ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΟΙ ΗΡΩΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΙΚΟΙ ΗΡΩΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ΠΩΣ ΒΓΗΚΕ Η ΦΡΑΣΗ ''ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΡΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΙΝΕΙ''

Ανάμεσα στα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, υπήρχε ένας που ξεχώριζε και ήταν το καμάρι του. Το όνομά του ήταν Γιάννης Θυμιούλας. Καταγόταν από την Τρίπολη  και είχε καταπληκτικές σωματικές διαστάσεις. Δίμετρος, εύσωμος και δυνατός, μπορούσε να σηκώσει με το ένα του χέρι ολόκληρο άλογο!
AdTech AdΟ Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Πέρα από το φαγητό είχε αδυναμία και στο πιοτό.
Παρ' όλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δεν υπολόγιζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός τον έβλεπε και τρεπόταν σε φυγή. Πολλοί καπεταναίοι, όταν ήθελαν να κάνουν κάποια τολμηρή επιχείρηση ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον δανείσει.
Κάποτε ο Θυμιούλας βρέθηκε πολιορκημένος μαζί με πέντε συντρόφους του, στη σπηλιά ενός βουνού για τρεις μέρες. Κάποια στιγμή τελείωσαν τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους και ο σωματώδης Γιάννης άρχιζε να υποφέρει από την πείνα. Για να μη λιμοκτονήσει αποφάσισε να κάνει εξόρμηση. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές και να χτυπά όπου βρει. Οι εχθροί τρόμαξαν και το έβαλαν στα πόδια.
Τότε ο Θυμιούλας κατέβηκε σε ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Μαζί με το φαγητό παρήγγειλε ένα "εικοσάρικο" βαρέλι κρασί και έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Όποιος περνούσε από το σημείο αυτό, ο Γιάννης τον προσκαλούσε και του προσέφερε κρασί.
Κάποια στιγμή έφτασε εκεί ο Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει τι συνέβαινε. Ο Προεστός του χωριού απάντησε: "Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει".
Με αυτό τον τρόπο έμεινε αυτή η φράση, η οποία έμελλε να προστεθεί στις παροιμίες που σχετίζονται με το όνομα "Γιάννης"!

Πηγή: "3.000 λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις" του Τάκη Νατσούλη, Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΑΤΣΙΟΣ: Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑΡΑ ΣΚΥΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΘΕΛΗΜΑΤΑ

Ο Κολοκοτρώνης και τα μαλλιαρά σκυλιά,
όπου κάνουν θελήματα...
Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος-Κιλκίς

Λίγο πριν συλλάβει η βαυαρική αντιβασιλεία τον «προδότη» του Έθνους, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Άρμανσπεργκ, θέλοντας να τον δοκιμάσει, του είπε:

-Έχεις πολλούς εχθρούς, στρατηγέ.
-Έχω παραδέχτηκε ο Κολοκοτρώνης, μα δύο απ’ αυτούς, στέκονται οι χειρότεροι απ’ όλους.
-Και ποιοι είναι οι δύο αυτοί εχθροί σου; ρώτησε περίεργα ο προϊστάμενος των αντιβασιλιάδων.
Ο Γέρος του αποκρίθηκε:
-Ο ένας τ ’όνομά μου κι ο άλλος οι  δούλεψές μου για την πατρίδα.
(Δ.Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», εκδ. «Ζαχαρόπουλος» σελ. 13).

Αυτά γίνονται τον Σεπτέμβρη του 1833. Μάλιστα- να γράψουμε και κάτι νόστιμο από την ευφυή θυμοσοφία του Κολοκοτρώνη- έστειλαν ένα «τσούρμο», σαράντα «χωροφύλακες» για να αλυσοδέσουν, ποιον; το αθάνατο Εικοσιένα. Αρχηγός τους κάποιος ευτελής και γλοιώδης μοίραρχος, ονόματι Κλεώπας. Μόλις τον είδε ο Γέρος του Μοριά, είπε:
-Τι χρειαζόταν, ωρέ Κλεώπα, τόσο ασκέρι; Έφτανε να μου στείλουν ένα σκυλί μαλλιαρό, από εκείνα όπου κάνουν θελήματα, μ’ ένα γράμμα στο στόμα να πάω στ’ Ανάπλι και μ’ ένα φαναράκι να φέγγει και των δυονών μας... (Πού να καταλάβει ο Κλεώπας ότι «το μαλλιαρό σκυλί για θελήματα» ήταν ο ίδιος. Γέμισε ο τόπος σήμερα από τέτοια μαλλιαρά σκυλιά και κουτάβια, όπου κάνουν τα θελήματα των αφεντάδων τους...).

Θυμήθηκα την απάντηση του Κολοκοτρώνη στον Βαυαρό αντιβασιλέα, ακούγοντας τις απειλές που νυχθημερόν εκτοξεύονται από τους «ευκλεείς» γείτονές μας και τους ποικιλώνυμους «εταίρους» μας. Κανονικά τα κανάλια, μαζί με το δελτίο καιρού, πρέπει να καθιερώσουν και ένα δελτίο απειλών και ύβρεων που εξεμούν κατά της πατρίδας μας.

Και αναρωτιέσαι γιατί; Την απάντηση την έδωσε ο Κολοκοτρώνης. Για δύο λόγους:
Ο ένας είναι το όνομά μας. Ελλάς, Έλληνας, «τιμιωτέρα ιδιότης» δεν υπάρχει στην οικουμένη. Ο δεύτερος είναι οι «δούλεψές μας» για την ανθρωπότητα. Είναι ο Ελληνισμός, πηγή αείροος, που άρδευσε και δρόσισε τον κόσμο όλο.
Θα περιοριστώ στους όμορους "φίλους"...
Συνορεύουμε βόρεια και ανατολικά με τέσσερις χώρες. Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία και Τουρκία.

 Οι Αλβανοί μετατρέπονται σ’ αυτό που γνωρίζουν καλά, σε Τουρκαλβανούς. Στην ιστορία έτσι τους γνωρίσαμε. Όποτε ο σουλτάνος, το "γομάρι" που λέει και ο Μακρυγιάννης, ήθελε να σφάξει και να ρημάξει έναν τόπο ελληνικό, ποιους έστελνε; Τους Τουρκοαλβανούς.
 Στα 1780 κατέστρεψαν την Πελοπόννησο, τότε χάθηκε το  κολοκοτρωναίικο, γλίτωσαν λίγοι, μεταξύ αυτών και ο Θοδωράκης, γιατί ήταν θέλημα Θεού να ζήσει. Και αργότερα, κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, τα ίδια έκαναν τα «ταγκαλάκια», όπως τους ονομάζει ο Γέρος στα απομνημονεύματά του. Το 1940 δέκα τάγματα Αλβανών, ακολουθούν σαν ύαινες τους Ιταλούς με σκοπό, τι άλλο; Το πλιάτσικο, την αρπαγή, τους βιασμούς και δολοφονίες. Αυτά, δηλαδή που έπραξαν  κατά την περίοδο της κατοχής οι μωαμεθανοί τσάμηδες. Και τώρα ονειροφαντάζονται «μεγάλες Αλβανίες», ποιοι; Αυτοί που ποτέ δεν πολέμησαν για την πατρίδα τους, η οποία τους χαρίστηκε χάρις στην κακουργία των Ιταλών και Αυστριακών κυρίως. (Μαθαίνουμε σε χιλιάδες Αλβανούς γράμματα στα σχολεία μας. Όμως μ’ αυτά που λέει ο ανισόρροπος Ράμα, το τσιράκι του Ερντογάν, και που σίγουρα κάποιοι, μάλλον οι περισσότεροι εν Ελλάδι Αλβανοί τα υιοθετούν και τα συζητούν στα σπίτια τους, σε λίγο καιρό την σαχλαμάρα που κάνουν με τα χέρια τους, αναπαριστώντας εκείνο το ερεβώδες όρνεο της σημαίας τους, δεν θα τη βλέπουμε μόνο στα στρατόπεδα, αλλά και στους αύλειους σχολικούς χώρους. Τα περί αφομοιώσεως βρίσκονται μόνο στα μυαλά των εθνομηδενιστών. Τώρα που μας χρειάζονται οι πατρικές ορμήνειες του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη το υπουργείο ανθελληνισμού, διά του ΙΕΠ, προσπαθεί να τους εξαφανίσει από τα σχολεία, από τα βιβλία ιστορίας). 

Πάμε στο δεύτερο απολειφάδι της γειτονιάς μας. Τα Σκόπια, το περίπου κράτος, θνησιγενές εξάμβλωμα, κατασκεύασμα ευκαιριακό. Το 1941, όταν οι Γερμανοί, τα στίφη των βαρβάρων, εισβάλλουν στην πατρίδα μας, αυτοί, απόνερα των κομιτατζήδων-κομιτατζής:συνώνυμο της κτηνωδίας- τους έραιναν με ροδοπέταλα. Ο Κροάτης και μέγας μισέλλην Τίτο τους έκανε κράτος, τους βάφτισε «Μακεδόνες» και το πίστεψαν οι απατεώνες της ιστορίας. Θα μπορούσε να τους πει Σέρβους, Κροάτες, Αλβανούς, Αυστριακούς, Κινέζους.... Όχι. Μακεδόνες, την Ελλάδα είχε σκοπό να προσβάλλει ο Τίτο, που πολλοί ημέτεροι κρετίνοι θαύμαζαν και θαυμάζουν. Όσο έκαναν τις βρωμοδουλειές των Αμερικανών και των Τούρκων και έρρεαν τα δολάρια, επιδίδονταν σε λεονταρισμούς και έφτασαν στο έσχατο σημείο της ξεφτίλας και της ύβρεως ώστε να αυτοχειροτονούνται απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τώρα που άλλαξαν οι ισορροπίες και δεν βρίσκουν πάτρωνα, ή καλύτερα «πορνοβοσκό», ακούν το «ουκ οίδα υμάς». Θα διαλυθούν, κανείς δεν θα λυπηθεί, γιατί την ύβριν ακολουθεί η νέμεσις. Ζουν εκεί 200.000-250.000 χιλιάδες Έλληνες και κάποιες πάλαι ποτέ ανθηρές ελληνίδες πόλεις – Μοναστήρι, Στρώμνιτσα, Κρούσοβο, Αχρίδα, Δοϊράνη- μήπως ήρθε η ώρα να επανέλθουν στην αγκαλιά της μάνας;

«Το σπίτι που γεννήθηκα
κι ας το πατούν ξένοι
στοχειό είναι και με προσκαλεί
ψυχή και με προσμένει», 
γράφει ο Παλαμάς.

Έχουμε και τους Βούλγαρους. Ξεδοντιασμένοι τώρα και «ευγνώμονες», γιατί όλη η βιομηχανική και βιοτεχνική Βόρειος Ελλάς μετακόμισε στην χώρα τους, όπου δεν υπάρχουν μνημόνια και φορολογικές λερναίες ύδρες. Βεβαίως η Παναγία η Εικοσιφοίνισσα ακόμα περιμένει τα διαγουμισμένα κειμήλιά της και σίγουρα κάποιοι ακαδημαικοί και πολιτικοί "κύκλοι" της Σόφιας μελετούν τον χάρτη της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και βαριαναστενάζουν...

Και τέλος το λυσσασμένο αγαρηνό σκυλί, η Τουρκιά, ίδια πάντοτε, αιμοχαρής και υπερφίαλη, μάστιγα της Ασίας και κατάρα των Βαλκανίων. Ο κοινός νους βλέποντας τις δηλώσεις, τις προκλήσεις, τις εξωφρενικές και ποταπές απαιτήσεις, σκέφτεται ότι επιδιώκει την σύρραξη. Έχοντας απέναντί  της μια ηγεσία «αγραβάτωτη» και πνιγμένη στην ιδεοληψία της, άθεο σκορποχώρι που δεν έχει συνέλθει ακόμη από την παταγώδη καθίζηση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την καθολική χρεοκοπία του σοβιετικού συστήματος και έναν λαό αποχαυνωμένο σε μάζα βουλιμικά φιλοθεάμονα-κάτι σαν «γαλαρία» σχολικού λεωφορείου που το «γλεντάει» φαιδρολογώντας, μικρολογώντας και επιχαίροντας για τα δεινά των γυμνοσάλιαγκων «παικτών» του  survivor-συμπεραίνει ότι "θα ανοίξει την πόρτα του τρελοκομείου", θα χτυπήσει. Τι θα γίνει; Κανείς δεν ξέρει. 

Να επιστρέψω πάλι στην αγιασμένη Επανάσταση του '21 και να υπενθυμίσω αυτό που έγραψε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στον Κολοκοτρώνη, όταν στην αρχή της Εθνικής Επανάστασης ερίζουν οι καπεταναίοι για τα πρωτεία και η δολερή διχόνοια χαμογελούσε «καθενός» με το σκήπτρο της. «Σας στέλνω τον Δράμαλη με 30.000 ασκέρι για να μονοιάσετε». Εύχομαι μην μας έλθουν πάλι ασκέρια από της Ανατολής τα μέρη , γιατί τώρα δεν έχουμε Κολοκοτρωναίους και Παπαφλέσσηδες που ήταν «ικανοί να αποβάλουν την σουλτανική δουλεία με σκέτο σαπουνόνερο», όπως γράφει ο Ελύτης.

Γράφω "τώρα". Ίσως κάτω από τα μπάζα της ασημαντοκρατίας κρύβεται η αληθινή Ελλάδα...

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

1) Ο Κολοκοτρώνης και ο οξύθυμος στρατιώτης: Ο Κολοκοτρώνης έκανε μια μέρα δριμύτατες παρατηρήσεις σ’ ένα από τους άνδρες της φρουράς. Εκείνος, οξύθυμος καθώς ήταν, κατέβασε από τον ώμο το καρυοφύλλι του, σκόπευσε τον Κολοκοτρώνη στο κεφάλι και τράβηξε τη σκανδάλη. Αλλά το όπλο έπαθε εμπλοκή.
Ατάραχος, τότε, ο Γέρος του Μοριά του είπε:
- Σε τιμωρώ με δέκα ημέρες περιορισμό στη σκηνή σου, γιατί δεν συντηρούσες καλά το όπλο σου.

2) Κατέθεταν στη δίκη του Κολοκοτρώνη σειρά από μάρτυρες κατηγορίας ο ένας πίσω από τον άλλο. Σαν τελείωσε ή σειρά τους κι ήρθε η ώρα των μαρτύρων υπεράσπισης, μπήκε στην αίθουσα υποβασταζόμενος ένας ανάπηρος οπλαρχηγός, με το σώμα γεμάτο τούρκικα βόλια. Τότε, ο συνήγορος είπε προς το Δικαστήριο:
- Αυτή τη στιγμή δεν έρχεται ένας μάρτυς, αλλά ένας Μάρτυρας. Οι άλλοι μίλησαν με το στόμα τους. Ο καπετάνιος θα μιλήσει με τις πληγές του. Έχετε μπροστά σας μάρτυρες και Μάρτυρα. Επιλέξατε! 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821

Εξ αφορμής της εθνικής επετείου αξίζει να φέρουμε στο προσκήνιο μαρτυρίες πίστεως αγωνιστών και ηρώων του 1821. Επικεφαλής των ηρωικών κληρικών μαρτύρων του 1821 στέκεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.
Τραγική ήταν η θέση του όταν επαναστάτησε η Ελλάδα. Έβλεπε ότι τον περίμενε το μαρτύριο. Πολλοί προσπαθούν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη για να σωθεί. Αλλά ο «καλός ποιμήν» αρνήθηκε, ακολουθώντας τα ίχνη των γενναίων προκατόχων του. Είπε: «Με προτρέπετε εις φυγήν˙ μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των χριστιανικών Επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε όπως εγώ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικεία οιουδήποτε ευεργετικού υμών Πρεσβευτού, ν’ακούω δε εκείθεν πως οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύοντα Λαόν. Ουχί!
Εγώ διά τούτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το Έθνος μου, ουχί δε όπως απολεσθή τούτο διά της χειρός των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως... επιφέρη μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρά η ζωή μου. Σήμερον (Κυριακή των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύς, αλλά μετά τινας ημέρας και ίσως και ταύτην την εβδομάδα οι ιχθύες θα μας φάγωσιν… Ναί, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενον εν μέσω των αγυιών να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες: «ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης». Αν το Έθνος μου σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα θα μου αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου… Υπάγω όπου με καλεί ο μέγας κλήρος του Έθνους και ο Πατήρ ο Ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων».

Ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, που είναι γνωστός με το όνομα Παπαφλέσσας είναι αυτός που άναψε την φλόγα της Επαναστάσεως στο Μωρηά. Φλογερός στην πίστη, έκανε να ωριμάση ο άγουρος καρπός-η μεγάλη απόφασις του αγώνος και έλεγε: «Έλληνες, ποτέ μην ξεχνάτε το χρέος σε Θεό και σε πατρίδα! Σ’ αυτά τα δύο σας εξορκίζω ή να νικήσουμε ή να πεθάνουμε κάτω από τη σημαία του Χριστού!»










Άλλος, ο Ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης έγραφε στον Γεώργιον Κουντουριώτην τις παρακάτω υπέροχες γραμμές:

«Ας μη λείψη, παρακαλώ, και η Υμετέρα Εκλαμπρότης από του να συνεργήση εις το να γίνωσιν αι ανήκουσαι προς Κύριον προς εξιλέωσιν της θείας αυτού δικαιοσύνης ικεσίαι διά τας αμαρτίας και εμού του αναξίου και όλου του χριστεπωνύμου λαού… όπως συνοδευούσης της θείας αυτού Αγαθότητος, ενισχυθώσιν από την παντοδύναμον χάριν Του οι βραχίονες των Ελλήνων και ούτω κατατροπώσαντες διά του επί της ελληνικής σημαίας τιμίου Σταυρού και τους αισθητούς εχθρούς τούτους, αυτούς μεν υποχρεώσωμεν και άπαντας να ομολογώσι και να κηρύττωσι «Μέγας ο Θεός και η πίστις των Χριστιανών», ημείς δε δοξολογούντες να ψάλλωμεν το του προφητάνακτος «η δεξιά σου Κύριε δεδόξασται».


Ο δε Κωνσταντίνος Κανάρης με προσευχή ξεκίνησε για το κατόρθωμα στο λιμάνι της Χίου. Όσο έλειπαν από το νησί, όλος ο κόσμος γονατιστός προσευχόταν για τη σωτηρία τους. Καί η επιστροφή τους στα Ψαρά με προσευχή ευχαριστήριο κατέληξε. Οι ιερείς με τα εξαπτέρυγα, οι προύχοντες και όλος ο λαός τον συνόδευσαν στον ναό του Θεού. Εκείνη η πομπή πάνω στο μικρό αλλά τρισένδοξο νησάκι, μας θυμίζει τα χρόνια, που οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και οι χιλιοτραγουδισμένοι νικηταί ηρωικών αγώνων ανέβαιναν ταπεινοί προσκυνηταί στην Αγιά Σοφιά, για να ψάλουν «τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Τότε παρομοίως, ο θρυλικός μπουρλοτιέρης κατέθεσε στα πόδια της εικόνος της Θεοτόκου το στεφάνι του και έπεσε με το μέτωπο κατά γης προσκυνώντας προσευχόμενος και ευχαριστώντας από βάθους καρδιάς το Θεό. Κατόπιν εξομολογήθηκε, μετέλαβε των αχράντων Μυστηρίων και με ταπείνωσι και σεμνότητα απεσύρθη στο ήσυχο σπιτάκι του.


Αλλά και ο Γέρος του Μωρηά, ο Κολοκοτρώνης ευλαβείτο πολύ την Παναγία. Στα 1821 ξεκίνησε από την Καλαμάτα για την Τρίπολη. Στα χωριά που περνούσε, χτυπούσαν οι καμπάνες, οι ιερείς έβγαιναν με τα εξαπτέρυγα, άνδρες, γυναίκες, παιδά γονάτιζαν και έκαναν δεήσεις. Γρήγορα όμως ο πρώτος ενθουσιασμός έσβησε. Ο Αναγνωσταράς, ο Μαυρομιχάλης, ο Παπαφλέσσας τράβηξαν γι’ αλλού. Ο Κολοκοτώνης απέμεινε κατάμονος με το άλογό του στην Καρύταινα. Τι θα έκαμνε; Τι θα μπορούσε να κάνη ένας μονάχος, ολομόναχος; Το παν! Όταν φλογίζη την καρδιά του η φλόγα της πίστεως. Αλλ’ ας αφήσουμε τον ίδιο το Γέρο να μας διηγηθή τι έκανε: «Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαιράκια τους, απέ εκατέβηκα κάτου˙ ήτον μια εκκλησιά εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο όπου έκλαιγα την Ελλάς». Σίμωσε, έδεσε το άλογό του σ’ ένα δέντρο, μπήκε μέσα, γονάτισε:

-Παναγιά μου, είπε, από τα βάθη της καρδιάς του, και τα μάτια του δάκρυσαν. Παναγιά μου, βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανε το σταυρό του. Ασπάσθηκε την εικόνα της, βγήκε από το εκκλησάκι, πήδησε στ’ άλογό του κι έφυγε.

Λίγο πριν αρχίσει τον αγώνα στα Δερβενάκια είπε:
-Έλληνες, απόψε ήλθε η Παναγία και μου είπεν: «Η Παναγία, σκέπη, βοηθός και προστασία!» Μακάρι και σήμερα στην Παναγία να προσβλέπουμε και τούτη τη δέηση να λέμε: «Παναγιά μου ψύχωσε τους Έλληνες!».

Ακόμη, η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα είπε στους Προκρίτους και στους Δημογέροντες:
«Έχασα τον σύζυγόν μου. Ευλογητός ο Θεός! Ο πρεσβύτερος υιός μου έπεσε με τα όπλα ανά χείρας. Ευλογητός ο Θεός! Ο δεύτερος και μόνος υιός μου, 14ετής την ηλικίαν, μάχεται μετά των Ελλήνων και πιθανώς να εύρη ένδοξον θάνατον. Ευλογητός ο Θεός! Υπό το σημείον του Σταυρού θα ρεύση επίσης το αίμα μου. Ευλογητός ο Θεός! Αλλά θα νικήσωμεν ή θα παύσωμεν μεν ζώντες, αλλά θα έχωμεν την παρήγορον ιδέαν, ότι εν τω κόσμω δεν αφήσαμεν όπισθεν ημών δούλους τους Έλληνας».





Ιδού και τα επιβεβαιωτικά λόγια του στρατηγού Μακρυγιάννη:
«Οι αγωνισταί βάστηξαν την θρησκείαν του τόσους αιώνες με τους Τούρκους-και τους κάναν τόσα μαρτύρια και την βάσταξαν˙ και λευτέρωσαν και την Πατρίδα τους, αυτείνοι με την θρησκεία τους, οπού ήταν πεντακόσιοι Τούρκοι εις τον αριθμόν κι αυτείνοι ένας και χωρίς τ’αναγκαία του πολέμου και την μάθησιν οι περισσότεροι˙ και τ’άρματά τους δεμένα με σκοινιά. Καί η πίστι εις τον Θεόν-λευτέρωσαν την Πατρίδα τους».

Διήλθον 194 χρόνια από τότε που οι πρόγονοί μας είπαν το ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η΄ΘΑΝΑΤΟΣ και θυσιάστηκαν για την ελευθερία μας. Στα ιερά τους κόκκαλα θεμελιώθηκε το κράτος του Νέου Ελληνισμού. Αλήθεια, δύο ερωτήματα προβάλλουν επιτακτικά: 1. Πως εκδηλώνουμε την ευγνωμοσύνη και τιμή προς τους ήρωες του 1821; 2.Πόσο ακλόνητη και δυνατή είναι η πίστη μας στην πρόνοια του Θεού και στην προστασία της Παναγίας; 

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ 1821



“Η Πατρίς αγνωμονούσα”! Πως συμπεριφέρθηκε η Ελλάδα στους ήρωες του 1821; Πίκρα μεγάλη όσα θα δείτε στο βίντεο. Είναι η εκπομπή “Στη Μηχανή του Χρόνου”. Θέμα της η τύχη όλων των μεγάλων ηρώων της Επανάστασης του 1821,μετά απ΄ αυτή.
Φυλακές, διώξεις, εξορίες, φτώχεια. Πάντα με την ευθύνη των ξένων και του “πρόθυμους” να συνεργαστούν μαζί τους.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: ΗΜΕΙΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕ!


ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ: ΑΛΙΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΠΟΥ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ!


Η ΙΚΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ!


ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: ΛΑΛΗΣΑΤΕ ΕΙΣ ΤΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!


ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΤΟΝ ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ!


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ!


ΖΗΤΩ Η 25η ΜΑΡΤΙΟΥ ΤΟΥ 1821!


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΒΑΠΤΙΣΤΗΜΕΝ ΜΕ ΤΟ ΛΑΔΙ, ΒΑΠΤΙΖΟΜΕΘΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ!


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΒΑΠΤΙΣΤΗΜΕΝ ΜΕ ΤΟ ΛΑΔΙ, ΒΑΠΤΙΖΟΜΕΘΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ!


Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ Ο ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ένας από τους πιο γνωστούς και γενναίους ήρωες του 1821 ήταν αναμφίβολα ο Νικηταράς, γνωστός ως «Τουρκοφάγος».

Τίμιος και ανιδιοτελής, από την αρχή της επανάστασης βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή στο πλευρό του θείου του, Κολοκοτρώνη. Στη μάχη στα Δερβενάκια μάλιστα η ορμητικότητα του ήταν τόσο μεγάλη που έσπασε τρία σπαθιά ενώ το τέταρτο κόλλησε στο χέρι του, καθώς έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια για να ανοίξει. Ωστόσο, μετά την απελευθέρωση άρχισαν οι περιπέτειες του. Συνελήφθη δύο φορές και το 1839 φυλακίστηκε μετά από κατηγορία για συμμετοχή σε συνωμοσία κατά του βασιλιά Όθωνα. Τα βασανιστήρια που πέρασε στη φυλακή ήταν φρικτά. Όταν πια αποφυλακίστηκε η υγεία του είχε κλονιστεί σοβαρά με αποτέλεσμα να πεθάνει λίγο αργότερα πάμφτωχος, τυφλός και λησμονημένος.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

ΕΝΑ ΦΟΒΕΡΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΜΑΓΕΙΑΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Από το βιβλίο «ΟΡΑΜΑΤΑ και ΘΑΜΑΤΑ» του τίμιου Χριστιανού αγωνιστή της Επανάστασης του 1821 Στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη, πολύτεκνου με 12 παιδιά. Σημειώνει με το ίδιο του το χέρι ανάμεσα στα πολλά άλλα, κι΄ αυτά τα παρακάτω:

«…Όταν θα βαρούσαμε τουφέκι με την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, βλέπει ένας άλλος αγωνιστής, Χριστιανός καλός, τις δύο του μηνός ξημερώνοντας, ότι βρέθηκε εις το περιβόλι μου αυτός κι΄ ένας λαμπροφορεμένος ώς Δεσπότης• καί παρουσιάστηκα κι΄ εγώ. Του λέγει αυτουνού του αγωνιστή ο Δεσπότης: «αυτόν που γλέπεις ( εμένα δηλαδή ) θα τον σώσω απο τον κίντυνον και θα τον βγάλω απο αυτείνη την μαγαρισά» ( πού κάποιοι του έχουν φτιάξει) καί παρουσιάζεται και μία στέρνα με μαγαρισές. 

Και σταύρωσε κι΄ έλαμψε ο τόπος!. Κι΄ ξύπνησε ο άνθρωπος, ήρθε και μου το είπε. Αφού τελειώσαμεν από τον κίντυνο, συμβρίσκομαι με την γυναίκα μου και γκαστρώνεται
.
Ώς τώρα σας έγραφα, αναγνώστες, Θεοτικά. Τώρα όμως θα σας γράψω και δαιμονικά συμβάντα:

Η γυναίκα μου αφού γκαστρώθη, επιάσαμεν μιάν φαγωμάρα κ  γκρίνια μεγάλη: με όλη την φαμελιά. Κι΄ άρχισε η γυναίκα νά σώνεται, κι΄ όλο έρευε. Ήφερα γιατρούς, τόσα πράματα! Καί σάπισαν και τα στήθια της, την πονούσαν, όπου δέν κοιμάτο νύχτα και ημέρα. 
Έρχεται ένας αγωνιστής από την Αίγυπτο, σάν έμαθε την πολιτική μεταβολή πού απόκτησε η πατρίδα Σύνταγμα, για ν’ απολάψει τα δίκαια του.

Αυτός ήτον μαζί μου εις τον αγώνα της πατρίδος. Βλέπει την φαμελιά μου σ’ αυτείνη την κατάστασιν, λέγει: 

«Αυτής, της έχουν κάμωμα δαιμονικό». 

Εγώ λέγω ότι αυτό δέν το πιστεύω• με βιάζει όμως να το πιστέψω… Μου λέγει λοιπόν: «το βράδυ θα ιδούμεν τί είναι, το βράδυ!». Έκατσε όλη μέρα μαζί μου• το βράδυ, τα μεσάνυχτα, με παίρνει εμένα, και παίρνω κι΄ άλλον έναν άνθρωπο, οτι φοβήθηκα μόνος μου, και κατεβαίνουμε εις το περιβόλι μου. Και γυμνώνεται αυτός,  καθώς τον έκαμε η μάνα του• κι΄ άρχισε, ώς μίαν ώρα να λέει κάτι ακατάληπτα (λόγια)… Είπε εκεί, είπε, είπε… τότε μας λέγει: «φέρτε μου ένα τσαπάκι». 

Καί σκάβει εις την πόρτα, όπου τρώμεν ψωμί από μέσα, και βγάζει ένα πράμα δεμένο: ένα πανί, δεμένο με πλήθος σπάγγους. Καί του κόβομε αυτά τα σκοινιά κ τ’ ανοίγομε• κ ήταν μέσα τρία πιρούνια μεγάλα, κι΄ ήταν πλήθος βελόνες, και υδράργυρος, και στάχτη, και κοκαλάκια από πεθαμένους, καί κομμάτια από τα σκουτιά της γυναικός μου και από τα δικά μου. Καί φαινόταν κι΄ εκείνα τα κομμάτια από τα σκουτιά μας που ήταν κομμένα και τρυπημένα… 
Καί τα πήρε και τα τσάκισε όλα αυτά τα καρφιά και τίς βελόνες, καί τ’ άλλα τάκαψε καί τα πέταξε έξω εις τα χωράφια. Και μετά άρχισε η γυναίκα μου ν’ αναλαβαίνει… Όμως τα στήθια της την πονούσαν ακόμα. 

Ήρθε ο καιρός, και κάνει δύο παιδιά, σερνικά. Βλέπω εις τον ύπνο μου: «αυτά να τα βαφτίσεις το Νέον έτος. Το ένα να το ειπείς Δημήτρη καί τ’ άλλο Γιώργη». Αυτό το είδαν καί άλλοι εις τον ύπνο τους. Καί τάβγαλα καθώς είδα, καί εις την βάφτισιν τους μαζώχτηκαν ένα πλήθος ανθρώπων. 
Καί ακολούθως σημειώνω την Ευσπλαχνία του Θεού.

Αφού τα γέννησε, ώς δεκαοχτώ ημέρες, ήτον η γυναίκα πολύ καλά – ξυπνάγει με μεγάλες φωτιές καί παραλογισμούς, πονούσαν τα στήθια της κ όλο της το σώμα, όσο πήγαινε: εις το χερότερον. Ήφερα – είχα τρείς γιατρούς, τους καλύτερους• έκαμεν αρκετές ημέρες, αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος βδέλλες, κ γλυστήρια ( κλύσματα ) και γιατρικά• πλέον φρένιασε: ούτε μιλούσε, ούτε γνώριζε, ούτε μπορούσε να αισθανθεί να πάρει γιατρικόν. 

Σάν την είδαν οι γιατροί σ’ αυτείνη την κατάστασιν, απολπίστηκαν. Τότε μου λένε: «δέν είναι πλέον ελπίδος ! Και σου το λέμεν, ότι είσαι στρατιωτικός και δεν πάει να σε απελπίζουνε όλα αυτά• ότι τέτοιος είναι τούτος ο κόσμος, ( αυτά έχει η ζωή ) κι΄ ο Θεός είναι δυνατός !» και φύγανε. Κοντά τα μεσάνυχτα έρχεται ο Αλέξαντρος, γιατρός, συγγενής μου. Την είδε εις την ίδια κατάστασιν, σηκώθηκε κ’ έφυγε πολλά λυπημένος. Τότε κι΄ εγώ απολπίστηκα. 

Μαζώνω τα παιδιά μου, πηγαίνω εις τις εικόνες, κάνομεν τις μετάνοιες μας, και κλαίγαμε και έλεγα: 
«Κύριε! αυτά τα παιδιά ανήλικα είναι, και τόσον κόσμο εδώ μέσα, τί να τους κάμω εγώ ο δυστυχής;». 

(Γιόμωσε και το σπίτι ξένους ανθρώπους μέσα – έξω, καταφανίστηκε και το σπίτι μου, μια κι΄ όποιος είχε διάθεση μέ έκλεβε..).

Εκεί οπού έκανα την προσευκή μου με τα παιδιά μου, μού’ ρθε εις την ιδέα μου: (αύριο ξημέρωνε Κυριακή) άν ζήσει η γυναίκα μου ώς αύριο, να στείλω τα παιδιά εις την Εκκλησία απο μίαν λαμπάδα, να κάμουν την προσευκή τους – κι΄ ο Θεός άς γένει Έλεος εις αυτά που θα μείνουν ορφανά...
Σηκώθηκα, πήγα εις τήν άρρωστη, της έβαλα και δύο γυναίκες συγγενείς της, κι΄ ό,τι απαιτείται να της πιάσουνε ( κλείσουνε ) τα μάτια όταν της βγεί η ψυχή. Εγώ, λυπημένος κ μπαϊλντισμένος, τόσες ημέρες άυπνος, με πονούσε και το κεφάλι, είπα των γυναικών να σταθούν με τήν άρρωστη κι΄ εγώ να πέσω να κοιμηθώ ολίγον. 

Εκεί που πήγα εις την ταράτσα να κοιμηθώ, σήκωσα τα μάτια μου εις τον ουρανό, και περικαλούσα κι΄ έκλαιγα• και λέγω: «Βαγγελίστρα μου (Παναγία μου), πολλές φορές μ’ έσωσες κι’ εμένα και το σπίτι μου όλο (κι΄ εγώ στάθηκα αχάριστος). Καί  τώρα να μου βρεθείς, ότι είμαι χαμένος!»• κι΄ έγειρα. Την ίδιαν στιγμή οι γυναίκες αποκοιμήθηκαν και η άρρωστη ήταν μόνη της. 
Πηγαίνει ένα σύγνεφο και κατεβάζει την γυναίκα κάτω απο το στρώμα – και τέτοια λευτεριά πήρε που δέν την είχε ούτε όταν ήταν κορίτσι! 

Πήρε να ξημερώσει, μπήκα κ εγώ μέσα να ιδώ άν την συγύρισαν ( την πεθαμένη) καλά, ή όχι; Ανοίγοντας την πόρτα, μου λέγει: «άντρα, να πάς εις την Βαγγελίστρα!»• καί μου λέγει όλα αυτά τα συμβάντα.
Εγώ, αδελφοί, περικαλιόμουνα απ΄ έξω, Την ίδια ώρα έστειλα κι΄ ήρθαν οι παπάδες, διάβασαν, και σηκώθηκε εντελώς. Ήρθαν οι γιατροί, μου είπαν: «έγινε μεταβολή». Εγώ δέν τους είπα τίποτας από αυτά• τους πλέρωσα κ τους ευκαρίστησα. 

Κι΄ εγώ κι΄ η άρρωστη όμως, γνωρίζαμε τον αληθινό Γιατρό ! – 
Μετανογάγω όμως ( το ξεχνάω ) καί πάλε δέν πηγαίνω εις την Χάρη Της ( στο τάμα πού είχα στην Τήνο).
Σε δύο ημέρες, βλέπει ένας Χριστιανός εις τον ύπνο του οτι ήρθε ένας καλόγερος εις το σπίτι μου, και μιά μαυροφόρα, εις τον οντά που κοιμούμαι μόνος μου, και λέγει η γυναίκα ότι: «Εγώ δέν ήθελα να ματάρθω σ’ εσέναν, ο Γιάννης με παρακίνησε ( ήτον ο Άγιος Γιάννης ο Βαφτιστής), οτι σ’ έσωσα τόσες φορές καί δέν ήρθες εις το σπίτι Μου, Με γέλασες. Σου γιάτρεψε κι΄ ο Μονογενής Μου, κι΄ εγώ τον περικάλεσα κι΄ ήρθαμε καί σου γιατρέψαμε το ταίρι σου να μήν μείνουν αρφανά τόσα αδύνατα χελιδονάκια ( τα παιδιά σου ) καί γιάτρεψε ο Μονογενής Μου ( ο Χριστός ) το στήθος της κι΄ Εγώ το χέρι της, που θα πάγαινε ( πέθαινε ) από αυτά• καί της έβγαλε τόσα σάπια απο του καταραμένου ( σατανικά μάγια ) τις ενέργειες».
Τότε εγώ άρχισα να κλαίγω. Μου λέγει: 

«μήν κλαίς. Ξέρεις ποιός σε φυλάγει εσένα;» Ευθύς, είχε απο κάτω απο το ράσο της μιά λαμπάδα καί την σήκωσε απάνω κι΄ άναψε: «αυτό το Φώς του Αφεντός Μας ( Χριστού ) σε φυλάγει! Καί να’ ρθείς εις το σπίτι Μου». 

Έρχεται ο άνθρωπος την αυγή, μου λέγει όλα αυτά. 
Τότε εγώ αποφασίζω να πάγω καί να πάρω και το παιδί που το γιάτρεψε απο τις πληγές και τό’ ταξα να το πάρω να πάμεν – αρχινάγω κ συλλογιούμαι: «πού να πάρω παιδί !», φοβόμουν και την θάλασσα, δέν είχα και έξοδα εις το χέρι• καί δι’ αυτά όλα άρχισα να μετανογώ δια το παρόν, να μήν πάγω. Καί φοβόμουν καί την εξουσία, να μήν δημιουργηθούν καχυποψίες οτι πάγω να κάμω συνομωσίες (οτι είχα ζητήσει την άδεια όταν ήτον ο Λόντος υπουργός, κ δέν μου την έδωσε)• αυτά όλα μού’ φερναν δυσκολίες.
Την άλλη βραδυά βλέπει μιά γυναίκα την Χάρη Της ( την Παναγία ), τον Α-Γιάννη, τον Άγιον Σπυρίδωνα κ τον Άγιον Νικόλα, κ ήρθαν εις την κάμαρη, κ βαστούσα εγώ το παιδί εις τα χέρια• μου λέγει η Χάρη Της: «μήν παίρνεις το παιδί μαζί σου τώρα• κ μήν φοβάσαι απο αυτούς, δέν σου κάνουν τίποτας• κ μήν φοβάσαι κ την θάλασσα: θα σε πάρω Εγώ, κι΄ ο Γιάννης ( Άγιος Ιωάννης ), κι΄ ο Σπύρος κι΄ ο Νικόλας να σε πάμεν καί να σε φέρωμεν πίσω εις την οικίαν σου». 
Αφού έρχεται η γυναίκα κ μου λέγει αυτά (όσα εγώ συλλογιόμουν μόνος μου, μου τα λέγει αυτείνη!) – παίρνω έναν άνθρωπο, κατεβαίνω κάτω, ήταν καί το παπόρι δια να φύγει, μπήκα μέσα• έπεσα να κοιμηθώ απάνω (δέν μπορούσα κάτω εις τ’ αμπάρι) – μου λένε: «σήκω!». Εγώ έλπιζα οτι ήμαστε ακόμα εις τον Περαία, ανακατώνονταν οι άνθρωποι κ θα σηκώσουν σίδερο ( άγκυρα ) να φύγουμε – μου λένε: «σήκω, θα βγούμε εις την Σύρα!». 


Τηράγω, βλέπω Σύρα. Εβήκαμεν έξω, εις τους φίλους• έφαγα ψωμί• θέλανε να μου κάμουν τραπέζι άλλοι το βράδυ – είπα του παιδιού κρυφά κ’ έπιασε καΐκι• σε δύο ώρες πήγαμε εις την Τήνο• επήγα σ’ έναν κουμπάρο μου, έκατσα 23 ημέρες• πήγα εις την Χάρη Της, νήστεψα κ ξεμολογήθηκα να μεταλάβω.
Είπα των επιτρόπων να μου βάλουν ένα σκουτί να κοιμηθώ κάτω, εις την εκκλησίαν οπου φανερώθη η Χάρη Της• μού’ στρωσαν μπροστά εις την εικόνα. Η εκκλησιά είναι μεγάλη. Εκει μέσα, λέγω του ανθρώπου μου: «εσύ σύρε πέρα τις εικόνες καί κοιμήσου – καί άν θέλεις, δοξολόγα τον Θεόν καί την Χάρη Της • ει δέ, κοιμήσου• ό,τι θέλεις ακολούθα». Άρχισα εγώ να κάμω τις μετάνοιες μου καί την αμαρτωλή μου προσευκή εις τους Σωτήρας της πατρίδος μου καί θρησκείας μου κι’ εμένα του αμαρτωλού κι΄ όλης μου της οικογένειας μου.
Αφού άρχισα τις μετάνοιες μου κ την προσευκή μου καμπόση ώρα, πήγα εις την Χάρη Της να ασπαστώ, να κοιμηθώ ολίγον κ πάλε να σηκωθώ• άμα πήγα να ασπαστώ, κάνει έναν χτύπο η εικόνα, οπου δέν μπορώ να σας το παραστήσω! 

Ξυπνάγει ο άνθρωπος απο το πέρα μέρος, οπου τ’ άκουσε, ήρθε εκεί, «τί ήταν αυτό;» μου λέγει – μήτε εγώ ήξερα μήτε εκείνος. Μετάλαβα την αυγή. Πήγαινα, όσες μέρες στάθηκα: πήγαινα εις την Χάρη Της, λυτρωνόμουν. Καί καθόμουν με τους επιτρόπους κ πατέρες. Εκεί ήμουν τυχερός, δια της Φώτισής Της: πήρα καί μίαν εικόνα, (μεγέθους) όση είναι η Χάρη Της ασημένια, « Ο Ευαγγελισμός» οκτακοσίων 800 χρόνων• την είχαν πάγει απο την Κρήτη εις την Χάρη Της καί μου την δώσανε. Καί χωρίς να νιώσω την θάλασσα, γύρισα πίσω εις το σπίτι μου, με την Αγαθότητά Της καί με την Ευσπλαχνία Της.
Σημείωσα, αδελφοί, όσα μοναχός μου δοκίμασα καί είδα το Έλεός Της, καί όσα μου είπαν οι άνθρωποι. Καί θα σημειώσω κι΄ άλλα πολλά. Όποιος θέλει, άς πιστεύει – όποιος δέν θέλει, άς κάμει ό,τι αγαπάει.
Γυρίζοντας εις το σπίτι απο την Χάρη Της, εκείνον τον χτύπο οπου έκαμεν η εικόνα όταν πήγα να μεταλάβω, πάντοτες τον ακούγω εδώ εις τις εικόνες. Ήταν Σαρακοστή, νηστέψαμε καί κάμαμε το Ευκέλαιό μας (ότι Ευκέλαιον δέν συνήθιζα να κάνω – κι΄ είδα εις τον ύπνο μου τον Α-Γιώργη κ τον Άγιον Δημήτρη κ μου λένε: πρίν βαφτίσω τα δύο δίδυμα μωρά μου ότι«όταν θα μεταλαβαίνεις με όλους της φαμελιάς σου να κάνετε πρώτα το Ευκέλαιόν σας καί τότε να μεταλαβαίνετε». Απο τότε όποτε θα μεταλάβωμεν, κάνομεν πρώτα το Ευκέλαιόν μας. Το λοιπόν, ήμουν νηστεμένος να μεταλάβωμεν την αυγή.
(Έρχεται στο όνειρό μου) ένας ασκημο-άνθρωπος άγριος και μου παρουσιάζει μιά γριά να κάμω (μαζί της) την "επιθυμία" μου! 

Και τρωγόμουν με αυτόν τον αναθεματισμένο… Καί παρουσιάζεται η Χάρη Της (Παναγία) με τον Α-Γιάννη κ άλλους Αγίους καί σηκώνει το χέρι Της καί του λέγει: «καταραμένε! Νά’ χεις καί του Μονογενή Μου την κατάρα καί την δική Μου! Όπου ήρθες καί πειράζεις τον άνθρωπο!»

Κι΄ έσκασε (αυτός) κι΄ έγινε στάχτη...

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟΥ ΜΩΡΙΑ

Στις 13 Νοεμβρίου 1838 ο σχεδόν 70χρονος Κολοκοτρώνης μίλησε στην Πνύκα προς τους μαθητές του Γυμνασίου της πρωτεύουσας. Η κυβέρνηση, όταν έμαθε για τις προθέσεις του Γέρου, φοβήθηκε μήπως από τα λεγόμενά του ξεσηκωθεί ο κόσμος. Έστειλε λοιπόν ένα απόσπασμα χωροφυλακής για να τον εμποδίσει. Δεν πρόλαβαν όμως και συνάντησαν τον Κολοκοτρώνη κατά την επιστροφή.

«Άδικα θα πάτε», τους φώναξε πειρακτικά. «Τα είπα, δεν θα με βρείτε πια εκεί». Στις 4 Φεβρουαρίου 1843 το έθνος δεν θα τον έβρισκε πουθενά, πουθενά αλλού εκτός από τη μνήμη ενός ολόκληρου λαού. Ποιες ήταν οι τελευταίες στιγμές του Γέρου Λίγους μήνες πριν κλείσει τα μάτια του, το ένστικτό του τον ειδοποίησε πως το τέλος βρισκόταν κοντά.

Περιόδευσε σε όλον τον Μοριά. Παντού από όπου περνούσε, φώναζε φίλους και εχθρούς και τους αποχαιρετούσε δίνοντας και παίρνοντας συγχώρεση. Πέρασε στις Σπέτσες και στην Ύδρα και συμφιλιώθηκε με τον Κουντουριώτη...

Συγχώρεσε και αυτόν ακόμη τον Σχινά, τον υπουργό δικαιοσύνης που πίεζε για την καταδίκη του, την περίοδο της δίκης του. Όλους τους αποχαιρετούσε σαν να επρόκειτο να πραγματοποιήσει ένα μακρινό ταξίδι. Την 1η Φεβρουαρίου 1843 ο Κολοκοτρώνης πάντρεψε τον γιό του Κολίνο με την εγγονή τού άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας, πρίγκιπα Ιωάννη Καρατζά. Ο γάμος αυτός ήταν από τα πιο σημαντικά κοσμικά γεγονότα της πρωτεύουσας.

Στο μυστήριο και στο γλέντι που επακολούθησε παραβρέθηκαν όλοι οι επίσημοι καθώς και αντιπροσωπείες από όλες τις ξένες πρεσβείες. Ο Γέρος του Μοριά ζούσε μία από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, διασκέδασε με απίστευτη ζωτικότητα. Δύο ημέρες αργότερα παραβρέθηκε στον μεγάλο χορό του παλατιού, όπου παρουσιάσθηκε και πάλι πολύ ευδιάθετος.

Κάποια στιγμή παρακάλεσε τον βασιλιά να διατάξει τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Τα δημοτικά τραγούδια αντήχησαν στα σαλόνια του παλατιού. Ο Γέρος με ευθυμία προσκαλούσε τις κυρίες των τιμών να χορέψουν μαζί του. Στη χάριν αστεϊσμού παρατήρηση του Αναγνώστη Δεληγιάννη ότι ήπιε λίγο παραπάνω απάντησε ότι ήθελε να γλεντήσει τις τελευταίες του στιγμές. Γύρω στα μεσάνυχτα, επέστρεψε στο σπίτι του. Με το που ξάπλωσε στο κρεβάτι του, υπέστη εγκεφαλική συμφόρηση.

Στις τρεις το πρωί η σύντροφός του κατάλαβε ότι ο Γέρος δεν ήταν καλά. Ειδοποιήθηκαν αμέσως οι καλύτεροι γιατροί της εποχής Γλαράκης, Ρέζερ και Οικονόμου. Έπραξαν το ανθρωπίνως δυνατό. Τον φλεβοτόμησαν, του τοποθέτησαν βδέλλες, χιόνι στο κεφάλι, μάταια όμως. Εν τω μεταξύ ειδοποιημένοι, βρέθηκαν κοντά του τα παιδιά του, οι συγγενείς, οι φίλοι του και πολλοί από τους παλαιούς συμπολεμιστές του...

Όμως, η φήμη ότι ο Γέρος ήταν άρρωστος διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την πρωτεύουσα. Ανάστατοι οι πολίτες έκλειναν τα καταστήματά τους, άφηναν τις εργασίες τους και έτρεχαν στο σπίτι του. Δεν πίστευαν ότι ο ήρωας των ηρώων της Επανάστασης ήταν δυνατόν να «φύγει» από κοντά τους. Γύρω στις 11.00 το πρωί η καρδιά του Κολοκοτρώνη σταμάτησε να χτυπά.

Τα τελευταία του λόγια ήταν προς τον γιο του τον Γενναίο. Μέσα σε έναν σπαρακτικό θρήνο, του φόρεσαν τη στολή του στρατηγού και τα τσαρούχια του, τον έζωσαν με το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε τον Αγώνα, τοποθέτησαν μια τουρκική σημαία στα πόδια του να την πατάει συμβολικά και τον έβαλαν στο φέρετρο. Μέσα σε αυτό τοποθέτησαν επίσης την περικεφαλαία και τη στολή που φορούσε ο Γέρος στα Επτάνησα.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας διέκοψε την προγραμματισμένη συνεδρίασή του και το σώμα έσπευσε στο σπίτι του νεκρού για να εκφράσει τα συλλυπητήριά του. Το υπουργικό συμβούλιο καθόρισε το πρόγραμμα της κηδείας και διέταξε τριήμερο εθνικό πένθος. Η νεκρώσιμη πομπή διέσχισε τη σημερινή οδό Ερμού, έστριψε στην Αιόλου και έφθασε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης.

Το πλήθος που έσπευσε να αποχαιρετίσει τον Γέρο ήταν τεράστιο. Όλα τα μάτια ήταν βουρκωμένα. Ο Κολίνος κάποια στιγμή λιποθύμησε, ο Γενναίος, παρά την αρχική του ψυχραιμία, δεν άντεξε και ξέσπασε σε λυγμούς κατά τη διάρκεια του εμπνευσμένου λόγου του εκκλησιαστικού ρήτορα Οικονόμου εξ Οικονόμων. Ο τόσο γνώριμος ήχος των κανονιοβολισμών ήταν το τελευταίο «αντίο» προς τον στρατηγό των Ελλήνων.


Νίκος Γιαννόπουλος, ιστορικός

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ: «ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΚΑΜΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΛΙΟΨΑΘΑ;»

Ὁ λόγος τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη πάντα διαχρονικός.

Ἀπὸ τότε φώναζε γιὰ τὸν ἐκ Δυσμῶν κίνδυνο τῶν φραγκολατίνων!


«Μὴν ἀφήσετε, Ἅγιοί μου αὐτὰ τὰ γκιντὶ πουλημένα κριγιάτα τῆς τυραγνίας νὰ μασκαρέψουν καὶ νὰ ἀφανίσουν τοὺς Ἕλληνες».

Τότε, ἐκεῖ ποὺ καθόμουν εἰς τὸ περιβόλι μου καὶ ἔτρωγα ψωμί, πονώντας ἀπὸ τὶς πληγές, ὅπου ἔλαβα εἰς τὸν ἀγώνα καὶ περισσότερο πονώντας διὰ τὶς μέσα πληγὲς ὅπου δέχομαι διὰ τὰ σημερινὰ δεινά τῆς Πατρίδος, ἦλθαν δύο ἐπιτήδειοι, ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, μισομαθεῖς καὶ ἄθρησκοι, καὶ
μοῦ ξηγῶνται ἔτσι: «Πουλᾶς Ἑλλάδα, Μακρυγιάννη».

Ἐγώ, στὴν ἄθλιαν κατάστασίν μου, τοὺς λέγω: «Ἀδελφοί, μὲ ἀδικεῖτε. Ἑλλάδα δὲν πουλάω, νοικοκυραῖγοι μου. Τέτοιον ἀγαθὸν πολυτίμητον δὲν ἔχω εἰς τὴν πραμάτειάν μου. Μὰ καὶ νὰ τὸ 'χα, δὲν τὸ 'δινα κανενός. Κι’ ἂν πουλιέται Ἑλλάδα, δὲν ἀγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τὸν κόσμον ἐσεῖς λογιώτατοι, νὰ μὴν θέλει νὰ ἀγοράσει κάτι τέτοιο».

Ἔφυγαν αὐτοί. Κι’ ἔκατσα σὲ μίαν πέτραν μόνος καὶ ἔκλαιγα. Μισὸς ἄνθρωπος καταστάθηκα ἀπὸ τὸ ντουφέκι τοῦ Τούρκου, τσακίστηκα εἰς τὶς περιστάσεις τοῦ ἀγώνα καὶ...

κυνηγιέμαι καὶ σήμερον. Κυνηγιῶνται καὶ ἄλλοι ἀγωνιστὲς πολὺ καλύτεροί μου, διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ τελευταῖος καὶ ὁ χειρότερος. Καὶ οἱ πιὸ καλύτεροι ὅλων ἀφανίστηκαν.

Αὐτοὶ ποὺ θυσίασαν ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν, γιὰ νὰ εἰπωθεῖ ἐλεύτερη ἡ Ἑλλάδα κι’ ἐχάθηκαν φαμελιὲς ὁλωσδιόλου, εἶπαν νὰ ζητήσουν ἕνα ἀποδειχτικὸν ποὺ νὰ λέγει ὅτι ἔτρεξαν κι’ αὐτοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος καὶ Τοῦρκο δὲν ἄφηκαν ἀντουφέκιγο.

Πῆγε νὰ’ νεργήσει ἡ Κυβέρνηση καὶ βγῆκαν κάτι τσασίτες καὶ σπιγοῦνοι, ποὺ δουλεύουν μίσος καὶ ἰδιοτέλεια, καὶ εἶπαν «ὄχι». Καὶ εἶπαν καὶ βρισιὲς παλιὲς διὰ τοὺς ἀγωνιστές. Γιὰ νὰ μὴν πάρουν τὸ ἀποδειχτικόν, ἕνα χαρτὶ ποὺ δὲν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα νὰ θυμᾶσαι ἐσὺ αὐτοὺς ὅπου, διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν λευτερίαν σου, δὲν λογαρίασαν θάνατο καὶ βάσανα. Κι’ ἂν ἐσὺ τοὺς λησμονήσεις, θὰ τοὺς θυμηθοῦν οἱ πέτρες καὶ τὰ χώματα, ὅπου ἔχυσαν αἵματα καὶ δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τοὺς παντίδους, ποὺ θέλουν νὰ μᾶς πάρουν τὸν ἀγέρα ποὺ ἀναπνέομεν καὶ τὴν τιμὴν ποὺ μὲ ντουφέκι καὶ γιαταγάνι πήραμε. Ἐμεῖς τὸ χρέος, τὸ κατὰ δύναμιν, ἐπράξαμεν. Καὶ αὐτοὶ βγῆκαν σήμερον νὰ προκόψουν τὴν Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία καὶ διχόνοιαν. Και τὴν Πατρίδα δὲν τὴν θέλουν Μητέρα κοινή. Ἀμορόζα εἰς τὰ κρεβάτια τους τὴν θέλουν. Γι’ αὐτὸ περνοῦν καὶ ρεθίζουν τὸν κόσμον μὲ τέχνες καὶ καμώματα.

Καὶ καζαντίσαν αὐτοὶ πουγγιὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ ἀφήκαν τοὺς ἀγωνιστές, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ εἰς τὴν ἄκρην. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀνθρώπινοι λύκοι, ποὺ φέραν δυστυχήματα καὶ κίντυνον εἰς τὸν τόπον. Ἂς ὄψονται.

Τότε ποὺ ἡ Τουρκιὰ ἐκατέβαινε ἀπὸ τὰ ντερβένια καὶ ὀλίγοι ἔτρεχαν μὲ ὀλίγα ντουφέκια, μὲ τριχιὲς δεμένα, νὰ πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριὰν ἢ θάνατον, οἱ φρόνιμοι ἀσφάλιζαν τὶς φαμελιὲς τους εἰς τὰ νησιὰ κι’ αὐτοὶ τρέχαν εἰς ρεματιὲς καὶ βουνά, μὴ βλέποντας ποτὲ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ ὅταν ἀκοῦγαν τὰ ντισμπάρκα τῶν Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους τὴν Πατρίδα καὶ κυνηγοῦν τοὺς ἀγωνιστές.

Ἐγίναμε θηρία ποὺ θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ἀνθρώπινα νὰ χορτάσουν. Καὶ χωρίζουν τὸν κόσμον σὲ πατριῶτες καὶ ἀντιπατριῶτες. Αὐτοὶ γίναν οἱ σημαντικοί τῆς Πατρίδος καὶ οἱ ἄλλοι νὰ χαθοῦν. Δὲν ξηγιῶνται γλυκότερα νὰ φυλάξωμεν Πατρίδα καὶ νὰ δοῦμεν λευτερίαν πραγματικήν.Ρωμαίγικον δὲν φτιάχνεται χωρὶς οὖλλοι νὰ θυσιάσουν ἀρετὴν καὶ πατριωτισμόν. Καὶ χωρὶς νὰ πάψει ἡ μέσα, ἡ δική μας τυραγνία.
 
Καί βγῆκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνῆτες, Ἕλληνες, σπορὰ τῆς ἐβραιουργιᾶς, ποὺ εἶπαν νὰ μᾶς σβήσουν τὴν Ἁγία Πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, διότι ἡ Φραγκιὰ δὲν μᾶς θέλει μὲ τέτοιο ντύμα Ὀρθόδοξον. Και ἐκάθησα καὶ ἔκλαιγα διὰ τὰ νέα παθήματα. Καὶ ἐπῆγα πάλιν εἰς τοὺς φίλους μου τοὺς Ἁγίους. Ἄναψα τὰ καντήλια καὶ ἐλιβάνισα λιβάνιν καλὸν ἁγιορείτικον.

Καὶ σκουπίζοντας τὰ δάκρυά μου τοὺς εἶπα:

«Δὲν βλέπετε ποῦ θέλουν νὰ κάμουν τὴν Ἑλλάδα παλιοψάθα; Βοηθεῖστε, διότι μᾶς παίρνουν, αὐτοὶ οἱ μισοέλληνες καὶ ἄθρησκοι, ὅ,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικὸν ἔχομεν. Φραγκεμένους μᾶς θέλουν τὰ τσογλάνια τοῦ τρισκατάρατου τοῦ Πάπα. Μὴν ἀφήσετε, Ἅγιοί μου αὐτὰ τὰ γκιντὶ πουλημένα κριγιάτα τῆς τυραγνίας νὰ μασκαρέψουν καὶ νὰ ἀφανίσουν τοὺς Ἕλληνες, κάνοντας περισσότερα κακὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ καταδέχθηκεν ὁ Τοῦρκος ὡς τίμιος ἐχθρός μας».

Ἕνας δικός μου ἀγωνιστής μοῦ ἔφερε καὶ μοῦ διαβασεν ἕνα παλαιὸν χαρτί, ποῦ ἔγραψεν ὁ κοντομερίτης μου Ἅγιος παπάς, ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Τὸν ἐκρέμασαν εἰς ἕνα δέντρον Τοῦρκοι καὶ Ἑβραῖοι, διότι ἔτρεχεν ὁ εὐλογημένος παντοῦ καὶ ἐδίδασκεν Ἑλλάδα, Ὀρθοδοξία καὶ Γράμματα.
Ἔγραφεν ὁ μακάριος ἐκεῖνος ὅτι:

«Ἕνας ἄνθρωπος νὰ μὲ ὑβρίσει, νὰ φονεύσει τὸν πατέρα μου, τὴν μητέρα μου, τὸν ἀδελφόν μου καὶ ὕστερα τὸ μάτι νὰ μοῦ βγάλει, ἔχω χρέος σὰν χριστιανὸς νὰ τὸν συγχωρήσω. Τὸ νὰ ὑβρίσει τὸν Χριστόν μου καὶ τὴν Παναγία μου, δὲν θέλω νὰ τὸν βλέπω».