ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

ΠΟΙΟΥΣ ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουμε τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, που γνώρισαν την Αλήθεια του Θεού μέσα από την εμπειρία της ένωσης με αυτόν (θέωσης, αγιότητας) κι όχι μελετώντας βιβλία ή κάνοντας διανοητικές υποθέσεις και συλλογισμούς.

Κατά την εμπειρία των αγίων Πατέρων λοιπόν ο άνθρωπος ενώνεται με τις ενέργειες του Θεού, όχι όμως με την ίδια την ουσία του Θεού. Όμως οι ενέργειες του Θεού (θείες δυνάμεις με τις οποίες ο Θεός συνδέεται με τα δημιουργήματά Του, ανάλογα με την περίσταση) είναι άκτιστες, δηλ. κατευθείαν προερχόμενες από το Θεό και όχι απλώς δημιουργήματά Του, γι’ αυτό και η ένωση αυτή είναι ένωση με τον Ίδιο το Θεό και προκαλεί τη μεταμόρφωση του ανθρώπου σε θείο ον (άγιο), όπως ο Θεός τον έχει προσκαλέσει εξ αρχής να γίνει.

Όλες οι εντολές του Θεού προς τον άνθρωπο και ο αγώνας του ανθρώπου για την τήρησή τους αποσκοπεί όχι σε κάποια «υπηρεσία προς το Θεό», αλλά στην κάθαρση της καρδιάς του ανθρώπου από τα πάθη και στην ύψιστη τιμή της ένωσής του με το Θεό, αφού ο Χριστός ήδη γεφύρωσε στο πρόσωπό Του την ανθρώπινη φύση με το Θεό (επειδή ο ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος) και την ανύψωσε με την ανάληψή Του στον ουρανό και «την κάθισε στα δεξιά του Θεού».

Αντίθετα, η Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία» θεωρεί αυτές τις ενέργειες κτιστές (δημιουργήματα, όπως και ο άνθρωπος και κάθε τι στο σύμπαν), άρα ο άνθρωπος, κατ’ αυτήν, δεν ενώνεται ποτέ με το Θεό, απλώς ανταμείβεται ή τιμωρείται από το Θεό για τις πράξεις του – ό,τι δηλαδή διδάσκει και το Ισλάμ.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Οἱ Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ στὰ ἔσχατα χρόνια.
Τοῦ Ἰωάννου Ρίζου
Στὰ ἐνταλτήρια γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐφοδίαζε ἡ Ἐκκλησία 
τοὺς χειροτονηθέντες Ἀρχιερεῖς,
τὸ πρῶτο καθῆκον ποὺ τοὺς ὑπενθύμιζε ἦταν ἡ φύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.

Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἀρχιερωσύνης  «τὰ τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμωμήτου πίστεως διαφυλάττεται γνωρίσματα καὶ ἀνόθευτον ταύτης ἐναστράπτει τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ κάλλος». Καί«τὰ θεῖα καὶ ἀποστολικὰ θεσπίσματα, χερσὶν ὑπτίαις, εἰσδέχεσθαι καὶ ὡς θεοχαράκτους πλάκας ταῦτα τιμᾶν καὶ φυλάττειν».[1] Καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου –παρατηρεῖ ὁ Ζωναρᾶς στὴν ἑρμηνεία τοῦ ΝΗ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνα– πρέπει νὰ εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση τοῦ πνευματικοῦ χρέους τοῦ ἐπισκόπου ἀπέναντι στὸν λαό. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ φρουρός, ποὺ ἀπὸ ὑψηλὸ μέρος ἐπισκοπεῖ, μηπως ἀντιληφθεῖ ἔγκαιρα κάποια ἐχθρικὴ ἐνέργεια. Ἀλλοίμονο ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος κοιμηθεῖ. Ἡ πόλη θὰ καταστραφεῖ ἐξ αἰτίας του. Πρὸς αὐτὸν ἀπευθύνεται ἡ φωνὴ τοῦ Ἰεζεκιήλ: «Υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν τέθεικά σε τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα· εἰ μὴ διαστείλῃ, μηδὲ λαλήσῃς ἀποθανεῖται ὁ ἄνομος ἐν τῇ ἀνομίᾳ αὐτοῦ καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου ἐκζητήσω».[2] Ὅταν ὁ ὕπαρχος τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντα (304-378), ὁ Μόδεστος, πίεζε τοὺς Ἐπισκόπους νὰ ὑπογράψουν ὑπὲρ τοῦ ἀρειανισμοῦ, ὁ Μ. Βασίλειος ἀπτόητος ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς γιὰ δήμευση τῆς περιουσίας του, ἐξορία καὶ θανατικὴ καταδίκη, ἀρνοῦνταν. Ὁ Μόδεστος ἐξοργισμένος τοῦ εἶπε ὅτι κανεὶς Ἐπίσκοπος δὲν τοῦ μίλησε ἔτσι. Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος ἀπάντησε: «Φαίνεται ὅτι δὲν συνάντησες πραγματικὸ Ἐπίσκοπο». Τέτοιοι  ἦταν οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς θὰ εἶναι ὅμως οἱ Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ τῶν ἐσχάτων χρόνων; Τί λένε οἱ Ἅγιοί μας;  

Ὁ ἅγιος Ἱππόλυτος
«Οἱ ποιμένες ὡς λύκοι γενήσονται. Οἱ Ἱερεῖς τὸ ψεῦδος ἀσπάσονται. Οἱ Μοναχοὶ τὰ τοῦ κόσμου ποθήσουσιν...».[3]

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός
 «Οἱ κληρικοὶ θὰ γίνουν οἱ χειρότεροι καὶ ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων»[4]

 Ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἁγιορείτης
 «Ὅταν πλησιάσῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου θὰ σκοτισθῇ ἡ διάνοια τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ πάθη τῆς σαρκὸς καὶ θὰ πληθυνθῇ σφόδρα ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀνομία... Οἱ ποιμένες τῶν Χριστιανῶν Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς θὰ εἶναι ἄνδρες κενόδοξοι, μὴ γνωρίζοντες παντελῶς τὴν δεξιὰν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ἀριστεράν... Αἱ Ἐκκλησίαι δὲ τοῦ Θεοῦ θὰ στερηθοῦν εὐλαβῶν καὶ εὐσεβῶν Ποιμένων καὶ ἀλλοίμονον τότε εἰς τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ εὑρισκομένους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθοῦν τελείως τὴν πίστιν, διότι δὲν θὰ βλέπουν ἀπὸ κανένα φῶς ἐπιγνώσεως...».[5]

 Ὁ Ἀββὰς Μωϋσῆς
 «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις... θέλουν προχειρίζεσθαι Ἡγούμενοι καὶ ποιμένες ἄνδρες ἀδόκιμοι ἀρετῆς, ἄπιστοι... μὴ διακρίνοντες τὴν δεξιὰν ὁδὸν ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, ἀμελεῖς, φιλομέριμνοι, τὰ πρωτεῖα μὲ δῶρα ἁρπάζοντες... μὴ γνωρίζοντες κατηχεῖν καὶ νουθετεῖν τὸ ποίμνιον... ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ ἀμελείας καὶ κατάφρονήσεως τῶν ποιμένων ἀπολοῦνται οἱ ἀδελφοί...».[6]

 Ὁ  ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων
 «Ζητᾶμε σημεῖο τῆς [Β΄] παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ἐμεῖς οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ζητᾶμε ἐκκλησιαστικὸ σημεῖο, καὶ ὁ Κύριος λέγει· “καὶ τότε θὰ σκανδαλισθοῦν πολλοὶ καὶ θὰ παραδώσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ θὰ μισήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο”».[7] 

«Ἂν ἀκούσῃς ὅτι Ἐπίσκοποι στρέφονται ἐναντίον Ἐπισκόπων καὶ κληρικοὶ ἐναντίον κληρικῶν καὶ λαοὶ ἐναντίον λαῶν καὶ φτάνουν μέχρι νὰ χυθεῖ αἷμα, νὰ μὴν ταραχθεῖς. Διότι κάτι τέτοιο εἶναι ἤδη γραμμένο».[8]

Ὁ  Ἀββὰς Ἰσχυρίων
Κάποτε, (τὸν 4ο αἰώνα), ὅταν ρωτήθηκαν κάποιοι Μονα-χοὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ ζοῦν καὶ θὰ εἶναι οἱ Μοναχοὶ καὶ Κληρικοὶ τὶς ἑπόμενες γενεὲς καὶ τὰ ἔσχατα χρόνια,  ὁ Ἀββὰς Ἰσχυρίων εἶπε τὰ ἑξῆς: «Αὐτοὶ πρόκειται νὰ ἐργασθοῦν καὶ νὰ φθάσουν στὰ μισὰ ἀπ’ ὅ,τι μπορέσαμε καὶ φθάσαμε ἐμεῖς». Καὶ ἐρώτησαν πάλι. «Καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτοὺς οἱ μετέπειτα τί θὰ κάνουν;» Καὶ ἀπήντησε: «Ἐκεῖνοι δὲν πρόκειται νὰ ἔχουν κανένα πνευματικό ἔργο καὶ καμία οὐσιαστικὴ ἀρετή. Πρόκειται δὲ νὰ τοὺς ἔλθει πολὺ μεγάλος πειρασμὸς καὶ ὅσοι μπορέσουν νὰ ἀντέξουν καὶ νὰ τὸν ὑπομείνουν μέχρι τέλους, θὰ φανοῦν ἀνώτεροι ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς καὶ τοὺς Ἁγίους μας ».[9]

Ἀββὰς Παμβώ
«Ἀλήθεια γέροντα, θὰ ἀλλάξουν οἱ συνήθειες καὶ οἱ παραδόσεις τῶν χριστιανῶν καὶ δὲν θὰ ὑπάρχουν Ἱερεῖς στὶς ἐκκλησιές; Καὶ ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ θὰ ψυχραθεῖ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν καὶ θὰ πέσει μεγάλη θλίψη. Θὰ γίνουν ἐπιδρομὲς ἐθνῶν. Μετακινήσεις λαῶν, ἀστάθεια στοὺς βασιλεῖς, ἀνωμαλία στοὺς κυβερνῆτες, οἱ Ἱερεῖς θὰ γίνουν ἄσωτοι καὶ οἱ Μοναχοὶ θὰ ζοῦν μὲ ἀμέλεια. Οἱ Ἡγούμενοι θὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴ δική τους σωτηρία ἀλλὰ καὶ τοῦ ποιμνίου τους. Θὰ εἶναι ὅλοι τους πρόθυμοι καὶ πρῶτοι στὰ τραπέζια καὶ ἐριστικοί. Ὀκνηροὶ στὶς προσευχὲς ἀλλὰ πρόθυμοι στὴν καταλαλιά, ἕτοιμοι γιὰ κατηγορία. Δὲν θὰ θέλουν οὔτε νὰ μιμοῦνται οὔτε νὰ ἀκοῦνε βίους καὶ λόγους Γερόντων, ἀλλὰ κυρίως θὰ φλυαροῦν καὶ θὰ λένε «ἂν ζούσαμε κι ἐμεῖς στὶς μερες τους, θὰ ἀγω-νιζόμασταν καὶ ἐμεῖς». Οἱ Ἐπίσκοποι πάλι τῶν καιρῶν ἐκείνων θὰ δείχνουν δουλικότητα πρὸς τοὺς ἰσχυρούς, θὰ βγάζουν τὶς ἀποφάσεις ἀνάλογα μὲ τὰ δῶρα ποὺ θὰ παίρνουν καὶ δὲν θὰ ὑπερασπίζονται τοὺς φτωχούς, ὅταν θὰ κρίνονται. Θὰ θλίβουν τὶς χῆρες καὶ θὰ καταταλαιπωροῦν τὰ ὀρφανά. Ἀκόμη θὰ εἰσχωρήσει καὶ στὸν λαὸ ἀπιστία, ἀσωτία, μίσος, ἔχθρα, ζήλεια, φιλονικία, κλεψιά, μέθη, ἔξαλλες διασκεδάσεις, μοιχεία, πορνεία, φόνοι καὶ διαρπαγές». Εἶπε τότε ὁ ἀδελφός: «Καὶ τί θὰ μπορεῖ νὰ κάνει κανεὶς σὲ τέτοιους δύσκολους καιρούς;» Καὶ ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Παιδί μου, σὲ τέτοιες ἡμέρες θὰ σωθεῖ ἐκεῖνος ποὺ θέλει καὶ προσπαθεῖ νὰ σώσει τὴν ψυχή του καὶ αὐτὸς θὰ ὀνομαστεῖ μέγας στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».[10]

Στάρετς Ἀνατόλιος 
«Ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους θὰ δρᾷ μὲ πανουργία γιὰ νὰ ὁδηγήσει στὴν Αἵρεση, ἂν ἦταν δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. Δὲν θὰ ξεκινήσει μὲ τὴν ψυχρὴ ἀπώθηση τῶν δογμάτων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῆς Θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς παρθενίας τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ θὰ ξεκινήσει ἀνεπαίσθητα νὰ καταστρέφει τὶς διδασκαλίες καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν μεγάλη τους πνευ-ματικότητα, ποὺ ἔφτασε σὲ μᾶς μέσῳ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.  Λίγοι θὰ παρατηρήσουν αὐτὰ τὰ καλοπιάσματα τοῦ ἐχθροῦ, μόνον ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι πολὺ πεπειραμένοι στὴν πνευματικὴ ζωή. Οἱ Αἱρετικοὶ θὰ ἀποκτήσουν ἰσχὺ πάνω στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ τοποθετήσουν τοὺς ὑπηρέτες των παντοῦ.  Οἱ εὐλαβεῖς θὰ ἀτενίζονται καταφρονητικά. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι ἀπὸ τοὺς καρπούς των θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε καὶ ἔτσι, ἀπὸ τοὺς καρποὺς των καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τῶν Αἱρετικῶν, προσπαθῆστε νὰ τοὺς διακρίνετε ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ποιμένες. Αὐτοὶ εἶναι πνευματικοὶ κλέφτες, διαρπάζοντες τὴν πνευματικὴ ποίμνη, καὶ θὰ εἰσέλθουν στὸ μαντρί (τὴν Ἐκκλησία), σκαρφαλώνοντας μὲ κάποιο ἄλλο τρόπο, χρησιμοποιῶντας δύναμη καὶ καταπατῶντας τοὺς ἱεροὺς κανόνες.
Ὁ Κύριος καλεῖ αὐτοὺς ληστές.[11] 

Πράγματι, ἡ πρώτη τους ἐνέργεια θὰ εἶναι ἡ καταδίωξη τῶν ἀληθινῶν ποιμένων, ἡ φυλάκιση καὶ ἡ ἐξορία τους, διότι χωρὶς αὐτὸ θὰ εἶναι ἀδύνατο γι' αὐτοὺς νὰ διαρπάσουν τὸ ποίμνιο. Γι' αὐτὸ τὸ λόγο, παιδί μου, ὅταν βλέπεις τὴν καταπάτηση τῆς Πατερικῆς παραδόσεως καὶ τῶν θείων ἐντολῶν στὴν Ἐκκλησία, τῶν ἐντολῶν ποὺ ὁρίσθηκαν ἀπὸ τὸ Θεό, γνώριζε ὅτι οἱ Αἱρετικοὶ ἔχουν ἤδη ἐμφανισθεῖ, ἂν καὶ κατὰ τὸ χρόνο δράσης τους μπορεῖ νὰ κρύβουν τὴν ἀσέβειά τους, ἢ νὰ καταστρέφουν τὴν Ἁγία Πίστη ἀνεπαίσθητα, προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν καλύτερα στὴν σαγήνευση καὶ προσκόλληση τῶν ἀπείρων στὰ δίχτυα τους. 
Ἡ καταδίωξη θὰ κατευθύνεται ὄχι μόνον ἐναντίον τῶν ποιμένων ἀλλὰ ἐναντίον ὅλων τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ, διότι ὅλοι ὅσοι θὰ καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὴν αἵρεση δὲν θὰ ὑποφέρουν τὴν εὐσέβεια. Ἀναγνωρίστε αὐτοὺς τοὺς λύκους μὲ ἔνδυμα προβάτου ἀπὸ τὶς ὑπερήφανες διαθέσεις τους καὶ τὴν ἀγάπη τῆς ἰσχύος. Θὰ εἶναι συκοφάντες, προδότες, παντοῦ δεικνύοντες ἔχθρα καὶ κακοήθεια. Γι' αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε ὅτι οἱ καρποί τους θὰ τοὺς κάνουν γνωστούς.[12]

Οἱ ἀληθινοὶ ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ εἶναι ταπεινοί, ἀγαποῦν τὸν συνάνθρωπό τους καὶ εἶναι ὑπάκοοι στὴν Ἐκκλησία.Οἱ Μοναστὲς θὰ ταλαιπωρηθοῦν ὑπερβολικὰ ἀπὸ τοὺς Αἱρετικούς, καὶ ἡ μοναστικὴ ζωὴ θὰ καταφρονηθεῖ. Τά [ἐνεργά] Μοναστήρια θὰ σπανίζουν, ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν θὰ ἐλαττωθεῖ καὶ αὐτοὶ ποὺ θὰ παραμείνουν, θὰ ὑποφέρουν ἀπὸ βία. Αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν μοναστικὴ ζωή, ἐντού-τοις, ἔχοντας μόνο τὴν ἀμφίεση τῆς εὐσεβείας, θὰ ἀγωνίζονται νὰ προσελκύσουν τοὺς μοναχοὺς μὲ τὸ μέρος τους, ὑποσχόμενοι σ' αὐτοὺς προστασία καὶ κοσμικὰ ἀγαθά, καὶ ἀπειλῶντας αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀντιτίθενται μὲ ἐξορία. Αὐτὲς οἱ ἀπειλὲς θὰ προκαλέσουν μεγάλη ἀπόγνωση στοὺς μικρόψυχους, ἀλλὰ ἐσὺ παιδί μου, νὰ χαίρεσαι γιὰ τὸ ὅτι ἔχεις ζήσει μέχρι αὐτὸ τὸν καιρό, διότι τότε οἱ πιστοὶ ποὺ δὲν θὰ ἔχουν δείξει ἄλλες ἀρετές, θὰ λάβουν στέμματα, μόνο διότι θὰ ἔχουν μείνει σταθεροὶ στὴν πίστη, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου: “Κάθ΄ ἕνας πού, ὄντας μαζί Μου (ἐν Ἐμοί), θὰ μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ Ἐγώ, ὄντας μαζί του (ἐν αὐτῷ), μπροστὰ στὸν Πατέρα μου τὸν ἐν Οὐρανοῖς”.[13]

Φοβοῦ τὸν Κύριο τέκνο μου. Φοβοῦ νὰ χάσεις τὸ στέμμα ποὺ ἑτοιμάστηκε γιὰ σένα, φοβοῦ τὸ νὰ ριχτεῖς ἀπὸ τὸ Χριστὸ στὸ ἐξώτερο σκότος καὶ στὰ αἰώνια βάσανα. Στάσου γενναῖος στὴν πίστη, καὶ ἂν εἶναι ἀναγκαῖο, ὑπόμεινε καταδίωξη καὶ ἄλλες λύπες, διότι ὁ Κύριος θὰ εἶναι μαζί σου καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες καὶ πνευματικοὶ θὰ κοιτάζουν σὲ σένα καὶ τὸν ἀγῶνα σου μὲ εὐχαρίστηση.
Ἀλλὰ ἀλλοίμονο στοὺς μοναχοὺς ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ποὺ θὰ καθηλωθοῦν ἀπὸ ἰδιοκτησίες καὶ πλούτη, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς ἀγάπης τῆς εἰρήνης [ἀνάπαυσης] θὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποταχθοῦν στοὺς αἱρετικούς. Θὰ ἀποκοιμίζουν τὴν συνείδησή τους, λέγοντας: «Ἐμεῖς διατηροῦμε καὶ σώζουμε τὸ Μοναστήρι καὶ ὁ Κύριος θὰ μᾶς συγχωρήσει». Οἱ ἀτυχεῖς καὶ τυφλοὶ αὐτοὶ δὲν λογαριάζουν καθόλου ὅτι διὰ τῆς αἱ-ρέσεως οἱ δαίμονες θὰ εἰσέλθουν στὸ Μοναστήρι, καὶ κατόπιν δὲν θὰ εἶναι ἕνα Ἅγιο Μοναστήρι, ἀλλὰ μόνο τοῖχοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἡ Χάρη θὰ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ. Ὁ Θεὸς ἐντούτοις εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τὸν ἐχθρό καὶ δὲν θὰ ἐγκαταλείψει ποτὲ τοὺς δούλους του. Οἱ ἀληθινοὶ Χριστιανοὶ θὰ παραμείνουν μέχρι τὸ τέλος αὐτῆς τῆς περιόδου, μόνο θὰ προτιμήσουν νὰ ζοῦν σὲ ἀπομονωμένα ἐρημικὰ μέρη».

Ἅγιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
«Μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος, παιδί μου, δὲν θὰ ἐκλείψουν οἱ προφῆτες Κυρίου τοῦ Θεοῦ, καθὼς ποτὲ δὲν θὰ λείψουν καὶ οἱ ἐργάτες τοῦ σατανᾶ. Στὶς ἔσχατες ὅμως ἡμέρες, ὅσοι θὰ δουλέψουν ἀληθινὰ στὸ Χριστό, θὰ κρύψουν ἔξυπνα τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.  Καὶ ἂν δὲν κάνουν σημεῖα καὶ τέρατα ὅπως σήμερα, θὰ βαδίζουν πάντα στὸ δύσκολο δρόμο μὲ κάθε ταπείνωση. Αὐτοὶ θὰ βρεθοῦν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μεγαλύτεροι ἀπὸ τοὺς σημειοφόρους πατέρες. Διότι στὴν ἐποχή τους δὲν θὰ ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ τὸν βλέπουν νὰ κάνει σημεῖα θαυμαστά, ὥστε νὰ ἀναζωπυρώνεται τὸ φρόνημά τους, γιὰ νὰ προχωροῦν σὲ πνευ-ματικοὺς ἀγῶνες. Διότι ὅσοι θὰ κατέχουν τοὺς ἱερατικοὺς θρόνους σὲ ὅλον τὸν κόσμο, θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλοι καὶ δὲν θὰ ἔχουν ἰδέα ἀπὸ ἀρετή.
Ἀλλὰ καὶ οἱ ἡγέτες τῶν μοναχῶν θὰ εἶναι ὅμοιοι. Θὰ ἔχουν καταβληθεῖ ἀπὸ τὴ γαστριμαργία καὶ τὴν κενοδοξία, ὥστε θὰ ἀποτελοῦν μᾶλλον σκάνδαλο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι ὑπογραμμό. Γιὰ αὐτὸ θὰ παραμεληθεῖ ἡ ἀρετή. Θὰ βασιλεύει παντοῦ ἡ φιλαργυρία. Ἀλλοίμονο ὅμως στοὺς μοναχοὺς ποὺ θὰ εὐποροῦν σὲ χρυσάφι. Διότι αὐτοὶ θὰ εἶναι ὄνειδος στὰ μάτια τοῦ Κυρίου καὶ δὲν πρόκειται νὰ δοῦν Θεοῦ πρόσωπο. Μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ θὰ τοκίζουν τὰ χρήματά τους. Δὲν θὰ προτιμοῦν νὰ τοὺς τὰ πολλαπλασιάζει ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς. Γιὰ αὐτὸ καί, ἂν δὲν ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτὴ τὴν πλεονεξία, θὰ καταποντιστοῦν στὸν τάρταρο. Τότε, λοιπόν, καθὼς εἶπα καὶ προηγουμένως, ἀπὸ ἄγνοια θὰ πλα-νηθοῦν οἱ πιὸ πολλοὶ στὸ χάος τῆς πλατείας καὶ εὐρύχωρης ὁδοῦ τῆς ἀπωλεί-ας».[14]

Ἡ προειδοποίηση τοῦ Ἀπ. Παύλου γιὰ τὴν ἀποστασία  ποὺ θὰ συμβεῖ πρὶν ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος,[15] ἀναφέρεται προφανῶς στὴν ἀποστασία τῆς διοικού-σας Ἐκκλησίας καὶ ὄχι κάποιων ἀτόμων. Γιατὶ ἡ ἀποστασία ἀτόμων καὶ μεγά-λων ὁμάδων ἀνθρώπων εἴτε μέσῳ τῶν αἱρέσεων, εἴτε μέσῳ τῆς γενικῆς ἀσέβειας καὶ ἀπιστίας ὑπῆρχε πάντα, θὰ ὑπάρχει πάντα  καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ προδρομικὸ σημάδι τῆς ἔλευσης τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἐπιπλέον, ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου θὰ διαψεύδονταν μέχρι τώρα χιλιάδες φορές, γιατὶ ἀποστασίες ἀν-θρώπων ὑπῆρξαν ἄπειρες, ἀλλὰ ὁ Ἀντίχριστος δὲν ἦρθε. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ὡς ἐσχατολογικὴ παναίρεση ἀπομακρύνει –ἤδη καὶ μέσῳ πλέον ὀρθοδόξων κλη-ρικῶν καὶ Ἐπισκόπων– τὸ ποίμνιο ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ καὶ σωτηριώδη διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ κηρύττοντας διαβολικὲς ἰδέες δημιουργεῖ τὸν καινούργιο «νέο-ταξικό» τύπο τοῦ «χριστιανοῦ». Αὐτὸς ὁ τύπος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ ἂν οἱ κληρικοὶ ποὺ ἀκολουθεῖ, καὶ οἱ διδασκαλίες ποὺ ἀκούει ἀπὸ αὐτούς, εἶναι Ὀρθόδοξες ἢ κακόδοξες, ἀλήθειες ἢ ψέματα, ἀρκεῖ νὰ εὐφραίνεται μὲ λόγια ἀγάπης καὶ εἰρήνης. Ὅμως «Εἰ καὶ γλυκέα τὰ λόγια τῶν ψευδοπροφητῶν, ἀλλὰ οὐδὲν αὐτῶν πικρότερον». Αὐτοὺς τοὺς κληρικοὺς ποὺ ὁ κόσμος θὰ ἀκολουθεῖ, ὁ Κύριος «θὰ τοὺς ρίξει στὸν κοπρῶνα»[ἀποχωρητήριο].[16] Ὁ κλῆρος λοιπὸν θὰ γίνει ὄργανο τοῦ Ἀντιχρίστου. Θὰ διδάσκει τὴν τυφλὴ ὑπακοὴ ὡς ἀρετὴ εἰρήνης καὶ σωτηρίας. Μία ὑπακοὴ σατανικὴ ποὺ θὰ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν «πιστὸ» ἄγνοια, περιφρόνηση τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων, ἀδιαφορία γιὰ τὴν Ἀλήθεια καὶ ἐπιφανειακὴ εὐσέβεια. «Οἱ ψευδόμενοι [ποιμένες] πρῶτα [θά] λένε τὴν ἀλήθεια καὶ τὰ ἀποδεκτὰ ἀπὸ ὅλους καὶ μετά [θά] παρουσιάζουν τὰ ψευδῆ καὶ ἀμφιβαλλόμενα».[17]

Ὁ Ἀντίχριστος δὲν θὰ κλείσει τὶς Ἐκκλησιές, οὔτε θὰ τὶς κάψει ὅπως ἔκανε παλιά, ἀλλὰ θὰ τὶς γεμίσει ἀπὸ Χριστιανοὺς ποὺ θὰ βαπτίζονται, θὰ ἐξομολογοῦνται, θὰ κοινωνοῦν, θὰ κάνουν εὐλαβῆ ἔργα, ἀλλὰ στὴν οὐσία δὲν θὰ πιστεύουν στὸν Χριστὸ ἀλλά στὸν ἴδιο τὸν Ἀντίχριστο. Θὰ παραπλανήσει τὸν κόσμο προσποιούμενος τὸν Χριστό καὶ θὰ προσπαθεῖ νὰ τὸν μιμηθεῖ σὲ ὅλα. Γράφει ὁ ἅγιος Ἱππόλυτος: «...θὰ κάνει θαύματα πολλὰ κατὰ φαντασίαν, θὰ εἶναι στὴν ἀρχὴ ταπεινός, ἥσυχος, ἀγαπημένος μὲ ὅλους, εὐλαβής, εἰρηνοποιός, θὰ μισεῖ τὴν ἀδικία, θὰ ἀποστρέφεται τὰ δῶρα, θὰ ἀγαπᾶ τὴν Ἁγία Γραφή, θὰ ἀγαπᾷ τοὺς Ἱερεῖς καὶ θὰ τιμᾶ τοὺς γέροντες, τὴν νεολαία θὰ καλοπιάνει, τὴν μοιχεία θὰ συ-χαίνεται τὴν κατάκριση θὰ ἐχθρεύετα, τοὺς ξένους θὰ ἀγαπᾷ, τοὺς φτωχοὺς θὰ βοηθᾷ, τοὺς ὀρφανοὺς θὰ ἐλεεῖ, τὶς χῆρες θὰ φροντίζει, θὰ προφητεύει τὰ μέλλοντα, νεκροὺς θὰ ἀνασταίνει, σὲ τυφλοὺς θὰ δώσει τὸ φῶς, ἀφιλάργυρος θὰ εἶναι, τοὺς ἀνθρώπους θὰ μονιάζει καὶ ὅλοι θὰ τὸν τιμοῦν καὶ θὰ τὸν ἀγαποῦν. Ὅλοι θὰ λένε αὐτὸν νὰ κάνουμε βασιλιά μας γιατὶ τέτοιος Ἅγιος καὶ δίκαιος δὲν ὑπάρχει στὶς μέρες μας. Καὶ αὐτὸς θὰ ἀρνῆται τὴν βασιλεία γιὰ νὰ δείξει ταπείνωση καὶ ἁγιότητα. Ὅταν ὅμως τελικὰ γίνει βασιλιὰς καὶ θὰ φανερωθεῖ τὸ ἀληθινὸ τῆς κόλασης πρόσωπο, ἀλίμονο σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν πίστεψαν. Τότε ὅλη ἡ γῆ θὰ οὐρλιάζει… Θὰ καλοτυχίζουν αὐτοὺς ποὺ πέθαναν καὶ θὰ παρακαλοῦν νὰ ἀνοίξουν οἱ τάφοι γιὰ νὰ μποῦνε ἐκεῖνοι…».[18]

Λέει ὁ Νεομάρτυς Ἀνδρόνικος Ἐπίσκοπος Πέρμ: «...θὰ ἀκολουθήσει ἀναπόφευκτα ὁ διωγμὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ὄχι ἁπλῶς ἄθρησκο ἀλλὰ ἀντιχριστιανικὸ κράτος…εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, μία τέτοια ἐξέλιξη δὲν εἶναι μακρυά. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἑτοιμα-ζόμαστε, γιατὶ ἡ πίστη μας θὰ δοκιμαστεῖ σὰν σὲ φωτιὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ  Ἀντίχριστου πρῶτα καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο ἔπειτα …».[19]

Πρέπει λοιπὸν ὁ ἀληθινὰ ἐνδιαφερόμενος γιὰ τὴν σωτηρία του νὰ ἀρχίσει νὰ ἐξοικειώνεται μὲ τὴν ἰδέα τῆς Ἀποτείχισης, ὥστε ὅταν δεῖ ὅτι ποιμαίνεται ἀπὸ  ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ νὰ προφυλαχθεῖ γιὰ νὰ μὴν βρεθεῖ ὡς ἀνόητος.
(Απόσπασμα από το βιβλίο: «Οι ληστές της Θείας διδασκαλίας» Μέρος β΄)




[1] Σύνταγμα Ράλλη-Ποτλῆ, Ἀθῆναι 1855, τομ. 5, σ. 544.
[2] Ἰεζεκιὴλ 3,15.
[3] Ἅγιος Ἱππόλυτος, ΒΕΠΕΣ 6, 278.
[4] «Ὁ Πατροκοσμᾶς», Προφητεία 57η, σελ. 39.
[5] Προφητεία ἅγίου Νείλου. Πιστὸ ἀντίγραφο ἀπὸ τὸ Βιβλίο  «Εὐαγγελικὸς Κῆπος», τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου Κύπρου.
[6] Δ. Παναγόπουλου, «Ἅγιοι καὶ Σοφοὶ περὶ τῶν μελλόντων νὰ συμβῶσι»,Προφητεία Ἀββᾶ Μωϋσέως, σελ. 6.
[7] Ματθ. κ’, 16.
[8] Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Ε.Π.Ε. 2, 130.
[9] Ἀββὰς Ἰσχυρίων, Γεροντικόν, σελ. 53.
[10] Μέγα Γεροντικό, Ἀββὰς Παμβώ.
[11] Ἰω. 10,1.
[12] Οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ διώξεις τῶν Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν ποὺ  ἐλέγχουν τὴν ἀσέβεια εἶναι στὶς μέρες μας σὲ πλήρη ἐφαρμογή.
[13] Ματθ. ι΄ 32.
[14]  «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ», Ι.Μ. Παρακλήτου,  ἀπὸ ἀνέκδοτο χειρόγραφο τοῦ 1334.
[15] Β΄Θες. Β΄3 .
[16] Μαλαχ. Β΄6.
[17] Ε.Π.Ε. 30,264.
[18] «Θησαυρὸς» Δαμασκηνοῦ , Λόγος ΚΓ΄, εκδ. Ρηγόπουλος.

[19] Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, Ἕνας ἀσυμβίβαστος ἱεράρχης, σ. 88, ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΟΝΤΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΕΪΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΟΓΙΑ

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΡΧΟΝΤΑ
ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΕΪΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΟΓΙΑ
Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Διαβάζοντας κανείς την Επιστολή του Αγίου Φωτίου προς τον Μιχαήλ τον άρχοντα της Βουλγαρίας, και προσμετρά καλύτερα τη σημερινή κρατούσα αθεϊστική αντιλογία. Είναι λυπηρό ο λαός, που στην μεγάλη του πλειοψηφία, το πρώτιστο που έχει είναι η Ορθόδοξη Πίστη του, να αμοίβει από αντίδραση στα Κρατικά αξιώματα αυτούς επιμένουν σε αθεϊστικές ατραπούς.

Ο Άγιος Φωτίου στην επιστολή του προς τον Μιχαήλ το άρχοντα της Βουλγαρίας απευθύνεται ως εξής : «Τω περιφανεστάτω και περιβλέπτω ηγαπημένω εν Κυρίω πνευματικώ υιώ Μιχαήλ τω εκ Θεού άρχοντι Βουλγαρίας». Δυστυχώς ούτε την προλογική αυτή αναφορά δεν μπορεί ειλικρινώς ένας Ιεράρχης να απευθύνει στο πλήθος των κρατούντων που εμμένουν στα αθεϊστικά κατάλοιπα.
Η επιστολή του Αγίου Φωτίου προς τον Μιχαήλ το άρχοντα της Βουλγαρίας και συγκεκριμένα στο πρώτο μέρος αυτής αναφέρει τα εξής : «ων η τιμιωτάτη και των άλλων πρωτεύουσα χάρις προς το θείον εστίν απλανής και σωτήριος χειραγωγία, ην πρώτη και μόνη χαρίζεται της καθαράς και αμωμήτου πίστεως ημών των Χριστιανών η μάθησις και μυσταγωγία, αύτη γαρ της πολυμόρφου πλάνης τον άνθρωπον απαλλάττουσα και τα της καρδίας όμματα της εκείθεν αχλύος αποκαθαίρουσα, καθαρά ψυχής θεωρία τω καθαρωτάτω κάλλει της λατρείας καθαρώς ενατενίζειν παρέχεται· δι’ ης εις την υπέρ νουν ουσίαν και πάντων αιτίαν και δημιουργόν αναγόμενοι την ενοειδή και υπέρθεον της τριάδος θεότητα, καθ’ όσον εστίν ανθρώπω δυνατόν, ενοπτριζόμεθα».
Τόσο η χρήση του απαρεμφάτου «ενατενίζειν», όσο η ρηματική χρήση «ενοπτριζόμεθα» καταδεικνύουν το πνευματικό ύψος της παραδειγματικής συμβουλευτικής προς τον Μιχαήλ τον άρχοντα της Βουλγαρίας, για ουσιαστική συμμετοχή στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Αυτό εξάλλου δηλώνει και η αναφορά του Αγίου Φωτίου στην μάθηση και μυσταγωγία της πίστης. Ακόμα και η επιλογή χρήσης επιθέτων, όπως στις φράσεις «καθαρά ψυχής θεωρία», «τω καθαρωτάτω κάλλει της λατρείας», «αναγόμενοι την ενοειδή και υπέρθεον της τριάδος θεότητα», καταδεικνύουν την υποδεικνυόμενη υψηλή πνευματικότητα, προς τον Μιχαήλ τον άρχοντα της Βουλγαρίας. 
Διαβάζοντας λοιπόν κανείς την επιστολή του Αγίου Φωτίου προς τον Μιχαήλ τον άρχοντα της Βουλγαρίας, αντιλαμβάνεται το αντιλογικό μέγεθος της σημερινής αθεϊστικής στάσης. Τι κρίμα να μη μπορεί ένας Ιεράρχης να αναφερθεί έστω και ακροθιγώς στην Ορθόδοξη Πίστη, απευθυνόμενος προς δεδηλωμένους άθεους κρατούντες. Δυστυχώς οι ‘’αρχές’’ του εσκοτισμένου ‘’διαφωτισμού’’, όπως αυτού που οι κάθε λογής άθεοι προβάλλουν, δεν επιτρέπουν τέτοιες αναφορές.

Τουναντίον επιδιώκεται χωρισμός Εκκλησίας Κράτους και η άθεη Παιδεία προωθείται ποικιλοτρόπως. Η εμμονή αθέων κρατούντων στη μετατροπή του μαθήματος των Θρησκευτικών σε συγκρητιστικό θρησκειολογικό μάθημα, την πρόθεση τούτη ερμηνεύει. «Η παιδεία κατά το πρότυπον του ευρωπαϊκού Aufklärung (Διαφωτισμός) ποτέ δεν δύναται παιδεία δι’ ημάς» (Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς).

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ: Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ, ΩΣ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ

Εἰσήγηση στό Ἀντιαιρετικό Σεμινάριο
 τῆς Ἱεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας,
17 Ὀκτωβρίου 2016

Οἱ ἀποφάσεις ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Συνόδων ὑπόκεινται στήν ἁγιοπνευματική κρίση τῆς δογματικῆς συνειδήσεως τοῦ πληρώματος τῆς ἀνά τόν κόσμο Ἐκκλησίας. Ὡς πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας νοοῦνται ὅλοι οἱ πιστοί –κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί- οἱ ὁποῖοι, δυνάμει τοῦ Ἁγίου Χρίσματός τους, ἐπικυρώνουν ἤ καί ἀπορρίπτουν τίς δογματικές ἀποφάσεις τῶν Συνοδικῶν Ἐπισκόπων, πού τούς ἐκπροσώπησαν, στήν περίπτωση πού αὐτοί δέν ἦσαν «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», διαχρονικῶς. Ἔτσι, ἡ δογματική συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἀποτελεῖ τήν ἀνώτατη αὐθεντία στήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία -Ἐκκλησία- ἐκφράζει θεσμικά καί ἀλαθήτως ἡ ὄντως Οἰκουμενική Σύνοδος, καί εὔλογα τότε αὐτή ἔχει δεσμευτικές ἀποφάσεις γιά τό σύνολο τῶν πιστῶν ὅλων τῶν ἐπιμέρους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὅλων τῶν ἐποχῶν.


Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1940

Η Εκκλησία τη δεκαετία του 1940
Του κ. Νίκου Ράπτη (*)

Χρειάζεται να είναι κανείς εντελώς ανιστόρητος και κακοπροαίρετος για να αμφισβητεί την συμβολή της Εκκλησίας μας στους εθνικούς μας αγώνες. Ιδίως την δεκαετία του 1940, η Εκκλησία κράτησε άψογη εθνική στάση, που οφείλουμε να τη γνωρίζουμε και να την τιμούμε. Ευθύς εξαρχής, η φασιστική Ιταλία στόχευσε τον δεσμό μεταξύ Ορθοδοξίας και Ελληνισμού.

Στις 15 Αυγούστου 1940, ο τορπιλισμός της Έλλης διαμήνυε πως στο Αιγαίο οι Έλληνες (δηλαδή οι Ορθόδοξοι) δεν είχαν καμία δουλειά να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δεν είναι τυχαίο πως ο τορπιλισμός στόχευε τον εορτασμό της κοίμησης της Θεοτόκου, που αποτελεί στοιχείο διχογνωμίας της Ορθόδοξης με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Με την κήρυξη του πολέμου, πολλοί κληρικοί και μοναχοί στρατεύτηκαν εθελοντικά και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η εικόνα του στρατιωτικού ιερέα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του Έπους της Αλβανίας. Αλλά και στα μετόπισθεν, η εκκλησία δημιούργησε ανθρωπιστικές οργανώσεις που στάθηκαν στο πλευρό της οικογένειας των μαχητών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1940-41, υπολογίζονται σε 60.000 οι οικογένειες του λεκανοπεδίου της Αττικής που φροντίστηκαν ποικιλόμορφα από την Εκκλησία.
Τη θέση της Εκκλησίας απέναντι στον κατακτητή σηματοδοτεί η περήφανη στάση του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, που –στον κολοφώνα της κυριαρχίας του Άξονα!- αρνήθηκε να παραστεί στην παράδοση της πόλης των Αθηνών και να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου. Να υπογραμμισθεί πως με την πράξη του αυτή ο Αρχιεπίσκοπος δεν αρνούνταν απλά να τιμήσει μιαν κυβέρνηση. Ταυτοχρόνως εκδήλωνε έμπρακτα την υποστήριξή του στην εξόριστη, ελεύθερη κυβέρνηση της Κρήτης και του Καΐρου, που υπό τον Βασιλέα Γεώργιο συνέχιζε τον πόλεμο κατά του Άξονα.
Στη διάρκεια της Κατοχής, η Εκκλησία οργάνωνε συσσίτια, φρόντιζε για την ένδυση, την υγειονομική περίθαλψη και τη θέρμανση των σκλαβωμένων. Πολλοί μοναχοί και κληρικοί συμμετείχαν ενεργά στην Εθνική Αντίσταση ή θυσιάστηκαν για να μην προδώσουν τους πατριώτες. Ιδιαίτερη μνεία οφείλει να γίνει στον κλήρο της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, που αντιμετώπιζε την μανιασμένη επιχείρηση εκβουλγαρισμού της Σόφιας, που στο πρόσωπο του Έλληνα «Πατριαρχικού» ιερέα έβλεπε ανέκαθεν τον μεγάλο της αντίπαλο.
Αποτελεί όνειδος για τους σημερινούς αμφισβητίες του ρόλου της Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους ατυχώς συμπεριλαμβάνεται και ο νυν Υπουργός Παιδείας, ότι κατά τη δεκαετία του 1940 πολλοί κληρικοί δολοφονήθηκαν από άλλους Έλληνες, στο όνομα θολών και σκοτεινών ιδεοληψιών.
Τον Απρίλιο του 1949 ο π. Αναστάσιος (Καφαντάρης) της Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος δολοφονήθηκε ενώ τελούσε τη Θεία Λειτουργία, από έκρηξη βόμβας που είχαν τοποθετήσει κομμουνιστές στην Ιερά Τράπεζα. Αυτή είναι η ολέθρια κληρονομιά που φέρουν οι σημερινοί επίδοξοι διώκτες της Εκκλησίας μας. Ας προσέχουν τα βήματά τους για να μην καταβαραθρωθούν στα ίδια αντεθνικά και ανθρωποκτόνα σκοτάδια με τους δύσμοιρους ιδεολογικούς τους προκατόχους.


(*) Ο κ. Νίκος Ράπτης είναι Διδάκτωρ Παιδαγωγικής, Διευθύνων Σύμβουλος των Εκπαιδευτηρίων Μαίρης Ν. Ράπτου-“ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” 27/10/2016

ΤΟ ΟΧΙ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

Εὐδοξία Αὐγουστίνου
Φιλόλογος - Θεολόγος 

Ἀναμφισβήτητα τό ἔπος τοῦ 1940 ἀνήκει σέ ὅλους τους Ἕλληνες. Ὅλος ὁ λαός μας τότε ἑνωμένος μέ μία ψυχή, χωρίς κανένα δισταγμό, ὄρθωσε τό ἀνάστημά του στόν ὁρμητικό χείμαρρο τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ ναζισμοῦ. Ἔτσι, ἀπό αὐτήν τήν τιτάνια μάχη, πού ξεκίνησε τή Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940, δέν θά ἦταν δυνατό νά ἀπουσιάζει ἡ Ἐκκλησία μας, ὁ ρόλος τῆς ὁποίας σήμερα μονίμως ἀγνοεῖται ἤ συστηματικά ἀποσιωπᾶται. Καί, ὅπως πάντοτε, ἔτσι καί τό 1940 ἔσπευσε νά καταγράψει μέ πράξεις ἡρωισμοῦ καί ἀντίστασης τήν ἀπροσκύνητη θέλησή της καί νά φανεῖ ἄλλη μία φορά ὁ φύλακας ἄγγελος τοῦ πονεμένου λαοῦ καί ὁ θύλακας τῆς σωτηρίας του.

Μέ τήν κήρυξη τοῦ πολέμου ἡ ἱερά Σύνοδος ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσάνθου ἐξέδωσε διάγγελμα πρός τόν λαό: «Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τά ὅπλα τά ἱερά καί πέποιθεν ὅτι τά τέκνα τῆς Πατρίδος εὐπειθῆ εἰς τό κέλευσμα Αὐτῆς καί τοῦ Θεοῦ, θά σπεύσωσιν ἐν μιᾷ ψυχῇ καί καρδίᾳ νά ἀγωνισθῶσιν ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν καί τῆς ἐλευθερίας καί τιμῆς, καί... θά προτιμήσωσι τόν ὡραῖον θάνατον ἀπό τήν ἄσχημον ζωήν τῆς δουλείας... Ἐπιρρίψωμεν ἐπί Κύριον τήν μέριμναν ἡμῶν...».
Τότε, χωρίς χρονοτριβή, ὀγδόντα τέσσερις κληρικοί ὅλων τῶν βαθμίδων ἐγκαταλείποντας τίς ἄλλες ἐπείγουσες ὑποχρεώσεις καί διακονίες τους σκαρφάλωσαν χωρίς ποτέ κάποιοι νά ἐπιστρέψουν στά βουνά τῆς Βορείου Ἠ πείρου, γιά νά ἐνισχύσουν τόν ἕλληνα στρατιώτη μέ τά πύρινα κηρύγματά τους, τήν ἐξομολόγηση, τή θεία Λειτουργία. Συμπορεύθηκαν μαζί του στή δόξα, μά καί στήν ὀδύνη καί στή θανή. Πόσες φορές δέν δρόσισαν τά φρυγμένα χείλη τῶν στρατιωτῶν, δέν σκούπισαν τά δάκρυα καί τόν ἱδρώτα τους, περιθάλποντας τούς ἥρωες, σάν νά ’ταν δικοί τους! Κι ἄλλοτε πάλι νεκροστόλισαν καί κήδευσαν τούς λιονταρόψυχους πού θυσιάστηκαν στό πεδίο τῆς μάχης.
Κι ὅταν τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1941 οἱ Γερμανοί μπῆκαν νικητές στήν Ἑλλάδα, πάλι ἡ Ἐκκλησία ἐπωμίσθηκε τό μεγάλο βάρος γιά τή διάσωση τοῦ λαοῦ. Πρῶτος σήκωσε τή σημαία τῆς Ἀντίστασης ὁ «ὑπέρτατος πνευματικός ἡγέτης» ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρύσανθος. Ἀρνήθηκε νά συμμετάσχει στήν ἐπιτροπή παράδοσης τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά τελέσει Δοξολογία στόν μητροπολιτικό ναό τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά ὁρκίσει τήν κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου, μέ τίμημα τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν θρόνο του.
Διάδοχός του ὁ «φιλόστοργος καί ἄκαμπτος πατριώτης» Δαμασκηνός ἀποδείχτηκε μεγάλη καί ἡγετική προσωπικότητα. Ἵδρυσε τόν Ἑλληνικό Ὀργανισμό Χριστιανικῆς Ἀλληλεγγύης (Ε.Ο.Χ.Α.) καί ἀπηύθυνε ἀγωνιώδεις ἐκκλήσεις στόν ἀνά τόν κόσμο Ἐρυθρό Σταυρό γιά ἀποστολή βοήθειας πρός τόν κακουχούμενο ἑλληνικό λαό.
Περιδιαβαίνοντας τά μονοπάτια τῆς ἱστορίας κλίνουμε εὐλαβικά τό γόνυ μπροστά στή μεγαλοσύνη τῶν Πατέρων μας: Ὁ θαρραλέος μητροπολίτης Ἰωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος ἀπό τήν πρώτη στιγμή βρέθηκε στό Μέτωπο καί μπῆκε πρῶτος μαζί μέ τούς στρατιῶτες στό ἐλεύθερο Ἀργυροκάστρο. Ὁ μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος ὁ Α΄, ὅταν οἱ Γερμανοί εἰσῆλθαν στήν πόλη τῆς Μυτιλήνης, ἐνώπιον τοῦ ἀνώτατου γερμανοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ δήλωσε τεταγμένος ἀπό τόν Θεό νά προστατεύει τό ποίμνιό του.
Ὁ μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακείμ, μετά τούς βομβαρδισμούς πού ὑπέστη ὁ Βόλος μένει ἐκεῖ, συγκακουχούμενος μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ προσπαθώντας νά τόν ἐμπνεύσει. Ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος στήν ἀπαίτηση τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ νά τοῦ ὑποδείξει ὁμήρους προσῆλθε στή γερμανική Κομμαντατούρ μέ κάποιους ἱερεῖς καί δήλωσε: «Ἐμεῖς εἴμεθα οἱ ζητηθέντες ὅμηροι».
Πόσα ἐπίσης χρωστᾶ τό Αἴγιο στόν ἀρχιμανδρίτη Κωνστάντιο Χρόνη (μετέπειτα Ἀλεξανδρουπόλεως), ὁ ὁποῖος τό ἔσωσε ἀπό ὁλοκληρωτική καταστροφή, ὅταν ὁ γερμανός στρατιωτικός διοικητής τό ἀπειλοῦσε μετά τίς σφαγές στά Καλάβρυτα. Ὁ μετέπειτα μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγών Διονύσιος Χαραλάμπους, ἐνῶ βρισκόταν ἔγκλειστος στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως τῶν Γερμανῶν «Π. Μελᾶ» στή Θεσσαλονίκη, τοῦ ἐξασφαλίσθηκε ἡ δυνατότητα νά ἐλευθερωθεῖ. Δέν τή δέχθηκε. Ἔμεινε μέ τούς συγκρατούμενούς του, γιά νά τούς ἐνισχύει. Ὁδηγήθηκε στό Ἄουσβιτς καί ἔφθασε «παραπλήσιον θανάτου». Ὁ ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Παπανικολόπουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Ἐδέσσης καί Πέλλης τή Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1941 μέ τά φλογερά του λόγια κατάφερε νά σώσει ἀπό τούς βομβαρδισμούς καί τόν ἐξευτελισμό τό ἱστορικό θωρηκτό «Ἀβέρωφ».
Ἀλλά καί «ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης», γράφει ὁ Στέφανος Μυλωνάκης «οὐδέποτε οὐδαμῶς ὑστέρησεν εἰς ἐκδηλώσεις πατριωτισμοῦ, θυσίας καί ὁλοκαυτωμάτων... Ἅπαντες... εὑρέθησαν ἀμέσως εἰς τάς ἐπάλξεις καί προμαχώνας τῆς προσφιλοῦς πατρίδος... Βλέπομεν καί πάλιν ἐπισκόπους τραυματιζομένους... φυλακιζομένους... τυφεκιζομένους πλήν οὐδέποτε ἐνδίδοντας ἤ ὑποχωροῦντας».
Στόν ἀγώνα ἀκόμη συμμετεῖχαν δυναμικά καί τά μοναστήρια μας, πού πάντοτε στάθηκαν οἱ κυματοθραῦστες τῶν βαρβαρικῶν ἐπιθέσεων. Κάποια καταστράφηκαν ἀπό τούς κατακτητές, ἄλλα λεηλατήθηκαν, πυρπολήθηκαν, ἀνατινάχθηκαν, πλήρωσαν βαρύ τόν φόρο τοῦ αἵματος. Ἰδιαιτέρως ἀναφέρουμε τά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Ὕδρας, τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στή Σπάρτη, τῆς Δαμάστας στή Λαμία, τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καί τῆς Ἁγίας Λαύρας, τῆς Βελλᾶς στά Ἰωάννινα πού μετατράπηκε σέ Νοσοκομεῖο.
Ἀτελείωτο τό συναξάρι τῶν ἐθνομαρτύρων κληρικῶν μας, πού προμάχησαν γιά νά ἀναπνέουμε ἐμεῖς τόν ζείδωρο ἄνεμο τῆς ἐλευθερίας!
Γιά τίς τόσες ὅμως θυσίες καί τήν «κένωση» τήν ὁποία ὑπέστη ἡ Ἐκκλησία μας, χάριν τοῦ Γένους μας, δέχεται διαρκῶς ταπεινώσεις καί ἀμφισβητήσεις ἀπό ἐκείνους πού κατά λόγον δικαιοσύνης τῆς χρωστοῦν εὐγνωμοσύνη. Ἄς μᾶς συγχωρέσει ὁ Θεός γιά τήν ἀφροσύνη μας καί τά ὀλέθριά μας λάθη.

Περιοδικό “Απολύτρωσις”

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

"ΤΡΙΛΟΓΙΑ" ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἙλλάδοςἸ. Γενναδίου 14115 21 ἈθήναΚοινοποίηση:
Πρός ὅλους τούς Ἱεράρχες    
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Ἅ­γι­ε Πρό­ε­δρε,
Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι Ἅ­γιοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς,
Ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, θά ἤθελα νά θέσω ὑπόψη Σας μία μικρή «Τριλογία» μου, ἐπειδή πιστεύω, ὅτι θά μποροῦσε νά συμβάλει κάπως στή στήριξη τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ «Τριλογία» αὐτή ἀναφέρεται στήν «Ὑπεραξία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας», στήν «βάναυση κακοποίηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας» καί στήν «ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Διοίκησή της».

Α΄. «Η ΥΠΕΡΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Ἡ λεγόμενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης συγκλήθηκε, κατά τούς ἐμπνευστές καί διοργανωτές της, γιά νά ἐκφράσει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά ὁ λόγος τῆς συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, γιά ἀνάδειξη τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἄγνωστος καί ξένος πρός τήν ἱστορία τῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, πού προέκυψαν ἀπό αὐτήν τήν σύγκληση, ὄχι μόνον δέν δικαίωσαν τήν φιλόδοξη στοχοθεσία, ἀλλά ἀνέδειξαν καί τήν κεκαλυμμένη πονηρία τῶν διοργανωτῶν της. Ἄς δοῦμε, ὅμως, ποιά εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καθεαυτήν, καί μέ ποιόν τρόπο τήν «διακήρυξε» ἡ συγκεκριμένη αὐτή «Σύνοδος».
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητά της, εἶναι δεδομένη ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκφράζει τήν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἱστορικά στόν Ὅρο - Ἀπόφαση τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε «εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἄν, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία» –κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας- τότε, δέν μποροῦν, κατά κυριολεξία, νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες-αἱρετικές Ἐκκλησίες.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἰδιότητα τοῦ ἑνός σώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένη ἀπό τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ αὐτήν ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή.
Κατ’ ἀρχήν, πρέπει νά ποῦμε, ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μεταξύ τους –πού συνιστᾶ καί τόν ὑπέρτατο βαθμό ἑνότητας τῶν ἀνθρώπων- εἶναι ὁ κύριος καί οὐσιαστικός σκοπός τῆς ὅλης Θείας Οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἐκφράστηκε διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί εἰδικότερα διά τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας Του.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ χαρισματικός χῶρος, ὅπου συγκροτεῖται, βιώνεται καί φανερώνεται ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν, ὡς εἰκόνα τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Κατά συνέπεια, οἱ θεολογικές καί ὀντολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναφορά τῶν πιστῶν στήν Τριαδική ἑνότητα βρίσκονται στήν ἵδρυση καί σύσταση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἁρμόζονται οἱ πιστοί, ὡς ὀργανικά μέλη Του. Τήν ἀδιάπτωτη ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐγγυᾶται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς θεανθρώπινη Κεφαλή της.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καθεαυτήν, εἶναι ἀδιάσπαστη ὀντολογικῶς καί φανερώνεται θεσμικῶς στήν πίστη, τήν λατρεία καί τήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ τριπλῆ αὐτή ἑνότητα θεμελιώνεται στό τρισσό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ καί ἀντλεῖται ἀπό αὐτό: δηλαδή, τό προφητικό, τό ἀρχιερατικό καί τό βασιλικό. Κατά συνέπεια, οἱ τρεῖς αὐτές φανερώσεις τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά θεωροῦνται ὡς ὀργανικά ἀλληλοεξαρτώμενες, ἀλληλοπεριχωρούμενες καί ἀδιάσπαστες συντεταγμένες τῆς μιᾶς καί πλήρους ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς συνόλου, παρέχεται μυστηριακῶς, συντηρεῖται ὅμως καί καλλιεργεῖται μέ τήν ἄσκηση τῶν θείων ἐντολῶν καί φανερώνεται, κατεξοχήν, εὐχαριστιακῶς. Ἑπομένως, ἡ ἑνότητα αὐτή δέν ὀφείλεται σέ προσόν τῆς φύσεώς μας, οὔτε πολύ περισσότερο εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς αὐτονομημένης δραστηριότητας τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀποτελεῖ καρπό καί δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού προκύπτει ἀπό τήν ἐκ μέρους τους οἰκείωση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μόνο μέσα στό πλαίσιο τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς μίας καί μόνης Ἐκκλησίας Του. Καί τοῦτο, γιατί ἡ ἑνότητα αὐτή προϋποθέτει τήν ἄνωθεν, ἄκτιστη καί χαρισματική γέννηση καί θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀπό τίς ὑπαρξιακές συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἀλλά καί τήν δωρεά τῆς ἀκτίστου θείας Χάριτος καί ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Ἁγίου Χρίσματος.
Ἔτσι, ἐγκαθίσταται ἀμετακλήτως ἡ ἐντός τῶν πιστῶν ἄκτιστη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὅμως παραμένει ἐνεργός μόνον ὑπό τήν προϋπόθεση τῆς ἀγαπητικῆς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν, ἀλλά καί τῆς ἀκατακρίτου μετοχῆς στά θεουργά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή, ἀκριβῶς, ἡ ἐντός τῶν πιστῶν ἐνεργός Βασιλεία τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ καί τήν κατεξοχήν ὀντολογική ἑνότητα τῶν πιστῶν κατ’ ἀρχήν μέ τόν Τριαδικό Θεό καί στή συνέχεια μεταξύ τους, ἐπειδή τότε φανερώνεται ἡ χαρισματική –μυστηριακή οἰκείωση τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος- καί τότε γίνονται πρακτικῶς ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μεταξύ τους. Τότε, τό ἑνοῦν αὐτούς -ἡ ἑνοποιός, δηλαδή, δύναμη-  εἶναι ἡ δωρηθεῖσα καί ἐνεργοῦσα χαρισματικῶς σ’ αὐτούς ἄκτιστη θεία ἀγάπη, ἡ θεία Δόξα καί Βασιλεία, ὅπως τήν  ἔζησαν ἱστορικά οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν θεία Μεταμόρφωσή Του, καί ὅλοι μαζί μετά καί μόνιμα, κατά τήν Ἁγία Πεντηκοστή.
Ὁ τρόπος, λοιπόν, πραγματώσεως αὐτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας δέν εἶναι κτιστός, ἀλλά ἄκτιστος. Καί αὐτό μᾶς τό διαβεβαιώνει ἡ σαρκωμένη Ὑποστατική Ἀλήθεια, στήν Ἀρχιερατική Προσευχή. Ὁ πυρήνας τῆς Ἀρχιερατικῆς Προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ ἀφορᾶ τήν ἑνότητα, τόσο ὡς πρός τόν ὀντολογικό χαρακτῆρα της, ὅσο καί ὡς πρός τόν τρόπο οἰκειώσεώς της: «κἀγώ τήν δόξαν, ἥν δέδωκάς μοι, δέδωκα αὐτοῖς», λέγει ὁ Χριστός στόν Θεό Πατέρα, «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί αὐτοί ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκει ὁ κόσμος ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας καί ἠγάπησας αὐτούς καθώς ἐμέ ἠγάπησας» (Ἰω. 17,22-23).
Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἄκτιστη Δόξα καί Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι ὄχι μόνον ὁ τρόπος πραγματώσεως αὐτῆς τῆς Θεανθρώπινης ἑνότητας, ἀλλά καί τό μοναδικό πνευματικό «κλειδί» τῆς «ἄρρητης» βιώσεως καί τῆς «ἀπερινόητης» κατανοήσεώς της, ὡς φανερώσεως τῆς ἀκτίστου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατέρα, πού παρέχεται διά τοῦ Χριστοῦ καί οἰκειώνεται βιωματικῶς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ βαθμός τῆς χαρισματικῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν, ὡς κτιστῶν ὄντων, παραλληλίζεται -πάντοτε τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν- μέ τόν βαθμό τῆς κατά φύση ἀκτίστου ἑνότητας πού ἔχει ὁ Θεός Πατέρας μέ τόν Υἱό Του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.
Ἀπό τό παραπάνω Βιβλικό χωρίο προκύπτει, ὅτι ὁ σκοπός τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά τούς πιστούς –κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς, ἀγάμους καί ἐγγάμους- εἶναι ὁ ἴδιος  ἀκριβῶς γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως καί στόν ἴδιο βαθμό. Εἶναι νά γίνουν ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μεταξύ τους, προκειμένου νά φθάσουν «ἀφθάστως» τήν ἄκτιστη τελειότητα καί νά τήν γεύονται καί στήν παροῦσα ζωή, γιατί μόνον ἔτσι μποροῦν νά δίνουν ἐμπειρικά-βιωματικά τήν μαρτυρία τους γιά τήν τέλεια καί ἄκτιστη ἀγάπη Του καί νά παρέχουν θεοπειθῶς τήν ἱεραποστολή τους πρός τόν ἀλλοτριωμένο ἀπό τόν Θεό κόσμο.
Κατά συνέπεια, μόνο ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, δηλαδή μόνον ἀκτίστως, μποροῦμε νά γίνουμε ἕνα στήν Ἐκκλησία, γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού παίρνουμε χαρισματικῶς δι’ αὐτῆς, εἶναι ἄκτιστη πραγματικότητα. Διά τῆς ἀκτίστου αὐτῆς ἑνότητας καταξιώνεται στόν ὑπέρτατο βαθμό τόσο ἡ παροῦσα ὅσο καί ἡ μέλλουσα αἰώνια ζωή τῶν πιστῶν, ὡς σκοπός τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέσα στήν μία καί μόνη Ἐκκλησία Του. Στό πλαίσιο αὐτό τῆς χαρισματικῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχουν καμμία ὑπαρξιακή θέση οἱ ραφιναρισμένες εἰδωλοποιήσεις οὔτε τῶν ἐγγάμων (συζύγων καί παιδιῶν) οὔτε τῶν ἀγάμων –κληρικῶν ἤ μοναχῶν- σέ ὁποιαδήποτε πρόσωπα ἤ θεσμούς. Γι’ αὐτό, ἄν κάποια μορφή ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας συμβαίνει νά εἰδωλοποιεῖται καί νά ἐμφανίζονται ὡς λάτρεις της κληρικοί ὅλων τῶν βαθμῶν καί λαϊκοί, τοῦτο σημαίνει, ὅτι αὐτή ἡ μορφή ἑνότητας εἶναι κτιστή καί αὐτονομημένη ἀπό τήν Ἐκκλησία, καθεαυτήν, γι’ αὐτό καί εἶναι, σαφῶς, ἀπόβλητη, ὡς ξένη πρός τόν χαρακτῆρα της.
Ἡ τέλεια καί χαρισματική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας νοεῖται καί φανερώνεται στήν πράξη, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὡς συμφωνία στό φρόνημα –τήν πίστη-, ἀλλά καί ὡς συμφωνία στήν ἐσωτερική διάθεση – τήν ἀγάπη. Πρωτίστως, ὅμως, ἡ ἑνότητα προϋποθέτει τό ἴδιο -ἑνιαῖο φρόνημα. Μάλιστα, ἡ ὁμοφροσύνη εἶναι αὐτή πού, πρακτικῶς, ἐγγυᾶται τήν ἑνότητα, ἐνῶ ἡ ἀγάπη –κατά τόν ἴδιο Πατέρα –προκύπτει ἀπό τήν ὀρθή πίστη (PG 62, 509). Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, ἡ «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ» δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στή θεία Λατρεία προϋποθέτει ὄχι μόνο τήν πίστη, ἀλλά ἀπαραιτήτως καί μία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωή, ἡ ὁποία εἶναι, κατεξοχήν, ζωή γνήσιας καί ἄκτιστης ἀγάπης. Μέ αὐτές τίς βιωματικές προϋποθέσεις, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς συνόλου, καί ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν, ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν καί τήν ὁρατή φανέρωσή τους στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη, στό πλαίσιο τῆς Θείας Λατρείας.
Ἀπ’ ὅσα λέχθηκαν παραπάνω, φρονοῦμε, ὅτι γίνεται σαφές καί ἀπόλυτα κατανοητό, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη -ὀντολογικῶς καί πρακτικῶς- ἡ ἑνότητα μέ τούς καταδικασθέντες, ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους, αἱρετικούς, χωρίς τήν ἐν μετανοίᾳ καί τήν κατά τούς Ἱερούς Κανόνες ἔνταξή τους στήν Μία καί μόνη, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τήν Ὀρθοδοξία. Γι’ αὐτό καί εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἀπροϋπόθετη καί αὐθαίρετη «ἐκκλησιαστικοποίηση» τῶν αἱρετικῶν, ἀπό τή λεγόμενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, εἶναι ἐκκλησιαστικῶς ἀπαράδεκτη, ἄκυρη καί ἀνίσχυρη, καί συνιστᾶ πνευματική μοιχεία, τήν ὁποία, κατά τήν Παλαιά Διαθήκη, βδελύσσεται ὁ Θεός, ὡς Θεός «ζηλωτής». Ἡ ἐν λόγῳ ἀντι-Κανονική «ἐκκλησιαστικοποίηση» δέν δεσμεύει ἐπ’ οὐδενί, ἐκκλησιαστικῶς, κανέναν Ὀρθόδοξο πιστό, ὁ ὁποῖος θέλει νά παραμένει -ὡς κυριολεκτικά πιστός- στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, «ἑπόμενος» –μέ τό συγκεκριμένο αὐτό τρόπο – «τοῖς ἁγίοις Πατράσι».

Β΄. «Η ΒΑΝΑΥΣΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές –Πατριάρχες, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς καί λαϊκοί θεολόγοι- ἀναφερόμενοι κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες, ὅλως παραπλανητικῶς στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, κάνουν –κατά κόρον- παράχρηση τῆς Ἀρχιερατικῆς Προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ καί εἰδικότερα τοῦ ἐπίκεντρου αὐτῆς: «ἵνα ὦσιν ἕν».
Ἡ συστηματική προσπάθεια, ὅμως, γιά μιά βάναυση κακοποίηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχισε ἤδη ἀπό τό 1961, πρίν πενήντα πέντε χρόνια, μέ τίς Προσυνοδικές Διασκέψεις.
Ἔτσι, ἡ δογματικοῦ χαρακτῆρα ἀπόφαση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ξαφνικό καί βαρύτατο θεολογικό ἀτόπημα, ἀλλά προσχεδιασμένο καί συστηματικά προωθούμενο πολυχρόνιο σκοπό, ἀπό τούς ἐκφραστές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐντός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἡ «Σύνοδος» αὐτή ἐπέλεξε ὅ,τι ἀνώτερο καί ἁγιώτερο στήν Ἐκκλησία -τήν ἀρραγῆ καί ἁγιοπνευματική ἑνότητά της- καί τήν βεβήλωσε ἐν ὀνόματι τῆς ὑπερασπίσεως καί τῆς διακηρύξεώς της. Παράλληλα, μέ τίς Προσυνοδικές, τίς Συνοδικές διαδικασίες –μέ βάση τόν Κανονισμό Λειτουργίας τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης- ἀλλά καί ὅλες τίς συμπαρομαρτοῦσες ἐνέργειες, κακοσυστήθηκε ἀνεπίτρεπτα τό ἁγιοπνευματικό, Συνοδικό, πολίτευμα τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας.
Συγκεκριμένα, στή Σύναξη τῶν Προκαθημένων καί τῶν ἐκπροσώπων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν στό Σαμπεζύ τῆς Ἑλβετίας, ἀλλά καί στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, κυριάρχησε, μέ παραπλανητικό τρόπο, ὡς προμετωπίδα, ἡ ἀπατηλή προβολή τῆς ὑπέρτατης ἀξίας τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς προηγουμένως νά προσδιοριστεῖ -μέ κάθε θεολογική ἀκρίβεια- ἡ ὀρθή νοηματοδότηση τοῦ ὅρου «ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως ἀντίστοιχα ἔγινε ἀπό τούς Ὀρθόδοξους Οἰκουμενιστές καί μέ τόν ὅρο «ἀγάπη».
Προβλήθηκε συστηματικά ἡ ἀπροσδιόριστη θεολογικά ἑνότητα, καί παράλληλα, ἀφοῦ ἀπολυτοποιήθηκε, αὐτονομήθηκε καί εἰδωλοποιήθηκε, καλλιεργήθηκε ψυχολογικά τό φόβητρο τῆς διαιρέσεως, μέ τό σλόγκαν: «Νά μή διασπαστοῦμε», μέ ἀποτέλεσμα νά κυριαρχήσει ἡ παπική ἀντίληψη περί τοῦ «Πρώτου» καί νά προωθηθοῦν οἱ προσχεδιασμένες ἀνεπίτρεπτες ὑποχωρήσεις καί οἱ δογματικές ἐκπτώσεις, γιά νά υἱοθετηθεῖ ἄκριτα, ἀπό τούς «λάτρεις» της, ὡς πανάκεια, ἡ «φιλάδελφη», ὄχι ὅμως καί φιλόθεη, Οἰκουμενιστική θεώρηση τῆς ἑνότητας. Προέβαλαν τήν ἀνώτατη ὑπεραξία τῆς Ἀρχιερατικῆς Προσευχῆς, ἑστιάζοντας αὐτονομημένα καί ἀπροϋπόθετα στήν συμπύκνωση τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, τήν ὁποία ἐκφράζει ἡ Βιβλική ρήση: «ἵνα ὦσιν ἕν», καί τήν κακοποίησαν, ὅπως καί οἱ ἑτερόδοξοι Ρωμαιοκαθολικοί καί Προτεστάντες. Προέβαλαν δηλαδή μιά ἑνότητα, οὐσιαστικά γενικόλογη, ἀθεολόγητη καί κυρίως χωρίς προϋποθέσεις. Ἔτσι, οἱ συνελθόντες στήν Κρήτη Ἀρχιερεῖς, ὡς μή «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ» κινούμενοι, δέν ὀρθοτόμησαν τόν «λόγο τῆς Ἀληθείας», γιατί, ἐν ὀνόματι τῆς κακῶς νοουμένης ἑνότητας, ἔκαναν ἐκπτώσεις στό δόγμα.
Ἀκόμη εἰδικότερα, στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ἐπιχειρήθηκε νά καθιερωθεῖ θεσμικά μία νέα, παράδοξη, διπλῆ Ἐκκλησιολογία, ἀφοῦ οὐσιαστικά  παραμερίστηκε ἡ θεωρητικά πάντοτε ἀποδεκτή ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνότητα τοῦ πληρώματός της ἐν Χριστῷ καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μέ τόν Θεό Πατέρα.
Στήν πραγματικότητα, δηλαδή, μέ τήν ψήφιση τοῦ Στ΄ Κειμένου προέκυψε ἀπό τούς ἑτεροζυγοῦντες δέκα Προκαθημένους, ἕνα ἑτερογενές «ἀποκύημα», ἕνας «τραγέλαφος», ἕνα «τέρας». Τοῦτο ἔγινε μέ τήν ἄμικτη μίξη τῆς Ὀρθόδοξης καί τῆς ἑτερόδοξης Ἐκκλησιολογίας, ἀφοῦ θεωρήθηκαν ὡς Ἐκκλησίες οἱ ἑτερόδοξοι, δηλαδή οἱ καταδικασθέντες αἱρετικοί ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους.
Οἱ ψηφίσαντες Ἀρχιερεῖς ἀποδέχθηκαν ἀβασάνιστα –θεολογικῶς καί πνευματικῶς– τούς αἱρετικούς, ὡς Ἐκκλησίες. Ἐμφανίστηκαν νά ἀποδέχονται –θεωρητικά– τήν ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί παράλληλα ἀναγνώρισαν «ἐκκλησιαστικότητα» καί στούς αἱρετικούς. Ἔτσι, εἰσηγήθηκαν μιά ἑτεροδιδασκαλία –μιά κακόδοξη Ἐκκλησιολογία. Υἱοθέτησαν στήν πράξη τήν μετα-πατερική θεολογία καί τήν θεολογική διγλωσσία. Ἀντί τοῦ Βιβλικοῦ, τό «ναί, ναί» καί τό «οὔ, οὔ» (Μθ. 5,37), δέχθηκαν τό «ναί» καί «ὄχι» τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν θεολογικά καί πνευματικά ἀπαράδεκτη καί βέβηλη κοινωνία τοῦ «φωτός» μέ τό «σκότος» (Βλ. Β΄ Κορ. 6,14).
Ἀλλά, μέ τήν ἀνεπίτρεπτη –θεολογικά καί πνευματικά– διγλωσσία καί τήν διπλῆ Ἐκκλησιολογία, πού εἰσηγοῦνται οἱ ψηφίσαντες Ἀρχιερεῖς στό Στ΄ Κείμενο, ὑπονομεύεται καί νοθεύεται ὁ χαρακτήρας τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀνοίγεται διάπλατα ἡ «πόρτα» σέ κάθε Χριστιανική αἵρεση, νομιμοποιεῖται θεσμικά ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἀλλοιώνεται στήν πράξη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, πού ὁριοθετήθηκε –μέ κάθε θεολογική ἀκρίβεια– στόν Ὅρο καί Σύμβολο τῆς Πίστεως τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Οἱ συνελθόντες Ἀρχιερεῖς στήν Κρήτη -ἀβασάνιστα καί ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ, κινούμενοι μέ ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐλαυνόμενο «φιλάδελφο» κίνητρο- ψήφισαν μιά νόθη ἐκκλησιαστική ἑνότητα, πού νοεῖται ὡς σύνθεση τῆς διαχρονικῆς ἁγιοπνευματικῆς, χαρισματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τήν αἱρετικοῦ χαρακτῆρα ἑνότητα, πού εἰσηγοῦνται τά πονηρά πνεύματα τῆς πλάνης.
Ἔτσι, στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ἀποκαλύφθηκε τό ὑπᾶρχον ἤδη σοβαρό ἔλλειμμα τῶν κριτηρίων γιά τό Ὀρθοδόξως καί ἀπλανῶς θεολογεῖν. Ἀποδείχθηκε, ἐμπειρικῶς, ὅτι οἱ ψηφίσαντες δέν ἔχουν τό θεμελιῶδες –γιά τόν πνευματικό ἡγέτη– ἁγιοπνευματικό χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων. Καί τοῦτο, γιατί ἔκαναν σύγχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων, ἀφοῦ δέν διέκριναν –πρακτικῶς– τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού διέπει τό Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τά ἀκάθαρτα πνεύματα, πού κυριαρχοῦν στίς αἱρέσεις.
Λαμβάνοντας, σοβαρά, ὑπόψη τήν «συνοδική» διαδικασία, ἀλλά καί τό ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, κατανοοῦμε σαφῶς, –μέ πόνο ψυχῆς– ὅτι οἱ ψηφίσαντες Ἀρχιερεῖς δέν ἔβλεπαν πρός τόν Χριστό, ἀλλά πρός τόν «Πρῶτο». Ἔτσι, δέν μπόρεσαν νά ἐνεργήσουν ὡς Συν-Οδικοί, κατά κυριολεξία, ἀφοῦ δέν ἦσαν –πρακτικά– «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», τόσο στή διαδικασία τῆς Ὁδοῦ, ὅσο καί στό περιεχόμενο τῆς Ὑποστατικῆς Ὁδοῦ. Αὐτό τεκμαίρεται, ἀδιαμφισβήτητα καί κατεξοχήν, ἀπό τό ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.
Τεράστια εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική εὐθύνη, ὄχι μόνον ἐκείνων τῶν Ἀρχιερέων, πού ὡς «Συνοδικοί» Ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Κρήτη, δέχτηκαν -ἀδιαμαρτύρητα καί ἐνυπογράφως- τήν εἰσήγηση τοῦ Προκαθημένου τους, ἀλλά καί τῶν μή συμμετασχόντων Ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχτηκαν παθητικά καί δέν ἀντέδρασαν, ἕως σήμερα, στίς ἐσφαλμένες ἀποφάσεις καί εἰδικότερα στήν παραβίαση τῆς συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Πρακτικῶς, οἱ ψηφίσαντες Ἀρχιερεῖς ἐμφανίστηκαν νά ἐπιδιώκουν νά ἀρέσουν στούς νομιζόμενους προϊσταμένους (Προκαθημένους) τους, καί ὄχι σέ Ἐκεῖνον (στόν Παράκλητο), πού τούς χειροτόνησε, ὡς ἰσοτίμους Ἀρχιερεῖς. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκαλύφθηκε ὁ ὑφέρπων Παπισμός τῶν ψηφισάντων Ἀρχιερέων. Κατά ἐπιστημονική ἀκρίβεια, θά λέγαμε, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε «μετάλλαξη» τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου, μέ τήν ἐπίφαση τῆς Συνοδικότητας, ἀφοῦ αὐτή ἡ Συνοδικότητα δέν λειτούργησε μέ βάση τίς Ὀρθόδοξες προδιαγραφές της. Στή «Σύνοδο» ἐμφανίστηκε ἕνα συλλογικό Πρωτεῖο τῶν Προκαθημένων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Οἱ ἐπιμέρους εἰκοσιτέσσερεις Ἀρχιερεῖς τῆς κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀκινητοποιήθηκαν –πρακτικῶς– μή ἔχοντας δικαίωμα ψήφου. Βέβαια, ἡ παπικοῦ τύπου μετάλλαξη τῆς λειτουργίας τοῦ Πρώτου ἐμφανίστηκε ἤδη –πρακτικῶς– στίς Προσυνοδικές Διασκέψεις, γιά χάρη τῆς ἐσφαλμένης θεωρήσεως τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Τό ὅλως -σκανδαλωδῶς- προκλητικό καί ταυτόχρονα τραγικό εἶναι, ὅτι καί σήμερα ὁρισμένοι ἀπό τούς μή μετασχόντες Ἀρχιερεῖς στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης -ἔχοντας ἐσφαλμένη θεώρηση γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνδιάφερονται διακαῶς νά μή διασπαστοῦν μεταξύ τους καί μέ τόν Προκαθήμενό τους, ὡς «φιλάδελφοι», ἀλλά δέν ἀνησυχοῦν καθόλου -φιλοθέως- γιά τό σοβαρότατο πλῆγμα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἐξαιτίας τῆς υἱοθετήσεως τῆς διπλῆς Ἐκκλησιολογίας τους, μέ τήν ἀπαράδεκτη «ἐκκλησιαστικοποίηση» τῶν καταδικασμένων καί ἀμετανοήτων αἱρετικῶν. 
Στήν πραγματικότητα, ἡ «Σύνοδος»  τῆς Κρήτης ὄχι μόνο δέν λειτούργησε στήν κατεύθυνση τῆς ἐκφράσεως τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὑποτίθεται ὅτι στόχευε, ἀλλά ἀποδόμησε καί τήν ὑπάρχουσα ἕως τότε ἑνότητα μεταξύ τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων, πού τίς ἀντιπροσώπευσαν. Αὐτό ἔγινε σαφές ἀπό τήν μή συμμετοχή στή «Σύνοδο» αὐτή τεσσάρων Πατριαρχείων (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας), τά ὁποῖα ἀριθμοῦν συντριπτικά περισσότερους πιστούς ἀπ’ ὅσους ἀριθμοῦν οἱ δέκα Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, πού ἀντιπροσωπεύτηκαν σ’ αὐτήν. Ἡ ἀποδόμηση ὅμως τῆς ἐπιδιωκόμενης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἔγινε καί ἐκφράστηκε, πρακτικῶς, καί ἀπό τούς μή ὑπογράψαντες Ἀρχιερεῖς τό Στ΄ Κείμενο.
Στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ἔγιναν ἀποδεκτά «δύο μέτρα καί δύο σταθμά», ὡς μέσο ἐξυπηρετήσεως τῆς κακῶς νοουμένης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὅπως αὐτά λειτούργησαν στίς περιπτώσεις τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν τῆς Σερβίας καί τῆς Ἑλλάδος. Συγκεκριμένα, ὁ Προκαθήμενος τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας ἐψήφισε τό Στ΄ Κείμενο, ἐκφράζοντας τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας του, ἐρχόμενος ὅμως σέ ἀντίθεση μέ τήν πλειοψηφία (17 ἀπό τούς 24) τῶν Συνοδικῶν του, ἐνῶ ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀδιαφόρησε γιά τήν ὁμόφωνη συνοδική ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας του καί ψήφισε ἀντίθετα πρός αὐτήν, γιά χάρη τῆς κακῶς νοουμένης ἑνότητας. Ψήφισε, δηλαδή, γιά μιά ἑνότητα, αὐτονομημένη ἀπό τήν συνοδική ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας του. Στήν ἐνέργειά του αὐτή ἐνισχύθηκε ἀπό τήν ἀσυνεπῆ, πρός τήν ὁμόφωνη συνοδική ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας, ὑπογραφή τοῦ Κειμένου ἀπό τούς 23 συνοδικούς Ἀρχιερεῖς, μέ λαμπρή ἐξαίρεση τοῦ 24ου Ἐπισκόπου τῆς ἀντιπροσωπείας του.
Ἀλλά καί ἡ περίπτωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου δέν ἦταν καλύτερη, ἀφοῦ ὁ Προκαθήμενός της –μετά τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης– κάκισε τήν στάση τῶν διαφωνησάντων τεσσάρων Ἀρχιερέων, πού δέν ὑπέγραψαν τό Στ΄ Κείμενο, καί ὅλως αὐθαιρέτως –παρά πᾶσαν διοικητικήν καί πνευματικήν δεοντολογίαν– ὑπέγραψε ἀντ’ αὐτῶν, γιά χάρη τῆς κακῶς νοουμένης ἑνότητας, πρᾶγμα πού συνιστᾶ ὄχι μόνον παπική νοοτροπία καί ἀνεντιμότητα ἐκκλησιαστικοῦ ἄνδρα, ἀλλά καί πράξη ποινικῶς διώξιμη.
Ἔτσι, ἡ πανηγυρική διάψευση τοῦ στόχου γιά τήν ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, πού τέθηκε καί ὡς σκοπός συγκλήσεως τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» στήν Κρήτη, ἔγινε –στήν πράξη– μέ τή μή συμμετοχή τεσσάρων Πατριαρχείων, τήν κραυγαλαία διαμυστηριακή ἀκοινωνησία δύο Πατριαρχείων (Ἱεροσολύμων καί Ἀντιοχείας), τήν θεσμικά ἀσυνεπῆ ψήφιση τοῦ Στ΄ Κειμένου ἀπό τόν Προκαθήμενο μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας (Ἑλλάδος), τήν μή ὑπογραφή τοῦ ἐπίμαχου δογματικοῦ περιεχομένου Κειμένου ἀπό σημαντικό ἀριθμό συμμετασχόντων Ἀρχιερέων, καί τέλος, μέ τήν μή συμμετοχή ὅλων τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας.
Γιά τούς παραπάνω θεολογικούς λόγους, ἡ ἐκκλησιολογική εὐθύνη τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, συνολικῶς, εἶναι ἐξαιρετικά σοβαρή καί μεγάλη. Εὐτυχῶς, τό εὐλαβές ἐκκλησιαστικό πλήρωμα παραμένει πιστό στήν Ἐκκλησιολογία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου –«ἑπόμενο τοῖς ἁγίοις Πατράσι»– καί ἀπορρίπτει κατηγορηματικά τήν διπλῆ Ἐκκλησιολογία, τήν ὁποία εἰσηγήθηκε καί ψήφισε ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης, νομιμοποιώντας ἔτσι «θεσμικά» τό καρκίνωμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στό «ἄσπιλο» σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Εἰδικότερα, οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὀφείλουν νά πάρουν ὑπεύθυνα θέση, καταρχήν προσωπικά, ἀλλά καί κατόπιν συλλογικά, στήν ἑπόμενη Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, ἔναντι κυρίως τοῦ Στ΄ Κειμένου, μέ τήν ψήφιση τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίστηκαν οἱ αἱρετικοί ὡς Ἐκκλησίες, στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἀλλά καί τό εὐλαβές πλήρωμα, ὡς φύλακας τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας (Σύνοδος τοῦ 1848), ἀναμένει τίς δέουσες ἐξηγήσεις, γιά ποιό λόγο δηλαδή, δέν ἐκπροσωπήθηκε ἡ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπό τόν Προκαθήμενό της. Πολύ περισσότερο ἀναμένει ἀπό τήν Ἱεραρχία νά καταδικάσει τήν διπλῆ, αἱρετική, συγκρητιστική καί Οἰκουμενιστική Ἐκκλησιολογία τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης.
Ὡς πιστοί, ἀναμένουμε –στή συνέχεια– νά ἀναληφθοῦν πρωτοβουλίες καί σέ συνεργασία μέ τά τέσσερα Πατριαρχεῖα, πού δέν ἔλαβαν μέρος στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, νά συγκληθεῖ -μελλοντικῶς- μιά Πανορθόδοξη Σύνοδος, γιά νά ἀποκαταστήσει, μέ τό μεῖζον κῦρος της –ἐπίσημα καί θεσμικά– τήν διασαλευθεῖσα ἐκκλησιαστική ἑνότητα, νά καταδικάσει τήν διπλῆ Ἐκκλησιολογία τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, καί νά δημοσιοποιήσει τά Πρακτικά τῆς ἀμφισβητούμενης «Συνόδου».
Τέλος, ἐπιθυμοῦμε νά κλείσουμε μέ μία ρεαλιστική αἰσιοδοξία. Φρονοῦμε, ὅτι μέ ὅσα γράφουμε, παραμένουμε –«ὡς ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι»– μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του, καί κατά συνέπεια παραμένουμε μέ τόν παρόντα και τόν ἐσχατολογικό Νικητή. Βέβαια, μέ δεδομένη τήν ἀδιαμφισβήτητη Βιβλική καί Πατερική Ἀλήθεια, ὅτι ὁ εἰσηγητής ὅλων τῶν αἱρέσεων εἶναι ὁ διάβολος, εἶναι βέβαιο, ὅτι ὁ πονηρός νόμισε πρός τό παρόν πώς πέτυχε ἐξαιρετικά μεγάλη νίκη κατά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς –μέ τό Στ΄ Κείμενό της– «ἀναγνωρίστηκαν» ὅλες οἱ Χριστιανικές αἱρέσεις, ὡς Ἐκκλησίες. Καί, προφανῶς, ἔχει κάθε λόγο νά πανηγυρίζει σέ βάρος τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ δέν ὑπῆρξε ποτέ μιά τέτοια «Σύνοδος» στήν Ἱστορία της, πού νά νομιμοποιήσει θεσμικά ὅλες μαζί τίς αἱρέσεις διά μιᾶς, πρᾶγμα πού προκαλεῖ βαθύτατη θλίψη καί ὀδύνη στούς πιστούς ἐκείνους, πού συμβαίνει νά πληροφοροῦνται καί νά κατανοοῦν καλῶς τά συμβαίνοντα στήν Ἐκκλησία τους.
Παρά ταῦτα, ὅμως, εἶναι ἀπολύτως βέβαιο, ὅτι ἡ χαρά του ἤδη μεταβάλλεται σέ βαρειά θλίψη. Καί τοῦτο, γιατί τό εὐλαβές πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, κινούμενο ἀπό ἔλλογη ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, διαχρονικά, καί ὄχι ἄκριτα στήν Διοίκησή της, ἐξαιτίας τῆς ὑπαρξιακά βιούμενης μετάνοιας, τῆς ἀσκητικῆς ἡσυχίας καί τῆς προσευχῆς, δέν πρόκειται νά ἀποδεχτεῖ ποτέ αὐτήν τήν «Σύνοδο». Ἔτσι, ἀκυρώνει –στήν πράξη– τήν ἐπαίσχυντη –θεολογικῶς καί πνευματικῶς– ἀπόφαση τῆς «ἐκκλησιαστικοποίησης» τῶν αἱρέσεων.
Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης γιά τήν συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὡς μή γενομένη.

Γ΄. «ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ»

Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης, ὡς γνωστόν, δέν ἀναφέρθηκε –διαχρονικά- στίς προηγούμενές της Οἰκουμενικές ἤ Πανορθόδοξες Συνόδους, οὔτε καί καταδίκασε καμία ἀπό τίς προγενέστερα καταδικασμένες αἱρέσεις, οὔτε βέβαια καί κάποια ἀπό τίς σύγχρονες, πρᾶγμα πού συνιστᾶ «πρωτότυπη» παραφωνία στήν Ἱστορία τῶν Συνόδων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
Ὅλως παραδόξως, ὅμως, ἡ «Σύνοδος» αὐτή ἀπειλεῖ ὅσους ἀπό τούς Ὀρθοδόξους θά ἀντιδράσουν στίς ἀποφάσεις της.
Ἐπιπροσθέτως, ἡ παραπάνω «Σύνοδος» κάνει ἀνεπίγνωστη σύγχυση ἀνάμεσα στήν Ἐκκλησία, καθεαυτήν, -ὡς Θεανθρωπίνου μυστηριακοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ- καί τήν Διοίκησή της.
Γιά τό σοβαρότατο αὐτό θέμα θά σημειώσουμε –μέ κάθε δυνατή συντομία- τά ἑξῆς σημαντικά, ἀπό Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογική ἄποψη.
Ἡ πρόσφατη ἐκκλησιολογική ἐκτροπή τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης κατέδειξε, γιά μία ἀκόμη φορά, αὐτό πού εἶναι ἤδη καταγεγραμμένο στήν Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία. Κατέδειξε, δηλαδή, ὅτι τό Συ­νο­δι­κό Σύ­στη­μα ἀ­πό μό­νο του δέν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά τήν ὀρ­θό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αὐ­τό γί­νε­ται μό­νο, ὅ­ταν οἱ Συ­νο­δι­κοί Ἐ­πί­σκο­ποι ἔ­χουν μέ­σα τους ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί τήν Ὑ­πο­στα­τι­κή Ὁ­δό, τό Χρι­στό δη­λα­δή, ὁ­πό­τε ὡς Συν-Ο­δι­κοί (ὡς αὐτοί δηλαδή πού πηγαίνουν ἐπί τῆς Ὁδοῦ πού εἶναι ὁ Χριστός, μαζί μέ τόν Χριστό) εἶ­ναι στήν πρά­ξη καί «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι».
Ὅπως ἀποδείχθηκε, δυστυχῶς, αὐτό δέν εἶναι καθόλου αὐτονόητο στίς μέρες μας. Γι’ αὐτό καί εἶναι λανθασμένο τό ἐπιχείρημα πού προβάλλεται κατά κόρον τόσο ἀπό πιστούς ὅσο καί ἀπό Ἱερεῖς καί Ἐπισκόπους, ὅτι θά πράξουμε «ὅ,τι πεῖ ἡ Ἐκκλησία» ἤ «περιμένουμε τήν ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας», ἐννοώντας συνήθως καί ἄκριτα τήν ὁποιαδήποτε ἀπόφαση τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καί ἀγνοώντας, ὅτι ὑπάρχει σαφής διάκριση ἀνάμεσα στήν Ἐκκλησία, καθεαυτήν, -ὡς Θεανθρωπίνου μυστηριακοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ- καί τήν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐκφράζει πράγματι τήν Ἐκκλησία, μόνον ὅμως ὑπό συγκεκριμένες καί σαφεῖς προϋποθέσεις.
Τήν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν οἱ Ἐπίσκοποι στήν Ἐπισκοπή τους καί οἱ Σύνοδοι τῶν Ἐπισκόπων σέ Τοπικό ἤ Πανορθόδοξο ἐπίπεδο. Αὐτοί μαζί μέ τούς πρεσβυτέρους τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν καί τόν εὐσεβῆ λαό συναποτελοῦν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κατά συνέπεια, δέν μπο­ρεῖ ὁ Ἐ­πί­σκο­πος νά ἀ­γνο­εῖ τούς πρε­σβυ­τέ­ρους καί τό πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Αὐτό ἀποδεικνύεται καί ἱστορικῶς. Στήν Α΄ Ἀ­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο- ὅπου Πρῶτος καί Πρόεδρος δέν ἦταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ἀλλά ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος- ἐκ­φρά­στη­κε ἡ Συ­νο­δι­κή Ἀ­λή­θεια «σύν ὅ­λῃ τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ»: «Ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι καί ἡ­μῖν». Τό «ἡ­μῖν» δέν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μό­νον οἱ Ἀ­πό­στο­λοι, ἀλ­λά καί «οἱ σύν αὐ­τοῖς», δη­λα­δή οἱ Πρε­σβύ­τε­ροι, «σύν ὅ­λῃ τῇἘκ­κλη­σί­ᾳ». Καί ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι καί ὁ ἁ­πλός λα­ός. Ἀλλά καί στήν περίπτωση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ θεολογική θέση ἑνός νεαροῦ Διακόνου, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ἐξέφρασε τήν ὅλη Ἐκκλησία.
Κατά συνέπεια, καί αὐτή ἡ ὀρθότητα καί Οἰκουμενικότητα μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου κρίνεται ἀλαθήτως ἀπό τό πλήρωμα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί εἰδικότερα ἀπό τήν γρηγοροῦσα δογματική συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία (συνείδηση) στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἀποτελεῖ τό μόνο ἑρμηνευτικό «κλειδί» γιά τήν διαπίστωση τῆς γνησιότητας τοῦ φρονήματός της.
Κι ὅταν λέμε δογματική συνείδηση, ἐννοοῦμε τήν πνευματική γνώση, πού γεννιέται –χαρισματικῶς– στήν καρδιά τῶν πιστῶν ἀπό τήν ἁγιοπνευματική ἄκτιστη Χάρη τοῦ ἐνεργοποιημένου Ἁγίου Χρίσματός τους. Εἶ­ναι ἡ συμ­πυ­κνω­μέ­νη πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό λει­τουρ­γοῦν δηλαδή μέ­σα μας Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο λά­βα­με. Καί αὐ­τή εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή ἰ­σό­τη­τα με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων μέ­σα στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐτό, καί ἡ δογματική συνείδηση τῶν πιστῶν εἶναι τελείως ἀνεξάρτητη ἀπό τήν κατά κόσμον μόρφωσή τους καί ἀπό τήν ἐνδεχόμενη διανοητική ἤ μή διανοητική ἐνασχόλησή τους. Ὅ­ταν, λοι­πόν, αὐτή ἡ δογματική συνείδηση τῶν μελῶν ὅλης τῆς Ἐκκλησίας εἶ­ναι ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νη, ἀναδεικνύεται σέ ὑπέρτατο κριτήριο τῆς ἀληθείας.
Ἕνα γεγονός, πού προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τῆς Ἐκκλησίας καί μαρτυρεῖται ἀδιάψευστα ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία, εἶναι ὅτι ὑπῆρξαν ὄχι μόνον Πατριάρχες, Μητροπολίτες καί Ἐπίσκοποι αἱρετικοί, ἀλλά καί Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, πού –ἐνῶ συνιστοῦν τό ἀνώτατο Διοικητικό ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας- ἀπορρίφθηκαν ἀπό τήν συνείδηση τοῦ πληρώματός της καί χαρακτηρίσθηκαν Ψευδοσύνοδοι ἤ Ληστρικές Σύνοδοι.
Κι αὐτό, γιατί στά δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα ἡ ἀ­λή­θεια δέν βρί­σκε­ται στήν πλει­ο­νο­ψη­φί­α τῶν Συ­νο­δι­κῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων. Ἡ ἀ­λή­θεια, κα­θε­αυ­τήν, εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φι­κή. Δη­λα­δή καί ἕ­νας ὅ­ταν τήν ἐκ­φρά­ζει, αὐ­τή πλει­ο­ψη­φεῖ, ἔ­ναν­τι τῶν ἑ­κα­το­μυ­ρί­ων καί δι­σε­κα­το­μυ­ρί­ων ἄλ­λων ψή­φων, πού εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τες. Για­τί ἡ Ἀ­λή­θεια στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι ἰ­δέ­α, δέν εἶ­ναι ἄ­πο­ψη. Εἶ­ναι Ὑ­πο­στα­τι­κή. Εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Γι’ αὐ­τό, καί ὅ­σοι δι­α­φω­νοῦν μέ αὐ­τήν, ἀ­πο­κό­πτον­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­φοῦ κα­θαι­ροῦν­ται καί ἀ­φο­ρί­ζον­ται, κα­τά πε­ρί­πτω­ση.
Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι τό ἴ­διο τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας, τό Ὁ­ποῖ­ο λει­τουρ­γεῖ καί ἐκ­φρά­ζε­ται καί μέ με­μο­νω­μέ­να πρό­σω­πα. Αὐ­τό τό ἔδειξε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἡ ἱ­στο­ρί­α στό πρό­σω­πο τοῦ ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καθώς καί τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου τοῦ Εὐ­γε­νι­κοῦ στήν ψευ­δο­σύ­νο­δο τῆς Φλω­ρεν­τί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἤ­τα­νε μο­νά­δες, ἔ­ναν­τι τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας.
Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἐδῶ, πώς ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­δω­σε τήν ἀ­πάν­τη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τόν δι­καί­ω­σε ἡ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α καί ἁ­γί­α­σε σέ σχέ­ση μέ ὅ­λους τούς ἄλ­λους, τόν Αὐ­το­κρά­το­ρα, τόν Πα­τριά­ρχη καί ὅ­λους τούς ἄλ­λους πού συμ­με­τεῖ­χαν, καί οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν ἐ­ξέ­θε­σαν τήν ἀλήθεια. Ἄ­ρα, δέν εἶ­ναι θέ­μα ἀ­ριθ­μοῦ, ἀλ­λά θέ­μα Ἀ­λη­θεί­ας ἤ μή Ἀ­λη­θεί­ας. Αὐ­τό τό πρᾶγ­μα δέν πρέ­πει νά τό ξε­χνοῦ­με, για­τί εἶ­ναι ἡ ποι­ο­τι­κή δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί ἑ­τε­ρο­δο­ξί­ας, στήν πρά­ξη. Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τά πράγ­μα­τα δέν λει­τουρ­γοῦν πα­πι­κά. Δέν εἶ­ναι ὁ Πά­πας ὑ­πε­ρά­νω καί τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ὅ­πως ἐ­κεῖ, οὔ­τε φυ­σι­κά ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ἐ­πι­μέ­ρους Πά­πας, πού νά το­πο­θε­τη­θεῖ πά­νω ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
Ἄ­ρα, κρι­τή­ριο στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι, ὅ­τι συ­νῆλ­θε ὅ­λη ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί ἀπεφάσισε κάτι πλειοψηφικά. Θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι θε­ω­ρη­τι­κά καί ὅ­λοι οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι, καί ἕ­νας, δύ­ο, τρεῖς ἤ ἐ­λά­χι­στοι ἀ­πό αὐ­τούς νά λέ­γα­νε κά­τι τό ἀν­τί­θε­το. Δέν ση­μαί­νει, ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο, πού θά πεῖ ἡ συν­τρι­πτι­κή πλει­ο­ψη­φί­α τῶν Ἐ­πι­σκό­πων, ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­χέγ­γυ­ο τῆς Ἀ­λη­θεί­ας, καί ὅ­τι θά πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε αὐ­τό νά τό ἀ­πο­δε­χτεῖ τό πλή­ρω­μα. Ὄ­χι, δέν εἶ­ναι ἔ­τσι τά πράγ­μα­τα στήν Ἐκκλησία. Κρι­τή­ριο τῆς Ἀ­λη­θεί­ας εἶ­ναι, ἐ­άν τά λε­γό­με­να στίς Ἐκκλησιαστικές Συνόδους εἶ­ναι «ἑ­πό­με­να τοῖς Ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι».
Εἶναι θέμα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας νά ἀποτιμήσει στό μέλλον, ἐν Συνόδῳ, θεολογικά καί τελεσίδικα, τίς ἀποφάσεις αὐτοῦ τοῦ Ἀρχιερατικοῦ «Συνεδρίου». Ἕως τότε, ὅμως, μπορεῖ καί πρέπει ὁ κάθε πιστός νά τοποθετηθεῖ στίς μετέωρες αὐτές ἀποφάσεις αὐτοῦ τοῦ «Συνεδρίου» μέ τά κριτήρια τῆς δογματικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας, διαχρονικῶς. Τά ἀσφαλῆ κριτήρια αὐτῆς τῆς δογματικῆς συνειδήσεως συνοψίζονται στό περιεχόμενο τῆς ἁγιοπατερικῆς ρήσεως: «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Καί ἡ ρήση αὐτή ἀφορᾶ καίρια τόσο τόν τύπο τῶν Συνόδων ὅσο καί τήν δογματική διδασκαλία τους.
Μέ ἄλλα λόγια, ἄν τό εὐλαβές πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας -ὡς φορέας τῆς δογματικῆς συνειδήσεώς της- ἐπιβεβαιώνει τήν ὀρθότητα τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ἤ ἀκυρώνει ἀποφάσεις Πανορθοδόξων Συνόδων θεωρώντας τες ὡς Ψευδοσυνόδους, τότε εἶναι προφανές, ὅτι ἔχει τό δικαίωμα καί τήν ὑποχρέωση νά ἐκφραστεῖ μέ φόβο Θεοῦ καί ἔνθεο ζῆλο καί στήν προκειμένη περίπτωση γιά τίς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης (Βλ. σχετικῶς καί π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Τό σῶμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, Μιά Ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας, ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1999, σσ. 80-83).

Μέ βα­θύ­τα­το σε­βα­σμό
ἀσπάζομαι τήν δεξιάν Σας
Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης
Κα­θη­γη­τής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς
τοῦ Α.Π.Θ.