ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

ΚΑΛΛΙΟ ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Ο ψαράς είχε απελπιστεί. Δεν είχε πιάσει τίποτα όλη μέρα. Πώς θα γύριζε σπίτι του; Με άδεια χέρια; Ξανάριξε τα δίχτυα του ακόμα μια φορά, γεμάτος ελπίδα.
Και να που αυτή τη φορά ένιωσε ένα πολύ μικρό ταρακούνημα στα δίχτυα του. Ενθουσιασμένος τα τράβηξε γρήγορα, για να δει τι είχε πιάσει. Όμως το μόνο που αντίκρισε παγιδευμένο στα δίχτυα του ήταν μια μικρή μαριδούλα. Ο ψαράς μας αναστέναξε. Σίγουρα δεν ήταν η τυχερή του μέρα. «Ε, τι να κάνουμε, ψάρι είναι κι η μαρίδα», αναλογίστηκε κι έσκυψε να την αρπάξει με τη χούφτα του.

«Σε παρακαλώ, καλέ μου ψαρά, μην με φας!», ακούστηκε εκείνη τη στιγμή η φωνή της μαρίδας. «Αν με φας, σάμπως θα χορτάσεις; Μισή μπουκιά ψαράκι είμαι! Περίμενε λίγο καιρό, να μεγαλώσω, να παχύνω κι ύστερα έρχεσαι και με ξαναπιάνεις!».
Ο ψαράς μας το σκέφτηκε για λίγο και έπειτα απάντησε αποφασιστικά στη μαρίδα: «Θα ήμουν πολύ ανόητος να σε αφήσω να φύγεις τώρα που σε κρατάω στα χέρια μου. Ποιος μου λέει με σιγουριά ότι αν σε αφήσω τώρα, θα σε πιάσω όταν μεγαλώσεις και παχύνεις;».


Πραγματικά, πολλές φορές δεν δίνουμε σημασία και προσπερνάμε τα μικρά πράγματα ή, ακόμα, και τις μικρές ευκαιρίες που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε εδώ και τώρα, γιατί ελπίζουμε ότι αργότερα ίσως μας παρουσιαστεί κάτι μεγαλύτερο, μια μεγαλύτερη ευκαιρία. Σ' αυτές τις περιπτώσεις σοφό είναι να ενεργούμε όπως ο ψαράς και να θυμόμαστε την λαϊκή μας παροιμία: Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι!

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΡΚΑΡΗΣ

Κάποια μέρα, ένας από τους μεγαλύτερους πανεπιστημιακούς καθηγητές και υποψήφιος του βραβείου Νόμπελ, διάσημος σε όλο τον κόσμο, έφθασε στις όχθες μια λίμνης.
Ζήτησε από τον βαρκάρη να του κάνει το γύρο της λίμνης για να ξεκουραστεί και να απολαύσει τη σπάνια ομορφιά της. Ο βαρκάρης ανταποκρίθηκε με πολύ προθυμία. Όταν απομακρύνθηκαν από την ακτή, ο καθηγητής άρχισε τις πειρακτικές ερωτήσεις του.

-Φίλε μου, γνωρίζεις μαθηματικά, τον ρώτησε.
-Όχι, απάντησε συνεσταλμένα ο βαρκάρης.
-Έχεις χάσει το ένα τέταρτο της ζωής σου, ήταν η απάντηση του καθηγητή.
-Μήπως ξέρεις αστρονομία; συνέχισε το πείραγμα.
-Όχι, απάντησε ο βαρκάρης.
-Έχεις χάσει τα δύο τρίτα της ζωής σου. Τότε θα γνωρίζεις φιλοσοφία.
-Όχι, απάντησε και στην τρίτη ερώτηση ο βαρκάρης.
-Κρίμα! Έχεις χάσει τα τρία τέταρτα της ζωής σου, αποφάνθηκε ο σοφός καθηγητής.

Ξαφνικά μια καλοκαιριάτικη καταιγίδα ξέσπασε. Η βάρκα, καταμεσής της λίμνης, χοροπηδούσε σαν καρυδότσουφλο. Ο αγέρας σφύριζε δαιμονισμένα. Απεγνωσμένα προσπαθούσε ο βαρκάρης να κρατήσει τη βάρκα του. Γύρισε τότε προς τον καθηγητή και τον ρώτησε:

-Καθηγητά μου, ξέρετε να κολυμπάτε;
-Όχι, απάντησε εκείνος ξέψυχα.
-Λυπάμαι, αλλά εσείς χάσατε όλη σας τη ζωή!

Ένα δυνατό κύμα αναποδογύρισε τη βάρκα…
«Μεριμνάς και τυρβάζει περί πολλά∙ ενός δε εστί χρεία» (Λουκ.10,41).

Μάθε να κολυμπάς…

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

 ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
π. Δημητρίου Μπόκου

Τραντάχτηκαν συθέμελα τὰ ψηλὰ βουνὰ ἀπὸ τὸ ξαφνικὸ μπουμπουνητό. Σὰν ἀπὸ στόματα μυριάδων κανονιῶν ἡ τρομερὴ βροντὴ ξεχύθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ οὐρανοῦ, χτύπησε πάνω στὸ γυμνὸ καύκαλο τῆς ψηλότερης βουνοκορφῆς, κατρακύλησε σὰν ὕπουλο ἑρπετὸ στὴ σκιερὴ ρεματιά, κόχλασε ὑπόκωφα στὶς χαμηλὲς λοφοσειρές, σκαρφάλωσε σὰν αἴλουρος στὴν ἁπλωτὴ ράχη τῆς ὀροσειρᾶς, χύθηκε σὰν τὸ γεράκι στ’ ἀνοιχτὸ διάσελο, χαμήλωσε, ξεθύμανε, ἔσβησε…
Ὁ ἥλιος σκοτείνιασε ξαφνικά. Τὸ μαγιάτικο δειλινὸ χάθηκε αὐτοστιγμεί. Πυκνὰ μαῦρα σύννεφα σκέπασαν τὸ φωτεινὸ γαλάζιο τοῦ ἄπειρου, ἔριξαν στὴ γῆ τὴ βαρειά τους σκιά. Δυνατὸς ἀνεμοστρόβιλος, πρόδρομος καταιγίδας, σάρωσε κοιλάδες καὶ πλαγιές. Μιὰ δεύτερη βροντὴ ἀκολούθησε κατὰ πόδι τὴν πρώτη καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν στὸ λεπτό. Ἡ ξαφνικὴ νεροποντὴ συνεπῆρε τὰ πάντα. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, σκορπισμένοι στὸ ὕπαιθρο, ὥσπου νὰ στρέψουν ἀπορημένοι τὰ κεφάλια τους, βρέθηκαν ἐντελῶς ἀκάλυπτοι κάτω στὸ ἀνελέητο, ἀπρόσμενο μαστίγωμά της. Πῶς ξέσπασε ξαφνικὰ τέτοιο κακό;
Ἦταν στὰ μέσα τοῦ Μάη κι ὁ κόσμος τοῦ μικροῦ χωριοῦ, ξωμάχοι ἄνθρωποι, βρίσκονταν ὅλοι στὰ χωράφια. Τὸ Πάσχα ἦρθε κι ἔφυγε μὲς στὴ χαρά, ἔσμιξαν ὅλοι ξανὰ καὶ γιόρτασαν μὲ τὰ ξενάκια τους, γέμισαν οἱ καρδιὲς ἀπ’ τὴν περίσσια εὐφροσύνη τῆς Λαμπρῆς. Τὸ ἔαρ τῶν ψυχῶν συνδυάστηκε τέλεια μὲ τὸ ἔαρ τῆς φύσης. Ἕνας θαυμάσιος καιρὸς συντρόφευε ὅλες τὶς μέρες τὴν ἀναστάσιμη χαρά τους. Ἐνθουσιασμένα ἰδιαίτερα τὰ παιδιὰ τίμησαν μὲ τὸ παραπάνω τὸν ὑπέροχο συνδυασμό.
Ἀλλὰ καὶ ἀπόλαμπρα ἡ καλοκαιρία ἐξακολούθησε στὸν ἴδιο ρυθμό. Στὸ ὀρεινὸ μικρὸ χωριὸ ὁ ἐρχομὸς τῆς ἄνοιξης θύμιζε παράδεισο. Ὅλοι ξεχύθηκαν μὲ κέφι στὶς δουλειές τους. Ἀναστημένη ἀπ’ τὴ βαρυχειμωνιὰ ἡ γῆ τους, γιόρταζε τὴ δική της πασχαλιά. Μικροὶ-μεγάλοι χαίρονταν τοὺς ἀνθοστόλιστους ἀγρούς, καταπιάνονταν μὲ ἀνοιξιάτικες σπορές, πάλευαν γεμάτοι ὄρεξη τὸν φτωχικό, μὰ ἀγαπημένο τόπο τους. Τὰ ζωντανά τους σκόρπισαν στὶς καταπράσινες νομές. Νύχτα καὶ μέρα τὰ λιγυρὰ κυπροκούδουνα, ἀνάκατα μὲ μουγκανητὰ καὶ βελάσματα, συνόδευαν μὲ τὴ γλυκόφωνη ἠχώ τους τὴν ἐργατιά. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ Μάη φάνταζε πραγματικὰ παραδεισένια. Ἦταν πανέμορφες οἱ μέρες του, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἀπόγευμα μαγευτικό. Ποῦ φώλευε κρυμμένη τόση μανία καὶ καταστροφή;
Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, ξαφνιασμένη ἀπ’ τὴν ἀπότομη ἀνατροπή, στάθηκε μπρὸς στὸ παράθυρο ἐκστατική. Δὲν πρόλαβε οὔτε τὰ τζάμια νὰ κλείσει, τόσο ἀπρόσμενα ξέσπασε ἡ καταιγίδα. Τὸ ὑπερθέαμα τῆς καιρικῆς ἀλλαγῆς αἰχμαλώτισε τὸ βλέμμα της. Ἡ κεραυνοβόλα εἰσβολὴ τοῦ σαρωτικοῦ δρόλαπα τὴν καθήλωσε κατὰ κράτος. Ἕνα τρομακτικὰ μεγαλειῶδες μυστήριο ἀναδυόταν ἀπ’ τὸν ἐκκωφαντικὸ ὀρυμαγδὸ τῆς σφοδρῆς θύελλας. Διαμετρικὰ ἀντίθετο ἀπ’ τὴ σαγηνευτικὴ μαγεία τοῦ ἐδεμικοῦ δειλινοῦ ποὺ προηγήθηκε. Mysterium tremendum καὶ mysterium fascinans (τρομερὸ καὶ γοητευτικὸ μυστήριο), ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος της φιλόσοφος Rundolf Otto. Πῶς γίνεται νὰ εἶναι τόσο ὄμορφα καὶ τὰ δυό; Ἡ ὀμορφιὰ νὰ δείχνει τόσο ἀντίθετες, ἀλληλοαναιρούμενες πλευρές; Νὰ συνυπάρχουν δυὸ ἀπόλυτα ἀντιφατικὲς ὄψεις στὸν ἴδιο κόσμο;
-  Ἀνθή! Ἀνθούλα! Ποῦ εἶσαι;
Ἡ δυνατὴ λαχανιαστὴ φωνὴ τῆς γριᾶς ποὺ ἀνέβαινε κουτσαίνοντας ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὸν φιλοσοφικό της ρεμβασμό.
-  Ἐδῶ, γιαγιά! εἶπε γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος της.
-  Τ’ ἁγιοκέρι, παιδί μου! Γρήγορα!
-  Τί εἶπες; ρώτησε ἀπορημένη.
-  Τὸ κερὶ τῆς Λαμπρῆς, παιδί μου! Τρέξε, μὴν ἀργεῖς!
Ἡ ἐγγονὴ δὲν κουνήθηκε. Ἔμεινε νὰ κοιτάζει σὰν χαμένη τὴ γριά. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ἀκόμα τί τῆς ἔλεγε. Μὰ ἡ γριὰ δὲν εἶχε ὑπομονή.
-  Τί μὲ κοιτᾶς σὰν ἄγαλμα; Δὲν ἀκοῦς τί σοῦ λέω; Τρέξε φέρε τὴ λαμπάδα τῆς Ἀνάστασης! Ὁ κόσμος χάνεται, δὲν βλέπεις;
Χά! Τί θυμήθηκε τώρα ἡ γιαγιά της! Τὸ κερὶ τῆς Ἀνάστασης! Θὰ ξόρκιζε τέτοιο χαλασμὸ μ’ αὐτό! Πλάκα εἶχε πραγματικά!
Μὰ ἡ γριὰ δὲ χωράτευε.
-  Καλά, χάζεψες γιὰ τὰ καλά; Κουνήσου, δὲν καταλαβαίνεις; Ὁ πατέρας σου, ἡ μάνα σου, τ’ ἀδέρφια σου, ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἐκεῖ ἔξω. Τί περιμένεις; Νὰ πνιγοῦν πρῶτα καὶ μετὰ νὰ κουνηθεῖς;
Θέλοντας καὶ μή, πῆγε νὰ ψάξει γιὰ τὸ κερί. Ποῦ νὰ βρισκόταν τώρα κι αὐτό; Οὔτε κὰν θυμόταν ποῦ τὸ εἶχε πετάξει τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης, ὅταν γύρισαν σπίτι. Μέσα της γέλαγε μὲ τὴν ἀφέλεια τῆς γιαγιᾶς της, μὰ δὲν μποροῦσε τώρα νὰ τῆς φέρει ἀντίρρηση. Ὄχι, δὲν συμφωνοῦσε μ’ αὐτὰ ἡ Ἀνθή. Εἶχε ἀποστασιοποιηθεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὶς ἁπλοϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ. Σπούδαζε φιλοσοφία, δὲν ἦταν τὸ ἄβγαλτο κοριτσόπουλο τοῦ χωριοῦ. Οἱ ὑψηλὲς σπουδές της ἀναπροσδιόρισαν πολλὰ πράγματα μέσα της. Καὶ κυρίως πολλὲς ἀπ’ τὶς θρησκευτικές της ἀντιλήψεις.
Ἐξωτερικὰ βέβαια δὲν ἔδειχνε ἀλλαγή. Φρόντιζε ἡ συμπεριφορά της νὰ μὴν εἶναι διαφορετική. Δὲν εἶχε καὶ πολλὴ ὄρεξη νὰ καταπιάνεται σὲ ἀτέρμονες καὶ ἀνώφελες συζητήσεις μὲ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ἀναστατώνει ἄσκοπα. Ἀκολουθοῦσε καὶ ὅλες τὶς συνήθειες τους, ὄπως τὶς ἤξερε ἀπὸ μικρή, ἰδιαίτερα τὶς μεγάλες γιορτινὲς μέρες τοῦ χρόνου. Στὸ μικρὸ χωριό τους δὲν εἶχε καὶ μεγάλα περιθώρια νὰ διαφοροποιεῖ τὸ πρόγραμμά της. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὅμως τῆς ἄρεσαν καὶ αὐτηνῆς τὰ γιορτινὰ ἔθιμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Μὰ τὰ ἔβλεπε σὰν ἔθιμα ἀκριβῶς. Καλὰ γιὰ νὰ ἀλλάζουν τὴν καθημερινὴ ρουτίνα τοῦ καταπονημένου ἀνθρώπου, ἀλλὰ τίποτε παραπάνω. Ὁ φιλοσοφικὸς θεός της δὲν εἶχε καὶ πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸν φτωχὸ Ἰησοῦ τῆς παιδικῆς της ἡλικίας.
Τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης κρατοῦσε κι αὐτὴ τὴ λαμπάδα της σὰν ὅλο τὸν κόσμο. Μὰ δὲν ἔβλεπε μπροστά της τὸν Θεὸ ποὺ ἔπασχε, φορώντας ἀνθρώπινη φύση καὶ κουβαλώντας στὴν πλάτη του τὸν πόνο τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτὰ ἦταν γι’ αὐτὴν μία εἰλικρινής, βέβαια, ἀλλὰ οὐτοπικὴ καὶ ρομαντικὴ προσπάθεια ἑνὸς εὐγενικοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς μοίρας τοῦ κόσμου. Τὸ ἐξωπραγματικὸ ὄνειρο ἑνὸς ἁγνοῦ ἀγωνιστῆ, μὲ προδιαγεγραμμένη ὅμως τὴν ἀποτυχία του. Κάθε ὑπερφυσικὸ στοιχεῖο στὴ μορφή του, γέννημα ἁπλοϊκῆς εὐπιστίας καὶ ὄχι ὀρθῆς λογικῆς, εἶχε ἐξοβελισθεῖ ἀπὸ τὴ σκέψη της.
Μπροστά της ἔβλεπε τὸν γνήσιο, ἀληθινὸ ἄνθρωπο, ποὺ ρίχτηκε ἀπὸ τὴ μοίρα του βορὰ στὰ φοβερὰ γρανάζια τῆς παντοδύναμης ἐξουσίας καὶ ἦταν τόσο φυσικὸ νὰ ἔχει τὸ τέλος ποὺ εἶχε. Τοῦ ἐπιφυλάχτηκε ὁ ρόλος τοῦ συμπαθέστερου ἴσως θύματος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Μὰ ἡ νεαρὴ φοιτήτρια δὲν μποροῦσε τώρα πιὰ νὰ δεῖ κανένα ἀναστημένο Θεὸ πίσω ἀπ’ τὴ θλιβερὴ εἰκόνα τοῦ σταυρωμένου ἀνθρώπου Ἰησοῦ. Ἡ παιδική της πίστη εἶχε νικηθεῖ. Ὁ νέος της θεός, ἀξιοπρεπής, χαλκευμένος στὰ τελειότερα διανοητικὰ ἐργαστήρια τῆς σκεπτόμενης ἀνθρωπότητας, ὑπερβατικός, ἄγνωστος, absconditus, μακρινὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἀπροσπέλαστος στὸ κλειστό του ὑπερπέραν, ἂν ὑπῆρχε, δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀδύναμη, πάσχουσα δουλικὴ μορφὴ τοῦ ταπεινοῦ Ναζωραίου.
Κι ἀκόμα, ἂν καὶ τὴν ἐνέπνεε τὸ συμπαθητικὸ μὰ ἄτυχο μεγάλο ἐκεῖνο θύμα, ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐξόργιζαν πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λέγονταν πιστοὶ κι ἀκόλουθοί του. Καὶ περισσότερο κάποιες ἐνέργειες πολλῶν του ἐκπροσώπων. Ὅπως καὶ τὸ βράδυ τῆς φετινῆς Ἀνάστασης. Δὲν τῆς ἔφτανε ὁ δικός της σκεπτικισμός, ἦρθε καὶ μιὰ ἄτυχη σκηνὴ νὰ ἐπαυξήσει τὴν ἀρνητική της πνευματικὴ προδιάθεση.
Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ ἐκκλησία εἶχε βυθιστεῖ στὸ σκοτάδι, οἱ ψάλτες εἶχαν ψαλμωδήσει κατὰ δύναμιν σὲ ἦχο βαρὺ τὸ ἐπιβλητικὸ Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωί… καὶ στὸ κεφαλόσκαλο τῶν ἱερῶν βημοθύρων πρόβαλε πορφυροντυμένος ὁ λειτουργός. Ὑψώνοντας τὸ ἀναμμένο ἀπ’ τὴν ἀκοίμητη κανδήλα λαμπριάτικο τρικέρι του, ἄρχισε μὲ βροντερὴ φωνὴ καὶ σὲ πλάγιο τοῦ πρώτου, τὸν πανηγυρικότερο τῶν ἤχων, τὸ Δεῦτε, λάβετε φῶς…
Ἀπαντώντας στὴν πρόσκλησή του τὸ ἐκκλησίασμα κινήθηκε σὰν ἕνα σῶμα μπροστά. Ὕψωσαν ὅλοι τὶς λαμπάδες τους νὰ πάρουν τὸ ἅγιο φῶς. Δημιουργήθηκε στὴ στιγμὴ ἕνας μικρὸς πανικός. Οἱ πιὸ βιαστικοὶ σπρώχτηκαν, ἔδωσαν καὶ πῆραν ἀγκωνιές, κάποιοι πρόλαβαν κιόλας νὰ ψιλοβριστοῦν στὰ μουλωχτά, τὸ πρῶτο κύμα τέλος πάντων, παλεύοντας γιὰ τὸ εὐλογημένο φῶς, ἔπεσε σχεδὸν ἐπάνω στὸν παπά.
Ὑψώθηκαν ψηλὰ τόσες λαμπάδες ποὺ σκέπασαν τελικὰ τὸ ἀναμμένο τρικέρι καὶ ἕνα-ἕνα τὰ κεριά του ἔσβηναν. Ἡ πίεση ἦταν μεγάλη. Ὁ παπὰς ὑποχωροῦσε λίγο-λίγο πρὸς τὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κρατήσει ἀναμμένο τὸ φῶς, μὰ οἱ «φλογεροὶ» ἐνορίτες του τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπτόητοι. Μὲ τὰ πολλὰ τὸ τρικέρι ἔσβησε. Ὁ παπὰς φρένιασε. Βλέποντας τοὺς μπροστινούς, σπρωγμένους ἀπ’ τοὺς παραπίσω, νὰ ἔχουν περάσει καὶ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ νὰ πατοῦν σχεδὸν στὴν Ἅγια Τράπεζα μπροστά, τοῦ ἀνέβηκε τὸ αἷμα στὸ κεφάλι.
-  Πίσω, ἀθεόφοβοι! ξέσπασε ἀσυγκράτητος.
Τυφλωμένος ἀπὸ ἀγανάκτηση ἔκανε νὰ κατεβάσει τὸ σβηστὸ τρικέρι πάνω στὰ κεφάλια τους, μὰ τὴν τελευταία στιγμή, σὰν ἀπὸ θαῦμα, κρατήθηκε. Ἡ ἀνθρώπινη πλημμυρίδα πρὸς στιγμὴν ἀνακόπηκε. Μουδιασμένος λίγο ὁ παπάς, σὰν νὰ αἰσθάνθηκε τὴν ἐκτροπή του, ξανάναψε τὸ τρικέρι καὶ ξαναβγῆκε. Μὰ ἡ ζημιὰ στὴν ψυχὴ τῆς Ἀνθῆς εἶχε γίνει. Καταγράφοντας τὴ σκηνὴ ἀκούνητη ἀπ’ τὸ στασίδι της, φούντωσε. Μιὰ βαθειὰ ἀπέχθεια εἰσέβαλε σὰν ἄνεμος σαρωτικὸς στὴν ψυχή της. Ὑπάρχει τίποτε ἀληθινὸ ἐδῶ μέσα; Τί σχέση μπορεῖ νά ’χουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὸν φτωχὸ Ναζωραῖο ποὺ ἀγωνίστηκε γιὰ τὸν ἁγνὸ σκοπό του καὶ πέθανε γι’ αὐτόν; Πιστεύει ἀκόμα κανένας ἀληθινὰ σ’ αὐτόν; Νά, ποὺ ἡ θυσία του ἀποδείχτηκε ἀνώφελη! Μήπως πράγματι ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τελικὰ τίποτε παραπάνω ἀπὸ ἕνα καλοστημένο ψέμα!
Ὅλοι εἶχαν ἀνάψει τὶς λαμπάδες τους, ἔβγαιναν ἔξω γιὰ τὴν Ἀνάσταση, μὰ αὐτὴ δὲν ἔπαψε νὰ στέκει ἀκίνητη, μὲ τὴ λαμπάδα της ἀκόμα σβηστή. Ἡ ἀπέχθεια καὶ ἡ ὀργὴ μέσα της εἶχαν πετρώσει τὴν καρδιά της. Τελικὰ πῆρε φῶς ἀπὸ τὴ διπλανή της γιὰ νὰ μὴ δώσει στόχο στοὺς γύρω της. Μὰ μέσα της ἀνάδευε σκοτάδι πηχτό. Ἡ λειτουργία τελείωσε, ὁ κόσμος μετάλαβε, μὰ αὐτή, ἀηδιασμένη, οὔτε ποὺ πλησίασε καθόλου, ἂν καὶ τό ’χε πάντα συνήθεια, ἔτσι γιὰ τὸ καλό, νὰ μεταλαβαίνει. Ὅλοι χαίρονταν, γελοῦσαν, εἶχαν κιόλας ξεχάσει τὸ συμβάν, μὰ αὐτὴ δὲν ἔλεγε νὰ πάρει τὸ μυαλό της ἀπὸ αὐτό.
Ἔφερε τὴ λαμπάδα της ἀναμμένη στὸ σπίτι, μιὰ καὶ ἡ γιαγιά της, κουτσὴ κι ἀνίκανη γιὰ πολλὲς μετακινήσεις, περίμενε τὸ ἅγιο φῶς. Ἡ γριὰ ἄναψε εὐλαβικὰ ἀπ’ τὴ λαμπάδα τῆς ἐγγονῆς τὸ καντήλι της, ἀφοῦ σταυροκοπήθηκε πολλὲς φορές. Θὰ τὸ φύλαγε τώρα μέρα νύχτα σὰν τὰ μάτια της νὰ μὴν τῆς σβήσει. Ἡ ἐγγονὴ νευρίαζε μὲ ὅλα αὐτά, μὰ τί νά ’κανε; Ἡ γιαγιά της δὲν σήκωνε ἀστεῖα σ’ αὐτά. Ὅταν κάποτε ἡ ὅλη ἱεροτελεστία τέλειωσε, ἡ Ἀνθὴ πῆρε τὴ λαμπάδα της καὶ τὴν πέταξε ἀδιάφορα σὲ κάποιο ντουλάπι.
Ἄντε τώρα νὰ θυμηθεῖ ποῦ ἦταν καταχωνιασμένη καὶ νὰ ψάχνει! Μὰ ἔτρεξε νὰ κάνει γρήγορα. Ἡ γιαγιά της δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ παραιτοῦνταν ἀπ’ τὸν σκοπό του. Δὲν ἄργησε νὰ τὴ βρεῖ πατικωμένη κάτω ἀπὸ ἄλλα πράγματα καὶ σπασμένη στὴ μέση. Καιρὸς ἦταν! Οὔτε πέντε λεπτὰ δὲν εἶχε ποὺ ξέσπασε τὸ κακό, μὰ ὁ κόσμος ἔξω χάλαγε. Ἡ δυνατὴ βροχὴ γύρισε ἀπότομα σὲ καταστροφικὸ χοντρὸ χαλάζι. Ἕνα σφίξιμο ἀνέβηκε καὶ στὴ δική της καρδιά. Ἔφερε γρήγορα τὴν τσακισμένη λαμπάδα στὴ γιαγιά της.
Ἡ γριὰ τὴν ἄναψε ἀμέσως ἀπ’ τὸ καντήλι ὅπου ἔκαιγε τὸ ἅγιο φῶς. Πῆγε κοντὰ στὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο, ἴσιωσε τὸ σακατεμένο ἀπ’ τὸ χρόνο μικρό της ἀνάστημα κι ἔκαμε τρεῖς φορὲς τὸν σταυρό της, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πάνω ποὺ μιὰ νέα φοβερὴ βροντὴ ἄρχισε νὰ τραντάζει γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὴ γῆ καὶ τὰ οὐράνια, ὕψωσε τὸ ἀναμμένο σπασμένο ἁγιοκέρι τῆς Λαμπρῆς κόντρα στὴν τρομερὴ θύελλα, σταύρωσε μ’ αὐτὸ τρεῖς φορὲς τὰ πέρατα καὶ εἶπε καθαρὰ καὶ δυνατὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχε καλὰ μαθημένα ἀπ’ τὴ συχωρεμένη μάνα της: Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος! Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν!
Ἡ Ἀνθὴ παρακολουθοῦσε ἀσάλευτη. Ἡ εἰρωνική της διάθεση ἔκανε φτερά. Ἐντυπωσιάστηκε ἀπ’ τὴ βαθειὰ πίστη καὶ τὸ σθένος τῆς γιαγιᾶς της. Ἡ ἀγράμματη, μικρόσωμη, κουτσὴ γριὰ φάνταξε μπροστά της ἴδιος ἀρχάγγελος μὲ πύρινη ρομφαία. Μὰ ὅ,τι ἀκολούθησε τὴν τράνταξε ἀκόμα περισσότερο.
Ἡ φοβερὴ βροντὴ κόπηκε μαχαίρι στὴ μέση. Τὸ φονικὸ χαλάζι ποὺ ἀλύπητα μαστίγωνε κατάσαρκα τὴ γῆ, ἐντελῶς ἀνέλπιστα σταμάτησε ἀπότομα. Ἡ μανιασμένη λαίλαπα ἔκοψε ξαφνικὰ τὴν ὁρμή της. Σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔβαλε χαλινὸ καὶ νὰ τὴν πρόσταξε νὰ σταθεῖ. Σιώπα, πεφίμωσο! Τὰ σύννεφα ἄρχισαν νὰ τρέπονται σὲ ἄτακτη φυγὴ κυνηγημένα. Ἰριδίζοντας μὲ τὰ στιλπνά του χρώματα τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ, σημεῖον τῆς διαθήκης ἀναμέσον οὐρανοῦ καὶ γῆς, ἔλαμψε παρήγορο. Ὁ οὐρανὸς καθάρισε γοργά, τὸ φῶς ἀγκάλιασε τὴ γῆ ξανὰ πρὶν ἔλθει ἁπαλὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. Ὁ κοσμάκης σώθηκε!
-  Δόξα σοι, Θεέ μου! Δόξα σοι, Παναγία μου! σταυροκοπήθηκε πάλι ἡ γριά.
Κάποιος εἶχε τὴ δύναμη λοιπὸν νὰ ἐπιτιμᾶ τὸν ἄνεμο καὶ τὸ σύννεφο καὶ στὸ πρόσταγμά του ὁ κεραυνὸς καὶ ἡ θύελλα πισωγύριζαν ὑπάκουα. Κάποιος ποὺ τὸν γνώριζαν τὰ τρομερὰ στοιχεῖα τῆς φύσης καὶ ποὺ αὐτὴ ἠθελημένα ἀγνοοῦσε.
Κι ἐνῶ ἡ γριὰ κούτσα-κούτσα ξανακατέβηκε στὴ δουλειά της σὰν νὰ μὴν ἔγινε τίποτε παράξενο, σὰν νά ’χε κάνει τὸ πιὸ συνηθισμένο πράγμα τοῦ κόσμου, ἡ ἐγγονή της συγκλονισμένη, μὲ πόδια ποὺ ἔτρεμαν, κάθησε στὸν καναπέ. Προσπάθησε νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ μυαλό της, νὰ ἐπεξεργαστεῖ τὰ δεδομένα. Μὰ ἡ δυναμικὴ τοῦ πράγματος ἀρνιόταν νὰ ὑποταχτεῖ στὴ λογική της. Ἦταν τόσο ἀπρόσμενα ὅλα, τόσο δυνατά, ποὺ μόνο σύμπτωση καὶ τύχη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπικαλεστεῖ. Κάποιος ἄλλος παράγοντας ἔξω καὶ πάνω ἀπὸ τὴ φύση εἶχε μπεῖ ὁρμητικὰ σὲ δράση. Τὰ γεγονότα νικοῦσαν τὴ λογική της.
Οἱ καλοστημένοι ἀνθρώπινοι λογικοὶ στοχασμοὶ ποὺ τὴν κρατοῦσαν μὲ τὴν πειθώ τους θαμπωμένη ὑποχώρησαν. Ἀνέσυρε ἀπ’ τὸ βυθὸ τῆς λήθης τὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἤξερε ἀπὸ μικρή, πὼς εἶχε κατεβεῖ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ μὲ σκοπὸ νὰ προκαλέσει καὶ ὄχι νὰ χαϊδέψει τὴ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Πῶς θὰ τὸ ἔκανε αὐτό; Φανερώνοντας καὶ δείχνοντας τὸν Πατέρα. Ὄχι μιὰ ἐπινοημένη καὶ ὑποταγμένη στὰ μέτρα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς θεότητα. Ἀλλὰ τὸν ἐντελῶς ἀσύλληπτο στὴ γήινη σοφία, στὸν ἀνθρώπινο στοχασμὸ Θεό, ποὺ παίζει στὰ δάχτυλά του τοὺς σοφοὺς ἀποδεικνύοντας μωρία τὴν ἐξυπνάδα τους.
Καὶ οἱ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρές του πάλι τὸ ἴδιο ἔκαμαν. Ὁ λόγος καὶ τὸ κήρυγμά τους ἦταν οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις. Δὲν νοιάστηκαν ποτὲ νὰ πείσουν τὴν ὑπεροπτικὴ ἀνθρώπινη σκέψη. Κατέθεσαν ἁπλῶς ἀπέναντί της γεγονότα: Αὐτὸ ποὺ εἶδαν, ποὺ ἄκουσαν, ποὺ ψηλάφησαν, ποὺ ἔζησαν κοντά του. Τὴ ζωντανὴ ἁπτὴ ἐμπειρία τους κόντρα στὰ περισπούδαστα τεχνάσματα καὶ τὰ περίτεχνα σοφίσματα τῆς γαυριώσας χοϊκῆς νόησης. Μιὰ ἐμπειρία πού, δίχως νὰ καταργεῖ, ξεπερνοῦσε τὴ λογική. Καὶ ἄφησαν στὸν καθένα τὴν ἐπιλογὴ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸ μήνυμά τους ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψει. Νὰ τοὺς θεωρήσει ἀπατεῶνες ἢ ἀξιόπιστους. Ἐλεύθερα.
Πῆρε στὰ χέρια της τὸ ἱερὸ βιβλίο ποὺ βρισκόταν χρόνια ξεχασμένο στὸ ράφι. Τὸ ξεφύλλισε ἀργά, βρῆκε τὸν τόπο ὅπου ἦταν καταγραμμένη ἡ μαρτυρία τους: Ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, αὐτὸ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν… Ὅ,τι ἀκριβῶς σκανδάλιζε τὴν ἐπηρμένη λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ κατέθεταν οἱ αὐτόπτες. Πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποσιωπήσουν, γιατὶ τὰ ἔζησαν καὶ τοὺς συγκλόνισαν: Ὅτι ἡ σταύρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦταν κάποιο ἀπρόβλεπτο ἀτύχημα. Ἀντιθέτως! Ἦταν τὸ σχέδιό του αὐτό. Νὰ γεννηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πάθει, νὰ θυσιασθεῖ. Ὅλα αὐτὰ ἑκούσια, γιὰ λογαριασμὸ ὅλων, ἀπὸ ἀνείπωτη ἀγάπη, δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρός, Θεὸς ἀληθινός, Κύριος τῶν πάντων, ὁ τάφος δὲν μπόρεσε νὰ τὸν κρατήσει. Ἀναστήθηκε αὐτεξουσίως, μὲ τὴ δική του δύναμη καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς νίκησε τὸν θάνατο, ἐξασφαλίζοντας γιὰ ὅλους τὴ ζωή.
Ἡ Ἀνθὴ ἔνοιωσε τὴ θεϊκή του ἐνέργεια, πανίσχυρη μὰ καὶ γεμάτη ἀγάπη, νὰ φτάνει καὶ σ’ αὐτήν, ἐκεῖ μπροστά της σήμερα, ἂν καὶ ἀπὸ δρόμο φοβερὰ σκανδαλώδη, ἀνεξήγητο. Ἕνα σπασμένο λαμπριάτικο κερί, ποὺ πῆρε φῶς ἀπὸ τὸ χέρι ἑνὸς ἀνάξιου παπᾶ καὶ μέσα ἀπ’ τὸ ἄπιστο δικό της χέρι ἔφτασε στὸ χέρι μιᾶς ἀγράμματης πιστῆς γριᾶς, ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἀστράψει μέσα της ἡ ἀλήθεια ὁλοζώντανη. Πὼς ἕνα μόνο ὄνομα ὑπάρχει στὴν ὑπ’ οὐρανὸν γιὰ νὰ σωθεῖ, νὰ ζήσει ὁ κόσμος: Τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ κυβερνᾶ πανσθενουργὸ τὰ σύμπαντα. Μπροστά του μέλλει νὰ καμφθεῖ πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.
Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, συντετριμμένη, μὰ ἀνάλαφρη, ἀπελευθερωμένη ψυχικά, ἔγειρε μπρὸς στὸ ὑπερένδοξο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ προσκύνησε. Κάμπτοντας ἐνώπιόν του ταπεινὰ τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁμολόγησε ἀναφωνώντας ἐκστατικά:
-  Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου…!

Πάσχα 2017 

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

TO ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΜΕΧΜΕΤ ΜΠΕΗ

Μία συγκλονιστική ιστορία από το Αναγνωστικό της Στ΄ Δημοτικού του 1947.

Είναι τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και σπάνιοι οι διαβάτες στο δρόμο. Είναι οι τελευταίοι που γυρίζουν από την πρώτη Ανάσταση και πηγαίνουν βιαστικοί στα σπίτια τους.

Σε λίγο τίποτε πια δεν ακούεται και νεκρική σιγή βασιλεύει σ’ όλη την τούρκικη συνοικία του Ηρακλείου.

Ξαφνικά, ανοίγει αθόρυβα η αυλόπορτα ενός μεγάλου σπιτιού και προβάλλει ανθρώπινο κεφάλι. Γυρίζει δεξιά και αριστερά και παρατηρεί με προσοχή μέσα στα σκοτάδι. Τραβιέται μέσα και πάλι ξαναφαίνεται και κοιτάζει με προσοχή.

-Ελάτε, δεν είναι κανένας, ακούεται χαμηλή φωνή.

Τρεις σκιές, η μια μεγάλη και οι δύο μικρότερες, βγήκανε στο δρόμο.

-Πάμε γρήγορα, ψιθύρισε ο ψηλός άντρας πάμε γρήγορα, γιατί αργήσαμε και θα μας περιμένει. Σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι σου, Εσμέ! Ρεσίτ, δός μου το χέρι σου!

Περπατούσανε κι οι τρεις σιωπηλοί στο σκοτάδι. Μόλις όμως έστριψαν το στενό σοκάκι, βρήκανε μια γριά, που κρατούσε στο χέρι της αναμμένη λαμπάδα. Περπατούσε με κόπο, γιατί ήταν πολύ γριά. Και φρόντιζε με το αδειανό χέρι να προφυλάξει τη λαμπάδα της από τον αέρα, για να φέρει στο σπίτι το φως της Αναστάσεως, που πήρε από την εκκλησιά.

Όταν είδαν το φως της λαμπάδας οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες, γύρισαν αλλού το κεφάλι τους, για να μην γνωριστούν. Του κάκου όμως. Η γριά σήκωσε τη λαμπάδα της και τους φώτισε.

-Πολλά τα έτη σας, Μεχμέτ Μπέη! είπε η γριά.

-Καλημέρα, κυρά, αποκρίθηκε εκείνος, και του χρόνου! Και τράβηξε το δρόμο του.

Η γριά τους κοίταξε από κοντά, ώσπου τους έχασε από τα μάτια της.

«Περίεργο πράγμα!» είπε με το νου της. «Που να πάνε τέτοια ώρα ο Μεχμέτ μπέης με τη χανούμισα και το γιό του; Χριστέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου να γλιτώσουν οι Χριστιανοί από έναν Τούρκο;»

Βυθισμένη στο σκοτάδι ήταν και η εκκλησία του Αγίου Μηνά. Εδώ και λίγη ώρα, χιλιάδες κεριών τη φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανών στην αυλή της έψαλλαν χαρμόσυνα το «Χριστός Ανέστη». Τώρα έμεινε μόνο το άρωμα του λιβανιού και των κεριών. Και μόνο το καντήλι, που έκαιε μπροστά στην ασημένια εικόνα της Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντού βασίλευε απόλυτη σιγή.

Δύο χτύποι ακούστηκαν στην εξώθυρα. Από ένα στασίδι σηκώνεται κάποιος και τρέχει ν’ ανοίξει ήταν ο παπάς του Αγίου Μηνά.

Οι τρεις νυχτερινοί διαβάτες μπαίνουν αθόρυβα στην εκκλησία και φιλούν το χέρι του παπά. Σφαλίζουν καλά την πόρτα, προχωρούν ευλαβικά στο εικονοστάσι, γονατίζουν και κάνουν το σταυρό τους. Ο παπα-Γρηγόρης μπαίνει από τη δεξιά πόρτα στο ιερό, ανοίγει την Ωραία Πύλη και λέει στο μικρότερο από τους τρείς:

-Έλα, παιδί μου, να με βοηθήσεις! Και του δίνει μια μικρή λαμπάδα, που την άναψε από το ακοίμητο φως, που είναι πάνω στην Άγια Τράπεζα.

Ο παπα-Γρηγόρης φόρεσε το χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πήρε με βαθύ σεβασμό το Δισκοπότηρο και πλησίασε στην Ωραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται το συμπαθητικό τουρκόπαιδο, ωχρό, συγκινημένο, με τη λαμπάδα στο χέρι.

-Πλησιάστε, είπε ο παπάς στους άλλους δύο.

Πρώτα πλησίασε η γυναίκα, τριάντα έως τριανταπέντε χρονών. Ήταν ωχρή και βαθιά συγκινημένη. Τη στιγμή που ανέβαινε τα σκαλοπάτια του ιερού, χρειάστηκε να την υποστηρίξει ο Μεχμέτ μπέης, για να μην πέσει. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν δακρυσμένα.

-«Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Μαρία, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», είπε ο παπάς μ’ επισημότητα και της έδωσε την Άγια Μετάληψη.

Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο την σεμνής εκείνης γυναίκας κι ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου».

Πήρε έπειτα η γυναίκα τη λαμπάδα στο χέρι τη κα πλησίασε το παιδί.

-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Νικόλαος». επανάλαβε ο παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικό παιδί.

Τώρα ήρθε η σειρά του Μεχμέτ. Ανεβαίνει με θάρρος και πλησιάζει τον παπά. Το φως της λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε και τα χέρια της Μαρίας.

-«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Εμμανουήλ, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», λέει για τρίτη φορά ο παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αυτός.

-Αμήν. Είπε με βαθιά φωνή ο μυστικός Χριστιανός.

Σε λίγα λεπτά οι τρεις σκιές χάνονται και πάλι στους σκοτεινούς δρόμους του Ηρακλείου και βιαστικά γυρίζουν στο σπίτι τους. Αυτή τη φορά δε βρέθηκε καμιά γριά στο δρόμο να τους γνωρίσει με το φως της λαμπάδας και να ξαναπεί:

-Θεέ μου, δεν κάνεις το θάμα σου, για να σωθούν από έναν κακό Τούρκο οι Χριστιανοί;

Μόνο ο παπα-Γρηγόρης ήξερε, ότι ο Μεχμέτ μπέης ήτανε Χριστιανός, πιο πολύ πιστός από πολλούς, που λέγονται μονάχα Χριστιανοί.

vimaorthodoxias

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ΠΟΣΗ ΩΡΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ;

Ρώτησα κάποτε ένα νέο 16 ετών:
-Αγαπάς, παιδί μου, το Θεό;
-Τον αγαπώ πολύ, πάτερ μου, μου απάντησε αυθόρμητα.
Προσεύχεσαι σ’ Αυτόν τακτικά;
-Όχι! μου είπε με ειλικρίνεια.
Ο νέος αυτός δεν μπορούσε να συλλάβει την αντίθεση που υπήρχε μεταξύ των δύο απαντήσεών του. Γιατί είναι αδύνατον να αγαπά κανείς πραγματικά το Θεό και να μην προσεύχεται.
Αν έχεις ένα φίλο εξαιρετικά αγαπητό, δεν προσπαθείς να βρεις τρόπους να επικοινωνείς συχνά μαζί του και να συζητάς διάφορα ζητήματα; Έτσι δεν είναι;
Παρακολούθησε, παιδί μου, αυτούς τους αριθμούς που θα σου πω. Είναι εξακριβωμένοι. Ένας άνθρωπος που πέθανε 70 ετών διέθεσε τα χρόνια της ζωής του ως εξής: 15 χρόνια εργάσθηκε, 20 κοιμήθηκε, 2 έτρωγε, 1 ντυνότανε, 9 μήνες πλυνότανε, 7 μήνες ξυριζότανε, 4 μήνες καθάριζε τη μύτη του, 2 μήνες τα δόντια του κλπ.
Παρατήρησες κάτι; Όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω αφορούν εξωτερικές ασχολίες. Φροντίδες και μέριμνες για το σώμα.
Όταν όμως, παιδί μου, παρουσιασθείς ενώπιον του Θεού πολύ διαφορετικός θα είναι ο λογαριασμός τον οποίο θα υποχρεωθείς να κάνεις. Θα σε ρωτήσει τότε ο δίκαιος Κριτής:
«Πόσα καλά έκανες; Πόσα κακά;»
«Πόσα καθήκοντα εκτέλεσες και πόσα όχι;»
«Πόσον καιρό προσευχόσουν;»
Μέσα σ’ ένα χρόνο η καρδιά σου χτύπησε 36.792.000 φορές. Απ’ το τεράστιο αυτό ποσό, πόσους παλμούς διέθεσες για το Θεό σου;
«Μα πόσο λοιπόν πρέπει να προσεύχομαι;»
Πρέπει να ξέρεις, παιδί μου, πως ο Θεός δεν υπολογίζει την προσευχή με τη χρονική της διάρκεια, αλλά με το ζήλο, με τη διάθεση, με την καρδιά. Μια μικρή, ζωντανή, ολόθερμη προσευχή αξίζει πολύ περισσότερο από μια άτονη, τυπική, ξερή, έστω και πολύωρη.
Εκείνο που προέχει είναι ο ζήλος και η θερμή διάθεση της καρδιάς. Κάνε την πρωινή και βραδινή σου προσευχή. Μην παραλείπεις όμως καθ’ όλη την ημέρα πολλές φορές να στρέφεις τη σκέψη και την καρδιά σου στο Θεό.
Θα ‘ναι, παιδί μου, ευλογημένη η μέρα σου, όταν τις πρώτες σου τις σκέψεις τις αφιερώνεις στο Θεό. Κι ο ύπνος σου θα είναι ήρεμος και γαλήνιος όταν, πριν παραδοθείς στα χέρια του, στρέψεις και πάλι σ’ Αυτόν τους λογισμούς σου.
Δε σου συνιστώ να προσεύχεσαι στο κρεβάτι! Αν όμως δεν πρόκειται καθόλου να προσευχηθείς αλλιώς, τότε μη σταματήσεις τη συνήθειά σου. Πιστεύω όμως ότι κι εσύ δε θα το βρίσκεις τόσο σωστό, να συνομιλείς με το Θεό και Κύριό σου, και να ‘σαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου! Αφήνω πως μπορείς να πάθεις, αυτό που πολλοί νέοι το παθαίνουν, να μην προλάβεις δηλαδή να τελειώσεις την προσευχή σου και… να σε πάρει ο ύπνος!
Σαν φρόνιμος λοιπόν νέος, κάνε την πρωινή σου προσευχή αφού ντυθείς και τη βραδινή σου πριν βγάλεις τα ρούχα σου. Κατόπιν δε, όταν θα πέσεις στο κρεβάτι, εξακολούθησε, αν θέλεις, τις ευσεβείς σου σκέψεις· θα κοιμηθείς έτσι πιο γαλήνια.
Ξέρεις εκείνο το σοφό γνωμικό που λέει «Τίποτε δεν μπορεί να επιτύχει, αν δεν το ευλογήσει ο Θεός»;
Εάν λοιπόν τις μέρες σου δεν τις αρχίζεις ζητώντας τη βοήθεια του Θεού, πώς περιμένεις την ευτυχία;
Κοίταξε γύρω σου, παιδί μου. Όλα τα πλάσματα με το δικό του το καθένα τρόπο, προσεύχονται κι υμνούν τον πάνσοφο Δημιουργό.
Τα φυτά ανοίγουν τ’ άνθη τους και στέλλουν το ζωογόνο άρωμά τους στο Θρόνο του Πλάστη.
Τα πουλιά με τις γλυκές μυριότονες φωνές τους, ποιον άλλον παρά τον Παντοδύναμο υμνούν;
Γι’ Αυτόν βομβίζει η μέλισσα.
Γι’ Αυτόν πετά χαρούμενη η πεταλούδα.
Αυτόν δοξάζουν με τη λάμψη τους οι αστραπές.
Αυτόν υμνολογούν και οι βροντές μ’ όλο το τρομερό τους μεγαλείο.
Ναι! ολόκληρη η φύση θερμά προσεύχεται σ’ Αυτόν, αν και δεν έχει τη συναίσθηση αυτού που κάνει. Κι εσύ, παιδί μου, άνθρωπος με θέληση ελεύθερη, θα αρνηθείς αυτό που πρόθυμα εκτελεί η άλογη φύση;
«Το πιο όμορφο πράγμα που μπορείς ν’ αντικρίσεις στον κόσμο είναι ο άνθρωπος που προσεύχεται».

Αυτή η πρόταση είναι πολύ σωστή. Εκείνος που προσεύχεται ζει σ’ έναν άλλο κόσμο. Άφθονη αναπνέει τη χάρη του Θεού και ξεδιψάει απ’ το γλυκύτατο νερό της θείας παρουσίας.
Σου είπα, παιδί μου, πιο πάνω, ότι η φύση ολόκληρη προσεύχεται. Θέλησα να σου κάνω ένα συμβολισμό, γιατί η προσευχή η αληθινή είναι προνόμιο του ανθρώπου. Μόνο αυτός μπορεί συνειδητά να ανυψώνει την ψυχή του στο Θεό, και να συνομιλεί μαζί Του.
Είναι αλήθεια τιμή μεγάλη για τον άνθρωπο η προσευχή· κι αυτή είναι ένα ακόμη στοιχείο που κάνει να ξεχωρίζει ο άνθρωπος απ’ τ’ άλλα τα δημιουργήματα.
Όταν προσεύχομαι, βρίσκεται σ’ έξαρση η ψυχή μου! Ουράνια αισθήματα με πλημμυρίζουν. Χαρά, ευγνωμοσύνη, αγάπη. Όλα τα νιώθω στον υπέρτατο βαθμό. Πώς λοιπόν να μη δοξολογήσω το Θεό μου για το υπέροχο αυτό δώρο Του;
Με τα φτερά της προσευχής, μπορούμε ν’ ανεβούμε σε ύψη δυσθεώρητα. Μπορούμε να πετάξουμε μέχρις αυτόν τον θρόνο του Θεού, μακριά από τον κόσμο με τις τόσες του μικρότητες.
Με τα φτερά της προσευχής φθάνουμε εκεί, όπου άπληστα χαιρόμαστε το ζωογόνο αέρα της θείας παρουσίας.
Η προσευχή είναι πηγή δυνάμεως για τον αγώνα το σκληρό που φέρνει εμπρός μας η κάθε μέρα.

Λες και αλλάζει ο εαυτός σου, όταν πετάς με τα φτερά της προσευχής.
Έλα λοιπόν, παιδί μου!
Σαν έρχονται οι θλίψεις και σε χτυπούν σα μανιασμένες θύελλες, πέσε στα γόνατα κι άνοιξε την καρδιά σου στον Πατέρα σου.
Μετά την προσευχή θα δεις πόσο θα είσαι αλλαγμένος! Γαλάζιο θα τον βλέπεις τώρα τον ουρανό κι η θάλασσα θα έχει γαληνέψει.

Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου,
εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται.
Ερεί τω Κυρίω· αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου, ο Θεός μου,
και ελπιώ επ᾿ αυτόν,
ότι αυτός ρύσεταί σε εκ παγίδος θηρευτών
και από λόγου ταραχώδους.
εν τοις μεταφρένοις αυτού επισκιάσει σοι,
και υπό τας πτέρυγας αυτού ελπιείς·
όπλω κυκλώσει σε η αλήθεια αυτού.
Ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού,
από βέλους πετομένου ημέρας,
από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου,
από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού.
Πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου,
προς σε δε ουκ εγγιεί·
Πλην τοις οφθαλμοίς σου κατανοήσεις
και ανταπόδοσιν αμαρτωλών όψει.
Ότι συ, Κύριε, η ελπίς μου·
τον ῞Υψιστον έθου καταφυγήν σου.
Ου προσελεύσεται προς σε κακά,
και μάστιξ ουκ εγγιεί εν τω σκηνώματί σου.
Ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται
περί σού του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταίς οδοίς σου.
[Από τον 90ο Ψαλμό]

Αυτές οι σκέψεις που γεμίζουν παρηγοριά την ψυχή σου γράφτηκαν απ’ τον μεγάλο εκείνο εστεμμένο Ψαλμωδό, κι είναι ένα άριστο βοήθημα γι’ αυτούς που θέλουν να βαδίζουν στη ζωή τους ίσια και τίμια.

Και εσύ, παιδί μου, είσαι ασφαλώς ένας από αυτούς. Γι’ αυτό έχεις μεγάλη ανάγκη από τη χάρη του Θεού, που ένας μόνο τρόπος υπάρχει να την κερδίσεις. Η προσευχή.
Μη στερείς λοιπόν, παιδί μου, την ατίμητη ψυχή σου απ’ τη ζωογόνα αναπνοή της, αλλά προσεύχου, προσεύχου με ζήλο, ώστε να έλθει η μυριοπόθητη μέρα που θα στεφανωθείς με το στεφάνι της δόξης.

(Από το βιβλίο του Tihamer Toth «Αντίθετα στο ρεύμα» των εκδόσεων «Φώς») 

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΩΝ

‹‹Ήταν ένα χωράφι, που ανήκε σε δύο αδελφούς, από τους οποίους ο ένας τους ήταν παντρεμένος και είχε μεγάλη οικογένεια. Ένα βράδυ όταν ο θερισμός είχε τελειώσει και το στάρι είχε χωρισθεί σε δύο ίσους σωρούς, ένα για τον κάθε αδελφό, ο μεγαλύτερος είπε στη γυναίκα του:

- Ο αδελφός μου είναι φανερό ότι κουράσθηκε αυτή τη χρονιά πολύ περισσότερο από μένα. Η μοιρασιά όπως έγινε δεν είναι δίκαιη. Θα σηκωθώ και θα προσθέσω στο μερίδιό του μερικά δεμάτια από το δικό μας μερίδιο, χωρίς να με καταλάβει.

Αλλά και ο μικρότερος, πλημμυρισμένος από τα ίδια ευλογημένα αδελφικά αισθήματα, σκέφθηκε :
-Ο αδελφός μου έχει ολόκληρη οικογένεια να συντηρήσει. δεν είναι, λοιπόν, δίκαιο να πάρω εγώ ίσο μερίδιο με αυτόν. Θα σηκωθώ και χωρίς να με καταλάβει θα βάλω στο μερίδιό του μερικά από τα δικά μου δεμάτια.

Την άλλη μέρα με έκπληξη ο κάθε αδελφός είδε το σωρό του ανέπαφο, σαν να μην είχε αφαιρεθεί τίποτε. Και αποφάσισαν, χωρίς βέβαια ο ένας να ξέρει τι κάνει ο άλλος, να ξανακάνουν το άλλο βράδυ τα ίδια. Το αποτέλεσμα και πάλι δεν διέφερε. Έτσι αποφάσισαν την τρίτη νύχτα να ξανακτίσουν στο χωράφι, για να λύσουν το μυστήριο.

Πόσο συγκινητική όμως ήταν η σκηνή, όταν κάποια ώρα, κατά την οποία ανύποπτοι με τα δεμάτια στα χέρια προχωρούσαν καθένας για το σωρό του άλλου, συναντήθηκαν στη μέση του χωραφιού ! Τα δεμάτια έπεσαν απ΄τα χέρια τους και τα δύο αδέλφια σφιχταγκαλιάσθηκαν, με δάκρυα ανείπωτης χαράς και ευτυχίας›› (ΑΓ. 4).

(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 234-5)

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ

Σ΄ ένα μικρό χωριουδάκι της Λέρου, πριν από 30 περίπου χρόνια έγινε το εξής θαυμαστό, που μας διέσωσε αφηγηματικά ένας Άγιος συγχωρεμένος από το 2010 ιερέας, ο παπά-Χρήστος. Διαβάστε διήγηση και φρίξτε με την απέραντη αγάπη που μας έχει ο Χριστός μας:

’Ήτανε πρωί Σαββάτου. Έκανα θεία λειτουργία και ήμουνα έτοιμος να καταλύσω την Θεία Κοινωνία από το Άγιο Δισκοπότηρο. Ξαφνικά μπήκε μέσα στο ιερό ένας νεαρός, γειτονόπουλο ο Κωστάκης, λαχανιασμένος, ιδρωμένος όλος αγωνία και μου είπε: «Παπά-Χρήστο μου σώσε μας. Ο πατέρας μου νιώθει ότι πεθαίνει και θέλει να τον εξομολογήσεις, να τον κοινωνήσεις».
 

Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Ο πατέρας του παλληκαριού ήταν ο πιο δύσκολος, στριφνός, παράξενος άνθρωπος στο χωριό. Μ΄ όλους μαλωμένος. Σ’ εκκλησιά δεν πάταγε, ούτε σε κηδείες ή γάμους ή βαφτίσεις. Έκανα τον Σταυρό μου και θεώρησα κλήση Θεού να πάω αμέσως κοντά του με την Θεία Κοινωνία. Το σπίτι του ήτανε 40 μέτρα, δίπλα στην εκκλησία σχεδόν. Όταν μπήκαμε με το παλληκάρι στο σπίτι του ετοιμοθανάτου –κυρ. Γιάννη τον λέγανε- τοποθέτησα το Άγιο Δισκοπότηρο, που είχε κανά πόντο Θεία Κοινωνία πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο κλινάρι του κυρ-Γιάννη. 
Του είπα αμέσως: Μπαρμπα-Γιάννη για να σε κοινωνήσω πρέπει πρώτα να σε εξομολογήσω και να σου διαβάσω συγχώριο (συγχωρητική ευχή).Θέλεις;
-Θέλω!

Βάζω πετραχήλι, μου 'πε ό,τι τον βάραινε, του διάβασα συγχώριο και ετοιμάστηκα να τον κοινωνήσω. Πάω να πιάσω το Άγιο Δισκοπότηρο, τι να δώ; Παντελώς άδειο, σταγόνα Θεία Κοινωνία. Μου λύθηκαν τα γόνατα. Λέω στον κυρ-Γιάννη: «πετάγομαι στο Ναό να πάρω από το Αρτοφόριο της Αγίας Τράπεζας Θεία Κοινωνία γιατί το Δισκοπότηρο δεν ξέρω πως είναι άδειο».
Αρχίζει να κλαίει με λυγμούς ο κυρ-Γιάννης και να λέει:
 «Για μένα το κάνει ο Χριστός παπά μου. Ό,τι σου ξομολογήθηκα πριν ήσανε όλα ψέματα γιατί ντρεπόμουνα να πω τα αληθινά μου αμαρτήματα που’ ναι πολύ βαρύτερα. Όμως, αν θέλεις, κάτσε να σου κάνω πραγματική, ειλικρινή εξομολόγηση». 

Έτσι κι έγινε. Του διάβασα δεύτερη συγχωρητική ευχή και τον παρακάλεσα να περιμένει να πάω πίσω στο Ναό να φέρω Θεία Κοινωνία. 
''Πήγαινε'', μου απαντά ο κυρ-Γιάννης, ''σε προσμένω''. Πάω να σηκώσω το Άγιο Δισκοπότηρο και, ακούστε θαύμα. Ένας πόντος Θεία Κοινωνία μέσα. Έκαμα τον Σταυρό μου. Κοινώνησα αμέσως τον ετοιμοθάνατο. Έλαμψε, γαλήνεψε το προσωπάκι του, πέθανε εκεί μπροστά μου, ολοφάνερα μετανοημένος. Δόξασα τον Χριστό μας και σκέφτηκα πόσο πάνσοφα, διακριτικά, αγαπητικά, συγχώρεσε και οικονόμησε τη σωτηρία του κυρ-Γιάννη.
Θεός συγχωρέσει τον. Αιωνία του η μνήμη. Να μην απελπιζόμαστε για την σωτηρία μας κι ας είμαστε οι αμαρτωλότεροι άνθρωποι του κόσμου. Καλή μετάνοια, καλό παράδεισο σε όλους μας με ειλικρινή και ταπεινή εξομολόγηση. ΑΜΗΝ!.

Από το βιβλίο: «Η ζωή διδάσκει τον Χριστό» του μοναχού Ι. – Αθήνα 2017

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΟΤΑΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΑΝΑΠΑΥΣΗ

ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΕΤΑΙ ΠΟΛΥ

Το φθινόπωρο επέστρεψα για λίγο στη Μόσχα και τηλεφώνησα σε μια καλή μου φίλη.
- Συγχώρεσέ με αλλά δεν μπορώ να μιλήσω, μου απάντησε η φίλη μου, χτες κήδευσα τον πατέρα μου.
- Τότε θα έρθω στο σπίτι σου αύριο.
 - Σε ικετεύω, μην έλθεις. Δεν θα σου ανοίξω την πόρτα.

Αυτό συνεχίστηκε για δύο μήνες. Εγώ της τηλεφωνούσα κι εκείνη έκλεινε το τηλέφωνο, απαγορεύοντας μου να πάω στο σπίτι της. Ήταν φανερό πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σίγουρα ο πόνος είναι πόνος, αλλά δύο μήνες είναι ένα αρκετά μεγάλο διάστημα για να πενθήσεις, αν λάβεις υπ’ όψη σου πως ο θάνατος του πατέρα της δεν ήταν απρόσμενος. 
Πέθανε σε βαθιά γεράματα, μετά από μερικά χρόνια παραλυσίας. Δυστυχώς οι προσπάθειες της φίλης μου να τον φέρει κοντά στον Θεό δεν καρποφόρησαν. Τον καιρό εκείνο ήταν καθηγητής στην έδρα του επιστημονικού αθεϊσμού και ήταν ένας άθεος παλαιάς κοπής. Την πίστη στην άλλη ζωή την ονόμαζε «ιστορίες για φοβιτσιάρηδες» και απαγορεύοντας στην κόρη του να τον κηδέψει στην εκκλησία, όρισε με διαθήκη το σώμα του να καεί και τη στάχτη να την πετάξουν στα λουλούδια για λίπασμα.

 Η φίλη μου δεν έκανε γόνιμη τη γη μ’ έναν τόσο ιερόσυλο τρόπο, αλλά έθαψε την τεφροδόχο στον τάφο των ορθόδοξων γονιών του, οι οποίοι είχαν βαπτίσει το γιο τους από μικρό και τον έπαιρναν από το χεράκι στην εκκλησία. Μετά την καύση άρχισαν τα παράξενα. Η φίλη μου σταμάτησε να πηγαίνει στη δουλειά της και κλειδώθηκε στο σπίτι, μην επιτρέποντας σε κανέναν να περάσει το κατώφλι της. Όταν οι συνάδελφοί της ανήσυχοι πήγαν να την επισκεφθούν, αυτή αρνήθηκε να τους ανοίξει την πόρτα, ενώ την ίδια στιγμή στο διαμέρισμα κάποιος βογγούσε δυνατά και τρομακτικά.

 Οι συνάδελφοί της μου τηλεφώνησαν για να με ψέξουν: «Εσύ δεν μπορείς να επισκεφθείς τη φίλη σου και να μάθεις τι συμβαίνει; Φαίνεται σαν να ζει έναν εφιάλτη!» Εγώ επιθυμούσα πολύ να επισκεφθώ την φίλη μου, αλλά πώς να το κάνω αφού μου ειδοποίησε πως δεν πρόκειται να μου ανοίξει την πόρτα; Το σκάφτηκα, το ξανασκέφτηκα και μου ήλθε μια ιδέα. 
Μια μέρα η φίλη μου είχε δανειστεί ένα βιβλίο από μένα, ενώ αργότερα μου είχε ζητήσει πολλές φορές συγνώμη που όλο ξεχνούσε να μου το επιστρέφει. Εγώ δεν είχα ανάγκη το βιβλίο. Αλλά της τηλεφώνησα και της είπα με ψυχρότητα:

- Να μου επιστρέφεις το βιβλίο αμέσως! Το χρειάζομαι για μία εργασία.
- Αλλά εγώ, εγώ... ψέλλισε η φίλη μου, εγώ προς το παρόν δεν μπορώ να βγω από το σπίτι μου.
- Μη βγεις! Θα έλθω εγώ σε σένα, θα καθίσω στο παγκάκι μπροστά στην πολυκατοικία και εσύ θα βγεις να μου το δώσεις.

Περίμενα στο παγκάκι σαρανταπέντε λεπτά και βλέποντας ότι η φίλη μου δεν έρχεται, χτύπησα την πόρτα της. Ως απάντηση στο κουδούνισμα της πόρτας ακούστηκε ένα ουρλιαχτό και η κραυγή της φίλης μου: «Μην κλαις άλλο, πατερούλη!».
 Στο διαμέρισμα, με μία συνεχώς αυξανόμενη ένταση ακούγονταν μπουμπουνητά, ουρλιαχτά, κλάματα με λυγμούς και ξάφνου η κόρη και η μητέρα φώναξαν μαζί τρομοκρατημένες. Εκεί κάτι συνέβαινε και από φόβο άρχισα να χτυπώ με μανία την πόρτα με χέρια και πόδια, αναφωνώντας άπρεπα πράγματα.
- Σταμάτα με τα υστερικά σου, Νίνα, μου απάντησε πίσω από την πόρτα. Κατέβα και βγαίνω κι εγώ αμέσως!
Πράγματι, σε λίγο κατέβηκε. Σε τι κατάσταση όμως; Σε πιο καλή κατάσταση έδειχνε ένα πτώμα στο φέρετρο.
- Πες μου, τι συνέβη; την ρώτησα.
- Ο πατέρας είναι ζωντανός και μετά την καύση του ζει μαζί μας, είπε σιγανά. Ο πατέρας βασανίζεται πολύ, αλλά άλλαξε τόσο πολύ μετά το θάνατό του που δεν αφήνει εμένα και την μητέρα να βγούμε από το σπίτι, ούτε για να πάρουμε φαγητό.
- Και τι τρώτε;
- Στην αρχή βράσαμε μερικά δημητριακά, έπειτα τα δημητριακά τελείωσαν.
Είχα μαζί μου ένα ζεστό ψωμί που αγόρασα πηγαίνοντας για το σπίτι της. «Μυρίζει ψωμί!» ζωντάνεψε η φίλη μου. Με τον λαίμαργο τρόπο που άρπαξε το ψωμί κατάλαβα πως υπέφερε από την πείνα. Ξαφνικά άρχισε να κλαίει πάνω από το ψωμί με πικρά δάκρυα:
- Εσύ ξέρεις τον πατέρα - ένας άνθρωπος ευγενής. Τώρα κάνει πράγματα που ντρέπομαι να τα πω, ενώ εγώ και η μητέρα φτάσαμε να μαλώνουμε.
- Έκανες μνημόσυνο στον πατέρα σου;
- Το ήθελα. Ήρθα στην εκκλησία και ρώτησα μια γριούλα: «Μπορώ να κάνω μνημόσυνο στον πατέρα μου. αφού είχε βαπτιστεί όταν ήταν μικρός και πίστευε τότε στο Θεό, χάνοντας αργότερα την πίστη του;» Η γριά μου φώναξε: «Είναι αμαρτία να κηδέψεις στην εκκλησία έναν άθεο! 0 δρόμος τους οδηγεί σε μία μόνο κατεύθυνση. Στην κόλαση!»
- Βρήκες κι εσύ άνθρωπο να ρωτήσεις! φώναξα. Δεν μπορούσες να ρωτήσεις τον ιερέα;
- Στον ιερέα έπρεπε να πω την αλήθεια. Μπορείς άραγε να διηγηθείς πράγματα ντροπιαστικά για τον πατέρα σου;

Έτσι είναι η φίλη μου. Πραγματικά δεν μπορεί να μιλήσει άσχημα για κάποιον, πόσο μάλλον για τον αγαπημένο πατέρα της. Τότε κατάλαβα τον λόγο που την έκανε να κρύβεται απ’ όλο τον κόσμο: Της ήταν πιο εύκολο να υποφέρει την πείνα και να υπομένει φριχτά πράγματα παρά να κατακρίνει και να «κακολογεί» το φάντασμα του πατέρα της.

  Μετά τη συζήτηση με την φίλη μου, μου επέτρεψε να πάω στο μοναστήρι Ντανιλόφσκι και να διηγηθώ την περίπτωση στον πνευματικό του μοναστηριού αρχιμανδρίτη Δανιήλ Βορονίν, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν ιερομόναχος ακόμη. Ο π. Δανιήλ προσευχήθηκε για πολλή ώρα σιωπηλά, έπειτα μου είπε με αποφασιστικό τόνο: «Πρέπει να τον κηδέψουμε αμέσως!» Την επόμενη ημέρα, στον ναό των Αγίων Πάντων έγινε η Νεκρώσιμη ακολουθία για τον μακαρίτη και το φάντασμα εξαφανίστηκε από το διαμέρισμα.

 Από τότε πέρασαν δεκαπέντε χρόνια, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει τι συνέβη τότε, παρότι ρώτησα μερικούς πνευματικούς πατέρες. Στις ερωτήσεις μου οι απαντήσεις ήταν τέτοιου είδους:
 Τι γνωρίζουμε εμείς για το τέλος του ανθρώπου, όταν συμβαίνει στα λεπτά που προηγούνται του θανάτου ένας άθεος να πιστέψει στον Θεό και να χύσει δάκρυα μετάνοιας; Μπορούμε εμείς άραγε να καταλάβουμε εκείνη την κόλαση των βασάνων των τελωνίων όταν η ψυχή στενάζει και φωνάζει; Γι’ αυτό «χτυπάει» καμιά φορά η ψυχή που βασανίζεται στον κόσμο των ζωντανών, ικετεύοντας για βοήθεια, νεκρώσιμη ακολουθία και μνημόσυνο.

Η ΨΥΧΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΑΝΑΠΑΥΣΗ

Λίγο καιρό αργότερα που βρισκόμουν στο Κοζέλσκ μου διηγήθηκαν μια παρόμοια ιστορία για μια γριά-κομμουνίστρια, η οποία στην εφηβεία της εκκλησιαζόταν τακτικά, για να απαρνηθεί αργότερα τον Θεό δημόσια. Αυτή λοιπόν εμφανιζόταν στους οικείους της κι έκανε τόση φασαρία στο σπίτι, που όλοι έκλαιγαν ασταμάτητα. 
Τότε τρεις ψυχές από αυτό το σπίτι έφυγαν για το μοναστήρι με σκοπό να προσεύχονται για την αγαπημένη τους γιαγιά.

Με αυτές τις δύο διηγήσεις μου φανερώθηκε πως η εντολή της αγάπης του πλησίον αντανακλάται όχι μόνο στους ζωντανούς αλλά και στους κεκοιμημένους. Είναι κι αυτοί άνθρωποι και είναι κι αυτοί ζωντανοί. Μόνο που εμείς ξέρουμε λίγα γι’ αυτούς. Συνεπώς τώρα άρχισα να βοηθώ με ευχαρίστηση τον ιερέα στις κηδείες. Μια μέρα που ήμουν στο χωριό, προσφέθηκα να διαβάσω κοντά στο φέρετρο ενός κεκοιμημένου το Ψαλτήρι δίχως να καταλάβω πως οι ντόπιοι θα με κατατάξουν στην λίστα των «αναγνωστριών», χωρίς να με ρωτήσουν.

Από το βιβλίο της Νίνας Πάβλοβα ''Η ημέρα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ ''Εκδ.Πορφύρα"

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΑΣΤΕΓΟΣ

Η ματιά του με διαπερνούσε ενοχλητικά στο αργό περπάτημα μου λίγα μέτρα πιο πέρα… Αναζητούσα κάτι άλλο, αλλά προέκυψε αυτό το βλέμμα, που σαν να μου μιλούσε χωρίς ήχο με καθήλωσε και με γέμισε ενοχές…
Εγώ κρατώντας μια τυρόπιτα και ένα μπουκάλι νερό αμέριμνος αλλά και ψυχρός, εκείνος ένας πεινασμένος και κομματιασμένος ψυχικά περίμενε όχι την τυρόπιτα, αλλά το τέλος που δεν ερχόταν…Τον κοίταξα άλλη μια φορά και του την πρόσφερα μαζί το νερό…Την πήρε στα χέρια αλλά δεν την έφαγε…

«Ένα τσιγάρο έχεις να μου δώσεις;»
«Δεν καπνίζω», του λέω, αλλά τρέχω στο περίπτερο δίπλα του και αγοράζω ένα πακέτο, δεν θυμάμαι και ποια μάρκα…Το προσφέρω χαμογελώντας και καθώς απομακρύνομαι μη έχοντας να δώσω κάτι άλλο, ξεκίνησε η δική του προσφορά!!!
«Το τσιγάρο με σκοτώνει, ενώ η τυρόπιτα ανανεώνει το ραντεβού με την κόλαση για αργότερα…».

Τον κοίταζα σιωπηλός και ακίνητος δείχνοντάς του το ενδιαφέρον που ζητούσε για να συνεχίσει…«Δεν με παίρνει ρε φίλε η Παναγιά, με αφήνει εδώ να ταλαιπωρούμαι, να βλέπω την πατρίδα, να στοιχειώνει και να μη μπορώ να τη βοηθήσω…Τα παιδιά και τους νέους να χάνονται στην απελπισία, χωρίς προοπτική και όνειρα και λιώνω…Τους αρρώστους αβοήθητους, τους γέροντες πεταμένους και εκείνα τα ορφανά ξεχασμένα στα ιδρύματα και μαυρίζει η καρδιά μου…
Ο Χριστός είναι εδώ συνέχεια δίπλα μου και όσο τον παρακαλάω να με πάρει μαζί του με αφήνει να κοιμηθώ και ξανάρχεται μόλις ξυπνήσω… Δεν έχω και άλλη παρέα αλλά ούτε και παράπονο…Όποτε Τον φωνάξω τρέχει συνέχεια να με ακούσει…
Αν ζητήσεις από τον πρωθυπουργό ακρόαση δεν θα τον δεις ποτέ…Ο άρχοντας όμως όλου του κόσμου έρχεται αμέσως…» Δακρύζει και σταματάει να μιλάει κοιτώντας αλλού… Κάθισα δίπλα του και περίμενα να συνεχίσει, ήταν τόσο ζεστά, παρά το κρύο, που νόμιζες ότι έχει σόμπα κοντά του… Τώρα με κοιτάζει και χαμογελάει… «Δώρο από τον Χριστό είναι η σόμπα, μη σου πω ότι το βράδυ ξεσκεπάζομαι».

Χλόμιασα γιατί διάβασε τη σκέψη μου…! Κατάλαβα ότι δεν είναι τυχαίος άνθρωπος…
«Η δικαιοσύνη του Θεού είναι πιο μεγάλη από ότι φαντάζεσαι…

Αν κάνεις φόνο, η ανθρώπινη επιείκεια του δικαστηρίου θα σε βγάλει από τη φυλακή σε λίγα χρόνια, ενώ για το ίδιο αδίκημα σου λένε ότι θα πας στην κόλαση αιώνια…
Είναι δυνατόν ο άνθρωπος να είναι ποιο επιεικής από τον Θεό;

Αν μετανοήσεις για τις πράξεις που σε βαραίνουν, θα συγχωρεθείς αμέσως από τον Χριστό, γι’ αυτό να μην είσαι τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου…

Δώσε του την ευκαιρία να διορθωθεί και μη καταδιώκεσαι από τους τύπους και το καθήκον… Κάνε την προσευχή σου πάντα και μην αφήνεις τον εαυτό σου έξω από την ευλογία του Χριστού…»

«Θέλω αν μπορείς να προσευχηθείς για εμένα», του ζητώ…
«Αν εγώ φάω την τυρόπιτα που μου πρόσφερες, εσύ θα χορτάσεις; Να προσεύχεσαι στον Χριστό όπως και εγώ και να έχεις πίστη…»
Καθώς σηκώνομαι να φύγω, ενώ εκείνος πήρε την τυρόπιτα στα χέρια με κοιτάζει χαμογελώντας και μου λέει:«Τόση ώρα οι τρεις μας θα μπορούσαμε να παίξουμε και ξερή (παιχνίδι με χαρτιά), αλλά μάλλον εσύ ήθελες μόνο να ακούσεις… Ο φίλος μου θα σε βοηθήσει να βρεις αυτό που ζητάς…»

Ποτέ δεν περίμενα ότι παίρνοντας ένα πακέτο τσιγάρα και μια τυρόπιτα θα δεχόμουν σαν αντίτιμο την σοφία ενός άγνωστου άστεγου, τη δωρεάν ακτινογραφία των ανησυχιών μου και τη διαβεβαίωση ότι ο φίλος του ο Χριστός θα μου τις απαλύνει…

Οι άνθρωποι του Θεού βρίσκονται ανάμεσα μας και όποιος έχει ανοικτά μάτια μπορεί να δει το θέλημα Του, αλλά και την χάρη Του, αυτήν που μεταμορφώνει έναν άστεγο σε σοφό, έναν άγνωστο σε φίλο, έναν άνθρωπο σε αδελφό !!!