σου ανάβω το καντήλι μέρα και νύχτα.
Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, φόρεσα τα γιορτινά μου ρούχα και βγήκα στην αγορά χαρούμενος, περπατώντας στην κεντρική οδό της πόλης. Μόλις με είδαν οι άνθρωποι, έτρεξαν να με συλληπηθούν. Εγώ τους έλεγα: δε δέχομαι συλληπητήρια. Δέχομαι συγχαρητήρια.
Μερικοί φίλοι και γνωστοί άκουσα να ψιθυρίζουν και να λένε – τι κρίμα – ο μπάρμπα-Πέτρος τα έχασε από την πολλή λύπη. Εγώ τους πλησίασα και τους είπα: όχι, δεν τα έχασα, πριν να δω την κόρη μου τα είχα χάσει, αλλά τώρα που την είδα, είδα ότι ζει και βρίσκεται σε μεγάλη δόξα, τιμή και ευτυχία. Είναι στο χορό των παρθένων, έχω μεγάλη χαρά και θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχισμένο, γιατί έχω κόρη νύμφη του Ουράνιου Νυμφίου.

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: «ΜΕΓΑΛΗ ΟΡΓΗ ΘΑ ΕΛΘΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ»

..Πιστεύω, αν θέλει και ο Θεός, να φύγω γρήγορα. Πρέπει και να φύγω, γιατί, όπως βλέπω, ο κόσμος όλος όλον εις το πονηρόν τρέχει, σαν αμαρτωλός εις την αμαρτία.
Ακράτητοι είναι οι άνθρωποι και λαός και κλήρος, σαν τα αχαλίνωτα άλογα, τρέχουν εις την αμαρτία – ούτε συλλογίζονται Θεό, θάνατο, κρίση, ανταπόδοση, τίποτε – τίποτε, μόνο για την ύλη, για το σώμα, για τις ηδονές, για τις τιμές. Για την ψυχή, για τον Θεό, για την αρετή; τίποτε. Πολύ ολίγοι είναι εκείνοι που έχουν αληθινά ενδιαφέροντα και ίσως χάριν αυτών των ολίγων κρατεί ο Θεός τον κόσμο.

..Ο Σατανάς κάνει την τελευταία έφοδο και εις αυτά τα χρόνια που ευρισκόμεθα μεγάλη θλίψη και μεγάλη οργή θα έρθει εις τον κόσμο..Στην εποχή του Προφήτου Ιερεμίου ο Θεός απεφάσισε να τιμωρήσει τους Ισραηλίτες πολλές φορές και ο Ιερεμίας παρακαλούσε τον Θεό να λυπηθεί το πλάσμα του, τον λαό του και να μην τους τιμωρήσει, για τις αμαρτίες του. Μια φορά. όμως, λέγει του Ιερεμίου θα την καταστρέψω την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας τότε άρχισε να παρακαλεί – Θεέ μου μη την καταστρέψεις και μη τους τιμωρήσεις..,αλλά ο Θεός του είπε – μη με παρακαλάς δεν σε ακούω, θα την παραδώσω εις τους Βαβυλωνίους, που ήδη είχαν πλησιάσει την Ιερουσαλήμ. Τότε λέει ο Ιερεμίας στον Θεό – πως είναι δυνατόν να μπούνε μέσα οι εχθροί που είναι ισχυρά τα τείχη; Εγώ θα ανοίξω τις πόρτες, απάντησε ο Κύριος, για να μπουν. Εάν δεν την παραδώσω εγώ δεν μπαίνου, αλλά εγώ θα την παραδώσω.. Αύριο το πρωί θα καθίσεις σε ένα υψηλό μέρος και θα δεις πως θα την παραδώσω..

Και είδε έναν Άγγελο που πήγε και άνοιξε την Ανατολική θύρα και πήρε τα κλειδιά, κατόπιν στην Δυτική, Νότιο και Βόρειο και τα τοποθέτησε κάτω από μια πέτρα, λέγοντας: Δέξου πέτρα τα κλειδιά της πόλεως αυτής της αμαρτωλού και να τα φυλάξεις εώς ότου επιστρέψουν οι αιχμάλωτοι και κατόπιν εφώναξε ο Άγγελος – Είσελθε η δύναμις των Χαλδαίων και εμπήκαν οι εχθροί μέσα, έσφαξαν και ερήμωσαν και επήραν πολλούς αιχμαλώτους και μαζί με αυτούς και τον Ιερεμία..

Λοιπόν μεγάλη οργή θα έρθει. Πολλά γίνονται, ιδίως δύο μεγάλα κακά, η ασέλγεια και οι εκτρώσεις που κάνουν οι γυναίκες. Τόσο μεγάλο κακό στον κόσμο δεν έγινε σε καμιά εποχή, να σκοτώνουν 6-10 παιδιά οι μητέρες και να μην αισθάνονται καθόλου τύψη της συνειδήσεως, που, αν είχαν λίγο ίχνος μετάνοιας και συναισθήσεως, έπρεπε να ανοίξουν τάφους και να μπουν μέσα να βασανίζονται, αλλά αναίσθητες. Ένα αυτό και δεύτερο η γύμνια των γυναικών. Περπατούν τώρα γυμνές και οι άνδρες γυμνοί, δεν πέφτουν πίσω, αλλά περισσότερο οι γυναίκες και αυτό δεν είναι δυνατόν να το υπομένει ο Θεός. Υπέμεινε και τους επί Νώε αμαρτωλούς και τους Σοδομίτας και Γομορρίτας, αλλά δεν είχαν φτάσει και σε αυτό το σημείο, να περπατούν γυμνοί και να επιδεικνύουν τα σώματά των στους άνδρες για να τους ελκύσουν και παρασύρουν εις την αμαρτία. Ο Θεός είναι μακρόθυμος και μια ώρα παρά Θεού ως 1000 έτη. Μακροθυμεί, αλλά η μακροθυμία του έχει και όρια. «Εάν μη επιστραφήτε, λέγει, την ρομφαίαν αυτού στιλβώσει, το τόξον αυτού ενέτεινε και ητοίμασεν αυτό και εν αυτώ ητοίμασε σκεύη θανάτου, τα βέλη αυτού τοις καιομένης εξειργάσατο».
Λοιπόν ας είμεθα έτοιμοι, διότι ουκ οίδαμε την ώραν ουδέν την στιγμή του θανάτου. Τώρα τι τιμωρία θα μεταχειρισθεί, Εκείνος ξεύρει. Πάντως όμως η τιμωρία θα έλθει..Λοιπόν έγιναν πολλά κακά και γίνονται και εξακολουθούν αλματωδώς να γίνονται. Υπάρχουν και μερικοί ολίγοι καλοί, οι οποίοι μαζί με τους άλλους, φοβούμαι ότι θα υποφέρουν και αυτοί, αλλά αυτοί άμα φυλάξουν την πίστη τους και την αγάπη τους προς τον Θεό, ο Θεός δεν θα τους αφήσει και ολίγα παιδευθέντες μεγάλα ευεργετηθήσονται – οι άλλοι όμως θα παιδευθούν και εδώ και θα παραπεμφθούν στο πυρ το εξώτερον. Αυτά είναι τα χάλια μας..

Δεν είναι δυνατό ποτέ ο Θεός, ο οποίος πάντοτε την αμαρτία την τιμωρεί, να αφήσει τόσα κακά να γίνονται χωρίς τιμωρίαν.. Μόνον να είμεθα έτοιμοι. «Οι πεποιθότες επί Κύριον, εοίκασιν όρει τω αγίω – οι ουδαμώς σαλεύονται, προσβολαίς του βελίαρ» (Αντίφωνον Γ΄των Αναβαθνών του Β΄ήχου).

Εις τον Θεόν να έχουμε την πίστη μας, την ελπίδα μας, την αγάπη μας και δεν θα μας εγκαταλείψει και ας μη μας χωρίσει τίποτα από την αγάπη του Χριστού..


*Από το βιβλίο: «ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ» Γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου (εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη).

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: Ο ΦΟΒΕΡΟΣ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ


Ὁ φοβερός κατακλυσμός τῆς ἁμαρτίας ἀπειλεῖ νά καταποντίση ὅλους, λαϊκούς καί κληρικούς, πλούσιους καί πτωχούς, μεγάλους καί μικρούς, ἄνδρες καί γυναῖκες, γέροντες, νέους καί νήπια, ἐπειδή ὅλοι σχεδόν ἔχουμε ξεκλίνει. Ὅσοι δέ ἔχουν ἐκκλίνει ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, προσπαθοῦν οἱ ἀσεβεῖς, μέ πολλούς τρόπους, νά ἀποπλανήσουν, γιά νά τούς καταστήσουν συνοδοιπόρους στόν δρόμο τῆς ἀπωλείας.

Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: ΣΕ ΧΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ


Πραγματι σέ χάος μεγάλο βρίσκεται ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα. Βαδίζει κατά κρημνῶν. Βαδίζει στό σκοτάδι καί χωρίς πυξίδα.

Ποῦ τελικά θά καταντήση; Ἐκεῖ πού κατάντησαν ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί καί παραβάτες τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀνά τούς αἰῶνες... Ἡ γενεά μας εἶναι πονηρή καί πρός τούς πονηρούς ὁ Κύριος ἀποστέλλει ἀνάλογες τιμωρίες γιά μετάνοιά τους.


Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΦΤΑΣΕ


Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους ἔχουν μάτια καί δέν βλέπουν, ἔχουν αὐτιά καί δέν ἀκοῦν. Ἔχουμε δύσκολους καιρούς καί πονηρές ἡμέρες. 


Ὅποιος μπορέση νά σώσῃ τόν ἑαυτό του, θά ὀνομασθῆ μεγάλος· ἐάν σώσῃ καί ἄλλους, θά ὀνομασθῆ μέγιστος...
Ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἔφτασε. Τήν συγκρατοῦν οἱ προσευχές καί μεσιτεῖες τῆς Παναγίας Μητέρας Του, τῶν Ἁγίων στούς Οὐρανούς καί ὀλίγων ἐκλεκτῶν, πού βρίσκονται στήν γῆ.

 Ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἕτοιμοι καί μετανοημένοι, γιά νά σώσουμε τουλάχιστο τίς ψυχές μας.

Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΒΛΑΣΦΗΜΟΣ

Ο αείμνηστος πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος, Ηγούμενος τότε, για 50 περίπου χρόνια στο ιστορικό Μοναστήρι της Λογγοβάρδας στην Πάρο, στο βιβλίο του "Πόλεμος κατά τής βλασφημίας", σημειώνει κάποια συνταρακτικά περιστατικά τα οποία νομίζουμε ότι αξίζουν για μία ευρύτερη δημοσιότητα.
Γράφει σχετικά: Κατά το έτος 1924, εις την αρχή τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθήμενος εις το κελί μου και μελετών, άκουσα γοερές κραυγές. Σκύβοντας από το παράθυρό μου, είδα στο προαύλιο τής Μονής ένα νέο φορτωμένο επάνω σ’ ένα γαϊδουράκι. Τον βάσταζαν δύο άνθρωποι, οι οποίοι αφού τον κατέβασαν από το υποζύγιο, κρατώντας τον από τα χέρια τον οδήγησαν προς τον Ιερόν Ναόν τής Μονής.
Κατέβηκα κι εγώ στην Εκκλησία, για να πληροφορηθώ τι συμβαίνει. Είδα το παιδί αυτό, πεσμένο στην πόρτα τού Ναού, εντελώς παραμορφωμένο στο πρόσωπο. Όλο του το σώμα, χέρια πόδια, στόμα, μύτη, είχαν στρεβλωθεί, σε μία αλλόκοτη, τερατώδη, και δαιμονική έκφραση. Είδα ότι ήταν και τυφλός... Αυτοί που τον συνόδευαν μπήκαν μέσα και προσκύνησαν τις Εικόνες. Ήταν, όπως έμαθα, ο πατέρας του και ένας εξάδελφός του.
Ξαφνικά βλέπω τον νεαρό, νά σέρνεται σαν φίδι μέσα στην Εκκλησία, και αφού έφθασε στην μέση γονατιστός, στάθηκε μπροστά στις Άγιες Εικόνες και άρχισε να βλαστημάει τον Χριστό... Τον πλησίασα αγανακτισμένος για την ασέβειά του και χαστουκίζοντάς τον δυνατά, τού είπα, "Ασεβέστατε! Και μέσα στην Εκκλησία τολμάς νά βλαστημάς τον Θεό;"
Μαζεύτηκε, και είπε, "Κύριε ελέησον!".
Ρώτησα τον πατέρα του πώς το έπαθε, και μου είπε, ότι ο Γιώργος από μικρό παιδί βλαστημούσε... "Χθες το πρωί, μου είπε, τού φύγανε τα πρόβατα και μπήκαν σε ένα χωράφι σπαρμένο. Πήγε νά τα μαζέψει βλαστημώντας τουλάχιστον 10-15 φορές την Παναγία. Ενώ πλησίαζε στο χωράφι βλασφημώντας συνέχεια, έπεσε κάτω, τυφλώθηκε, και μεταμορφώθηκε η όψη του σε αυτή την τερατώδη κατάσταση. Τον φέραμε στη Μονή, νά τού κάνετε αγιασμό, παρακλήσεις, και ότι άλλο χρειάζεται...".
Τού κάναμε πράγματι όλα αυτά, τού διαβάσαμε και εξορκισμούς, αλλά αυτός ο βέβηλος δεν σταμάτησε να βλαστημάει. Μετά από λίγες μέρες με φώναξε ο υπηρέτης τής Μονής που βοηθούσε τον νεαρό και τον τάιζε και μου είπε,
- Έλα να ιδής τον πάσχοντα. Τού κόπηκε η γλώσσα και δεν μπορεί ούτε νερό νά πιει... ". Πήγα, και έφριξα με ό,τι είδα. Η γλώσσα του, αυτή που συνεχώς βλαστημούσε, ήταν κομμένη και ξεριζωμένη, σφηνωμένη εντελώς στον λάρυγγα.
Την άλλη μέρα, διηγείται ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος, έφυγα για να πάω στην Νάξο. Όταν γύρισα, ρώτησα σχετικά τούς πατέρες και μου είπαν. "Πέθανε εδώ και δύο μέρες. Ο πατέρας του είχε πάει στο χωριό για να φέρει καθαρά ρούχα για την ταφή, και ο υπηρέτης είχε πάει σπίτι του. Την νύκτα τού θανάτου του, ακούγαμε στο Μοναστήρι χορούς, φασαρίες, και τραγούδια: «ΕΙΣΑΙ ''ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ'' ΤΩΡΑ...».
Ξυπνήσαμε όλοι, νομίζοντας ότι τραγουδούσαν και χόρευαν οι υπηρέτες τής Μονής. Ο πατήρ Σάββας μάλιστα, πήρε το ραβδί του για να πάει να τούς διώξει. Ανοίγοντας το παράθυρο, τρεις η ώρα τη νύκτα, άκουσε φωνές στο σκοτάδι που έλεγαν δυνατά, " Γιώργο! Γιώργο! Έλα δω, πού πας να φύγεις! Είσαι δικός μας τώρα...".
Αφού παύσανε αυτοί, ακούστηκαν άλλες φωνές απέναντι από το μέρος των τραγουδιών... "Βρε, ελάτε εδώ, μη φοβάστε, τον πήραμε εμείς τον Γιώργο!" Ο πατήρ Σάββας έντρομος τότε, από τις φωνές των δαιμόνων που τραβούσαν μαζί τους την ψυχή τού βλάσφημου, άρχισε να προσεύχεται στον Χριστό και την Παναγία ζητώντας βοήθεια.
Πράγματι σταμάτησαν οι φωνές και οι δαίμονες έγιναν άφαντοι. Όταν μετά από λίγο κατέβηκε και πήγε στο δωμάτιο τού παιδιού, το βρήκε πεθαμένο και ριγμένο με δύναμη, έξω από το σπίτι. Φόβος και τρόμος μάς κατέλαβε όλους, γράφει ο πατήρ Φιλόθεος.