ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΛΕΖΟΣ: «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΑΘΗΚΕ ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΛΑΟ»

Μετά από πρόσκληση του πολιτιστικού συλλόγου “Ιόνιος” και της ομάδας “Απανταχού Ελληνισμός” βρίσκεται στην Κεφαλλονιά ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και επίτιμος πανεπιστημιακός διδάκτωρ του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Πατρών, κ. Μανώλης Γλέζος.

Ο κ. Γλέζος, ανάμεσα στα όσα ανέφερε για τις αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο, δεν παρέλειψε να κάνει αναφορά στη μοναδικότητα του ελληνικού λαού, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει την ελληνικότητά του παρά τα 400 χρόνια σκλαβιάς από τους Τούρκους. Σε αυτό, όπως είπε, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο τέσσερις λόγοι, η ελληνική γλώσσα, οι λαϊκές συνελεύσεις, η ελληνική χριστιανική ορθόδοξη Εκκλησία και το αίσθημα της αντίστασης του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα πάντως εστίασε στο ρόλο της Εκκλησίας μας, λέγοντας πως η ελληνική χριστιανική ορθόδοξη Εκκλησία στάθηκε όλα τα χρόνια στο πλευρό του ελληνικού λαού, ενώ χαρακτήρισε “ανιστόρητα” τα όσα αναφέρθηκαν πριν λίγο καιρό για αυτό το θέμα από τον κ. Φίλη.

Ο κ. Γλέζος, αξίζει να σημειωθεί, πως ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετος, ενώ έκανε και χιούμορ λίγο πριν αναφερθεί στον τέταρτο λόγο διατήρησης της ελληνικότητας του ελληνικού λαού.



ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: ΠΩΣ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


Του Άγγελου Ρούσσου

“Το θηρίο της αιρέσεως μεταχειρίζεται απίστευτους τρόπους και δόλιες μεθοδεύσεις, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του, το «σβήσιμο» της Εκκλησίας στον ωκεανό της οικουμενιστικής αβύσσου”. αναφέρει μεταξύ άλλων σε ανακοινωσή του με θέμα Ο «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ «ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΣΑΣ» το γραφείο Αιρέσεων & Παραθρησκειών της Μητροπόλεως Πειραιώς αναφερόμενο κυρίως στην προσπάθεια κάποιων κύκλων να διαστρεβλώσουν ορισμένους λόγους και πράξεις των νεοφανών αγίων της Εκκλησίας μας, Πορφυρίου και Παΐσίου, προκειμένου να τους παρουσιάσουν ως «οικουμενιστές».
Επιπλέον στηλιτεύει την πρακτική ενός σωματείου που μάλιστα χρησιμοποιεί και μια εικόνα της Παναγίας!
Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση:

Η παναίρεση του Οικουμενισμού, το δαιμονικό αυτό κατασκεύασμα των εσχάτων χρόνων, ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου, κατά τον αείμνηστο π. Αθανάσιο Μυτιληναίο, μεταχειρίζεται απίστευτα τεχνάσματα και μεθοδεύσεις, προκειμένου να επικρατήσει. Με στόχο να παραπλανήσει, άλλοτε καταφεύγει σε διαστροφή ιστορικών γεγονότων, (βλέπε προσπάθεια παρουσιάσεως του Σχίσματος Ανατολής και Δύσεως ως οφειλόμενο σε ανθρώπινες εμπάθειες και μίση, ή σε πολιτικούς λόγους και πάντως όχι σε δογματικές πλάνες των Δυτικών). Άλλοτε καταφεύγει σε προβολή ορισμένων λόγων αγίων και σε αποσιώπηση άλλων λόγων των, (βλέπε λόγους του αγίου Μάρκου του Ευγενικού προ της ενάρξεως της Ψευδοσυνόδου Φεράρας -Φλωρεντίας και άλλους λόγους του μετά την λήξη της). Άλλοτε σε επινόηση να δοθεί ειδική ερμηνεία σε δογματικές αποφάσεις της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης, (βλέπε προσπάθεια των οικουμενιστών να ερμηνεύσουν τον όρο «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, ως δήθεν τεχνικό όρο). Άλλοτε σε προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ψευδοσύνοδος της Κρήτης ως Ορθόδοξη και ως λαβούσα δήθεν Ορθόδοξες αποφάσεις, (βλέπε πρόσφατο ανακοινωθέν «Προς τον λαό» της Δ.Ι.Σ.). Ενώ άλλοτε επιχειρεί να διαστρέψει λόγους αγίων και να τους παρουσιάσει ως έχοντες δήθεν οικουμενιστικές ιδέες και αντιλήψεις και ως προωθούντες τον Οικουμενισμό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση θα πρέπει να εντάξουμε την προσπάθεια κάποιων οικουμενιστών να διαστρεβλώσουν ορισμένους λόγους και πράξεις των νεοφανών αγίων της Εκκλησίας μας,Πορφυρίουκαι Παΐσίου, προκειμένου να τους παρουσιάσουν ως «οικουμενιστές» και ως επευλογούντες την αίρεση.
Στις γραμμές που ακολουθούν, θα αναφερθούμε σε μια τέτοια περίπτωση, που αφορά συγκεκριμένα τον άγιο Πορφύριο. Με βάση έγκυρες πληροφορίες που λάβαμε στο Γραφείο μας, τα τελευταία χρόνια ιδρύθηκε κάποιο σωματείο με την επωνυμία «ΕΛΑΙΑ Α.Μ.Κ.Ε.», με έδρα τον Πειραιά, (οδός Πατριάρχου Ιωακείμ 39, τ. κ. 18539). Ως πρόεδρος φέρεται ο αγιορείτης ιερομόναχος π. Γεώργιος Αλευράς ο Καυσοκαλυβίτης. Από πληροφορίες που συλλέξαμε, σκοπός του σωματείου είναι η εθνική, ηθική και κοινωνική εξύψωση της χειμαζόμενης από την τελευταία κρίση Πατρίδος μας. Μάλιστα προβάλλεται ως πρότυπο πορείας της πολιτείας μας η μορφή και το έργο του αειμνήστου πρώτου Κυβερνήτη της ΕλλάδοςΙωάννου Καποδίστρια. Για το σκοπό αυτό το σωματείο εξέδωσε και πολυτελή τόμο με τίτλο «Ο Άγιος της Πολιτικής», με σπάνιο αρχειακό υλικό για τον πρόωρα αδικοχαμένο πολιτικό, με συγγραφέα τον κ. Ιωάννη Κορνιλάκη, διευθύνοντα σύμβουλο του σωματείου.
Μέχρις εδώ όλα καλά και επαινετά. Ωστόσο το εν λόγω σωματείο φαίνεται ότι δεν αρκείται στην πατριωτική του δράση, αλλά επεκτείνει τις δραστηριότητές του και σε εκκλησιαστικά θέματα. Όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του ως άνω βιβλίου, στις σελίδες του προβάλλονται με κατάλληλο και έντεχνο τρόπο παράλληλα με το πρόσωπο και το έργο του Ιωάννου Καποδίστρια και οικουμενιστικές θέσεις, που δεν έχουν καμιά σχέση με τον μεγάλο πολιτικό ηγέτη της πατρίδος μας. Γίνεται λόγος για την άρση των αναθεμάτων το 1965, προβάλλεται η γνωστή φράση, «ίνα ώσιν εν»,η οποία χρησιμοποιείται για να στηριχθεί την οικουμενιστική ιδεολογία, παρατίθενται λόγοι του Πάπα Βενεδίκτου του 16ου περί ενότητος των «Εκκλησιών», γίνεται λόγος περί διεσπασμένης Εκκλησίας κλπ. Τέλος παραθέτουν πολλές εικόνες αναγεννησιακής τεχνοτροπίας, μεταξύ των οποίων και μία με τίτλο: «Παναγία ίνα ώσιν εν, η Πατριώτισσα». Στην εικόνα αυτή απεικονίζεται η Θεοτόκος σε στάση δέησης, να κρατάει στα δύο χέρια της δύο ομοιώματα ναών, την Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεωςκαι τον Άγιο Πέτρο Ρώμης, που συμβολίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και την Ρωμαιοκαθολική «Εκκλησία», τον Παπισμό. Αναμφίβολα το ομοίωμα του ναού παραπέμπει στην έννοια της Εκκλησίας και ως εκ τούτου η παράσταση παραπέμπει στην αποδοχή, ότι η παπική θρησκευτική κοινότητα είναι αληθής Εκκλησία, ισότιμη με την Ορθόδοξη! Στα σπλάγχνα της Παναγίας εικονίζεται μέσα σε κύκλο ο χάρτης της Ελλάδος με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Πάνω από την Παναγία εικονίζεται ο Χριστός σε στάση ευλογίας και πάνω από τον Χριστό η φράση «ίνα ώσιν εν». Δεξιά και αριστερά της εικόνος εικονίζονται οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, οι άγιοι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο άγιος προφήτης Ηλίας. Η όλη παράσταση θέλει να διακηρύξει την θερμή δέηση της Θεοτόκου προς τον ύπερθεν αυτής εικονιζόμενο Υιό της για την «ένωση των Εκκλησιών»Ορθοδοξίας και Παπισμού, ενώ ο Χριστός ευλογεί την εν λόγω οικουμενιστικού τύπου ένωση με βάση τους λόγους του «ίνα ώσιν εν», κατά την αρχιερατική του προσευχή.
Το ότι αποδίδεται οικουμενιστικού τύπου ερμηνεία στη περιλάλητη φράση «ίνα ώσιν εν», αποδεικνύεται από ορισμένα αποσπάσματα του βιβλίου.
Στη σελίδα 186 ο συγγραφέας γράφει: «Εκατόν τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα, [από την επιστολή που έστειλε ο Καποδίστριας προς τον τότε Πάπα της Ρώμης] και συγκεκριμένα στις 7 Δεκέμβρη 1965 με το νέο ημερολόγιο, Ανατολή και Δύση Κωνσταντινούπολη και Ρώμη, Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και Ρωμαιοκαθολική, Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και Πάπας Παύλος ΣΤ΄ κάνουν το πρώτο βήμα προς το ευαγγελικό, ίνα ώσιν εν, αίροντες τα ένθεν κακείθεν αναθέματα των δύο εκκλησιών από το 1054». Παρά κάτω στη σελίδα 691 γράφει:«Αποκορύφωμα εχθρότητας, αντιπαλότητας, διάσπασης και διαχωρισμού υπήρξε το σχίσμα Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής το 1054. Ο συμβολισμός του τρομαχτικός. Διάσπαση του χριστιανικού δόγματος, διάσπαση της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διάσπαση Αυτού του ίδιου του σώματος του Χριστού».
Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαίο, να κάνουμε ένα σύντομοσχόλιο γύρω από την Ορθόδοξη ερμηνεία της φράσεως «ίνα ώσιν εν», επειδή η φράση αυτή έχει κακοποιηθεί βάναυσα από τους οικουμενιστές, οι οποίοι την χρησιμοποιούν κατά κόρον, για να δηλώσουν, ότι αυτή δήθεν αναφέρεται στην μελλοντική ενότητα των εκκλησιών και ότι ο Χριστός προανήγγειλε ότι όλες οι χριστιανικές ομολογίες θα αποκτήσουν στο μέλλον ενότητα μεταξύ τους και θα αποτελέσουν τη «Μία» εκκλησία, υπονοώντας, ότι η Εκκλησία τώρα είναι διεσπασμένη. 
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομοςερμηνεύοντας το χωρίο αυτό παρατηρεί: «Ίνα ώσιν εν, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί, και εγώ εν σοι […] Τι είναι, λοιπόν, το ‘Εν ημίν’; Στην πίστη προς εμάς. Επειδή βέβαια τίποτε δεν σκανδαλίζει όλους, όσο η διάσπαση, αυτό κατασκευάζει, ώστε να γίνουν ένα. Τι, λοιπόν; Το κατόρθωσε αυτό, λέγουν; Και πάρα πολύ το κατόρθωσε. Διότι, όλοι όσοι πίστευσαν μέσω των Αποστόλων είναι ένα, μολονότι κάποιοι από αυτούς αποσπάστηκαν […]», (Ε.Π.Ε.14,594).
Δηλαδή η αίτηση του Κυρίου προς τον Θεόν Πατέρα «ίνα πάντες εν ώσιν» εκπληρώνεται ήδη εντός της Μιας Ορθοδόξου Εκκλησίας, διά της ταυτότητος της Ορθοδόξου Πίστεως πάντων. Η ενότητα εντός της Εκκλησίας δεν είναι κάτι το ζητούμενο, αλλά είναι δεδομένη, είναι μια πραγματικότητα που υφίσταται. Δεν υφίσταται εκκρεμότητα ως προς την ενότητα, αλλ’ εκείνο που εκκρεμεί είναι η υπό των ετεροδόξων αποδοχή της μόνης αληθούς Ορθοδόξου Πίστεως.
Κατά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο η φράση «ίνα πάντες εν ώσιν»«συνδέεται αναπόσπαστα με άλλες φράσεις, όπως ‘καθώς συ, πάτερ, εν εμοίκαγώ εν σοι’, (Ιω.17, 21) και τη φράση ‘εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν’, (Ιω.17, 23) και επίσης την άλλη φράση ‘ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι’, (Ιω.17, 24). Και σαφώς, εδώ, ο Χριστός αναφέρεται στην ενότητα των Αποστόλων κατά θεωρίαν της δόξης του Θεού, την θέα του ακτίστου Φωτός, που έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής, γιατί ακριβώς τότε οι Απόστολοι απέκτησαν και ενότητα ουσιαστική μεταξύ τους. Επομένως όσοι εκ των Αγίων μέσα στην ιστορία φθάνουν στη θέωση και στη θεωρία του ακτίστου Φωτός, αποκτούν ενότητα με τους Αποστόλους, έχουν την ίδια πίστη με αυτούς και εφαρμόζεται το χωρίο αυτό, του Χριστού, ‘ίνα ώσιν εν’», («Ο Οικουμενισμός στην πράξη, ήτοι την θεολογία και την άσκηση», στον Συλλογικό τόμο «Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις», Εκδ. Θεοδρομία, τομ. Β΄, σελ. 787).
Επίσης η φράση «ίνα ώσιν εν» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με όσα προηγουμένως είπε ο Κύριος στον παραβολικό λόγο του περί της αμπέλου και των κλημάτων, τα οποίααποκόπτονται από την άμπελο. Τα κλήματα τα οποία δεν φέρουν «καρπόν» αληθούς Ορθοδόξου πίστεως και αγιοπνευματικής ζωής είναι οι αιρετικοί, οι οποίοι «αίρονται», αποκόπτονται από τον αμπελουργό Πατέρα, και παύουν να αποτελούν κλήματα της νοητής αμπέλου, της Εκκλησίας, παύουν δηλαδή να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας. 
Επομένως το «ίνα ώσιν εν», που λέει παρά κάτω ο Κύριος, δεν αφορά τα αποκοπέντα κλήματα. Δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν προσεύχεται ο Κύριος, να παραμείνουν τα αποκοπέντα κλήματα, (=οι αιρετικοί),ενωμένα με την άμπελο, (=την Εκκλησία), διότι τα κλήματα αυτά απορρίπτονται εις το «πυρ» το εξώτερο, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Κυρίου: «εάν μη τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις το πυρ βάλλουσι, και καίεται»(Ιωάν.15,6).
Τόσον ο συγγραφέας του ως άνω βιβλίου, όσον επίσης και ο Πρόεδρος του σωματείου π. Γεώργιος Αλευράς, αγνοούντες προφανώς την Ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία του χωρίου «ίνα πάντες εν ώσιν», έφθασαν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι, η «ένωση των Εκκλησιών» δεν αποτελεί μόνον δέηση της Θεοτόκου, αλλά και εσχατολογική «παρακαταθήκη» του Χριστού και ταυτόχρονα «παρακαταθήκη» του αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου και συνάμα «παρακαταθήκη» του Ιωάννη Καποδίστρια. 
Ας σημειωθεί εδώ ότι ο π. Γεώργιος υπήρξε υποτακτικός του αγίου Πορφυρίου και έζησε μαζί του ως «δόκιμος» μοναχός για 5-6 μήνες, μέχρι της οσιακής κοιμήσεώς του. Σε ομιλία του στις 16 Δεκεμβρίου 2010 στην Πρεσβεία της Ρωσικής ομοσπονδίας στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου «Ιωάννης Καποδίστριας- Ο άγιος της Πολτικής» αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ο Γέρων Πορφύριος έβλεπε τον διχασμό των ανθρώπων σαν καταστροφή και πονούσε μέρα και νύχτα. Γι’ αυτό λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, για μισή ώρα περίπου, ψέλλιζε στα χείλη την Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού Χριστού προς τους μαθητές, το ‘ίνα ώσιν έν’, αδιαλείπτως. Μ’ αυτή την ευχή πήγε στον αγαπημένο του Χριστό. Προσευχόταν για την ενότητα της Εκκλησίας, για την ενότητα όλου του κόσμου», (Ιερομ. Γεώργιος Καυσοκαλυβίτης, Ιερά Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής, Ιεράς Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους).
Το ότι δυστυχώς ο π. Γεώργιος παρερμήνευσε τους τελευταίους λόγους του αγίου Πορφυρίου, αποδεικνύεται από όσα καταθέτει, σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί,ο αγιορείτης ιερομόναχος π. Δαμασκηνός, τέως αρχιγραμματέας της Ιεράς Κοινότητος του αγίου Όρουςσε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, (15.8.2014). Γράφει:«Δυστυχώς ο αγιορείτης Ιερομόναχος Γεώργιος Αλευράς, Καυσοκαλυβίτης, εις το βιβλίον του κ. Κορνιλάκη: «Επιστολαί του Καποδίστρια»…διαστρέφει το περιεχόμενον της τελευταίας προσευχής του αγίου Πορφυρίου, «ίνα ώσιν εν» και την ερμηνεύει, ότι αφορά την ένωσιν της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως και είναι δήθεν σύμφωνος με την γραμμήν των διαλόγων, ως γίνονται σήμερον. Ο υποφαινόμενος, ερμηνεύων την πραγματικήν ‘έννοιαν της τελευταίας προσευχής του αγίου Πορφυρίου, όστις έχει ενώπιόν του μίαν εξαμελή συνοδείαν με τα προβλήματα τα συγκεκριμένα που έχει κάθε συνοδεία, εύχεται για την ενότητά της καθώς απέρχεται εκ του παρόντος βίου και αποχαιρετά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, που με υποδειγματικόν σεβασμόν και αγάπην τον υπηρετούν…Ο γράφων ως γνωρίζων εκ του σύνεγγυς τον άγιον Πορφύριον από τα φοιτητικά του χρόνια, κατά την δεκαετία του 1960, ότε ούτος ήτο εφημέριος εις την Πολυκλινικήν Αθηνών της οδού Πειραιώς και διατηρήσας την πνευματικήν επικοινωνίαν μέχρι της κοιμήσεώς του, βεβαιώνει ότι ο άγιος Πορφύριος δεν συνεφώνει με τας μεταβάσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου εις την Ρώμην, ούτε με τους διαλόγους, καθ’ ον τρόπον γίνονται».Όπως μας βεβαιώνει ο π. Δαμασκηνός, τον Δεκέμβριο του 1987, καθ’ ον χρόνον εργαζόταν με την σύνταξη σχεδίου επιστολής προς τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη κυρό Δημήτριο, διά της οποίας διαμαρτυρόταν σύσσωμη η Ιερά Κοινότης για την πατριαρχική επίσκεψη στη Ρώμη, άκουσε το τηλέφωνο και τον άγιο Πορφύριο να ομιλεί: «-‘Τι γράφεις μωρέ;’- Γράφω, Γέροντα, την επιστολήν, ην προτίθεται η Ι. Κοινότης να αποστείλει, ως διαμαρτυρίαν, εις τον Παναγιώτατον Πατριάρχην Δημήτριον, δια την επίσκεψίν του εις την Ρώμην. -‘Διάβασε το γράμμα να ακούσω’ …Έγραφα λοιπόν: ‘Πως Παναγιώτατε, μετέβητε εν τω αμοίρω της Χάριτος Ναώ των απ’ αιώνων αιρετικών; Η Ρώμη δεν έχει την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, ούτε έγκυρα μυστήρια’. Και ο π. Πορφύριος μου απαντά: -‘Ωραία τα γράφεις. Θα αρέσει η επιστολή εις τον Πατριάρχην. Δεν μπορείς να είπης εις τους Παπικούς, ότι έχουν Χάριν, και Μυστήρια. Δεν έπρεπε ο Πατριάρχης να μεταβεί εις την Ρώμην, διότι αυτοί κερδίζουν, χωρίς να διορθώνονται και ζημιούται η Ορθοδοξία…», (Περιοδ. Θεοδρομία, έτος 16, τεύχος 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014, σελ.363-364).
Επανερχόμενοι στο σχολιασμό της εικόνος «Παναγία ίνα ώσιν εν η Πατριώτισσα», προσθέτουμε, πέραν των όσων εσημειώσαμε προηγουμένως, ότι η εν λόγω εικόνα αποκτά και εθνικιστικό περιεχόμενο. Το γεγονός ότι η Παναγία εικονίζεται να φέρει στα σπλάγχνα της την Ελλάδα και επιγράφεται ως «η Πατριώτισσα», υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι έχει προτίμηση σε ένα έθνος – λαό, τον Ελληνικό. Προφανώς λησμονεί το σωματείο και ο π. Γεώργιος, ότι ο εθνικισμός και ο εθνοφυλετισμός, οι οποίοι έχουν ταλαιπωρήσει αφάνταστα την Εκκλησία, έχουν καταδικασθεί ως αίρεση από την Ενδημούσα Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1872. Δεν υπάρχει «Θεός του Ισραήλ», ή Θεός της Ελλάδος, ή της Ρωσίας, ή της Σερβίας» κλπ. Ούτε «Παναγία Ελληνίδα, ή Ρωσίδα, ή Σερβίδα» κλπ., αλλά «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ.3,1). Υπάρχει η «καινή κτίσις» (Γαλ.6,15), όπου«ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένιάρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.3,28). 
Ο Χριστός και η Παναγία ανήκουν σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι μόνον σε κάποιο συγκεκριμένο έθνος, ή σε μερίδα «εκλεκτών». Βεβαίως αυτή η παγκοσμιότητα της Εκκλησίας δεν αίρει σε καμιά περίπτωση την έννοια της υγιούς φιλοπατρίας, η οποία είναι θεμιτή και ευλογημένη, εν όσο πιστεύεται με ακρίβεια η σώζουσα πίστη και τηρούνται οι σωτήριες εντολές του Θεού. Η Παναγία μας γίνεται προστάτης της Πατρίδος μας όταν ο ελληνικός λαός μετανοεί και βαδίζει πάνω στις εντολές του Ευαγγελίου.
Κλείνοντας, παρακαλούμε τον πιστό λαό του Θεού καθώς και τους αγαπητούς αναγνώστες μας, να επαγρυπνούν και να προσέχουν, διότι το θηρίο της αιρέσεως μεταχειρίζεται απίστευτους τρόπους και δόλιες μεθοδεύσεις, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του, το «σβήσιμο» της Εκκλησίας στον ωκεανό της οικουμενιστικής αβύσσου. Ο κίνδυνος να πλανηθεί κανείς δεν είναι μικρός, όταν μάλιστα δεν διαθέτει θείο φωτισμό και επαρκή θεολογική γνώση. Το μεγάλο δίδαγμα, η μεγάλη αλήθεια που συνάγεται, απ’ όσα παραθέσαμε παρά πάνω, είναι ότι το θηρίο της αιρέσεως έχει τη δύναμη να πλανήσει όχι απλώς λαϊκούς, αλλά ακόμη και μοναχούς, που εγκατέλειψαν την ματαιότητα του κόσμου, για να επιτύχουν ευκολότερα την σωτηρία τους. Και μάλιστα μοναχούς όχι τυχαίους, αλλά μοναχούς, που είχαν την ευλογία και τη θεία δωρεά, να χρηματίσουν μαθητές αγίων γερόντων, όπως είδαμε προηγουμένως με τον ιερομόναχο π. Γεώργιο, για τον οποίο όλοι μας πρέπει να προσευχόμεθα, να του δώσει ο Θεός μετάνοια και φωτισμό. Ο διάβολος δεν αστειεύεται. Σκοτώνει ψυχές! Δεν είναι εύκολο, να διακρίνει κανείς τις παγίδες που μας στήνει, δεδομένου ότι προκειμένου να παραπλανήσει, καλύπτει την πλάνη και το ψεύδος με ευλογοφανή θεολογικά επιχειρήματα, με ευσέβεια και εκκλησιαστικότητα. «Εν μέσω παγίδων διαβαίνομεν και επί επάλξεων περιπατούμεν». Αυτά δεν τα λέμε για να πανικοβληθούμε και να τρομάξουμε, αλλά για να προσέχουμε μήπως και εμείς, χωρίς να το καταλάβουμε, πέσουμε στην παγίδα της αιρέσεως. «Βλέπετε ουν πως ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισι», (Εφ.5,15-16)μας λέει ο απόστολος. Οδηγοί μας ας είναι οι Άγιοι Πατέρες μας και όσοι ελάχιστοι τους μιμούνται στις «πονηρές» ημέρες, που επέτρεψε ο Κύριος να ζήσουμε. 

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΠΟΙΟΣ ΕΠΗΡΕΑΣΕ, ΤΟΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΑΝΑΝ ΤΟΣΟ ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΡΟΦΗ;

Ήγγικεν η ώρα της ευθύνης για τα Θρησκευτικά
Άρθρο-παρέμβαση της «Ορθόδοξης Αλήθειας» 
για τη Σύνοδο της Ιεραρχίας
Του Δημήτρη Ριζούλη

Αυτές τις ημέρες συνεδριάζει η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και αναμένεται να καταλήξει στις θέσεις της για το μάθημα των Θρησκευτικών. 

Ήδη η επιτροπή των Αρχιερέων που μελέτησε το θέμα κατέληξε στις προτάσεις που θα παρουσιάσει και η «Ορθόδοξη Αλήθεια» έχει στη διάθεσή της εδώ και ημέρες το σχετικό κείμενο. Οι σεβασμιότατοι Μητροπολίτες Ύδρας, Μεσογαίας και Μεσσηνίας κατέληξαν σε μια μάλλον συμβιβαστική πρόταση, που όμως, κατά τη γνώμη μας, κρύβει πολλούς κινδύνους. 
Στην εισήγησή τους αποδέχονται (!!!) τα νέα Προγράμματα Σπουδών του υπουργείου Παιδείας και απλώς ζητούν κάποιες επιμέρους (ελάχιστες, είναι η αλήθεια) διορθώσεις. Επομένως, στο κεντρικό ζήτημα που έθεσε προ μηνών επισήμως η Εκκλησία και μάλιστα με προσωπική παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου προτείνεται η άτακτη υποχώρηση! 
Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς για ποιον λόγο η Εκκλησία ζήτησε την απομάκρυνση του κ. Φίλη. Και πώς γίνεται τώρα να υιοθετεί τις δύο βασικές επιλογές της πολιτικής του στο υπουργείο Παιδείας (να εφαρμοστούν τα συγκεκριμένα Προγράμματα Σπουδών και να αλλάξουν όλα τα βιβλία). 
Οι προτάσεις της επιτροπής των Αρχιερέων ορθά περιέχουν τους όρους της υποχρεωτικότητας του μαθήματος και της μη αλλαγής του ονόματος του μαθήματος, όμως αυτό δεν φτάνει (εξάλλου, είναι το αυτονόητο). Φοβάμαι ότι όλη η διάρθρωση του κειμένου θυμίζει έντονα τις θέσεις και τις απόψεις που είχε εκφράσει στο παρελθόν ο «ΚΑΙΡΟΣ», με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ποιος επηρέασε, λοιπόν, τους Αρχιερείς και έκαναν τόσο μεγάλη στροφή; Γιατί δεν αναφέρουν λέξη για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, που είχε καταγγείλει δημοσίως ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, με φαιδρά τραγούδια ή άστοχα παραδείγματα; Αποδέχονται οι τρεις Αρχιερείς ότι τα παιδιά μας θα διδάσκονται Θρησκευτικά με τραγούδια του Νικόλα Άσιμου (όπως το «Ρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω») ή ότι θα τους γίνεται μάθημα για «τα 99 ωραιότατα ονόματα για τον Αλλάχ»; 
Γιατί οι Αρχιερείς δεν λένε λέξη για τον θρησκευτικό αχταρμά των νέων προγραμμάτων; Ενώ ο Αρχιεπίσκοπος επισήμως είχε καταγγείλει αυτή την πρακτική, εκείνοι με ποιο επιχείρημα τώρα την αποδέχονται και απλώς προτείνουν να διδάσκεται η Θρησκειολογία με αυτό τον τρόπο λίγο... αργότερα, σε μεγαλύτερη τάξη; 
Τέλος, αναρωτιέμαι ποιοι θα γράψουν τα νέα βιβλία που ξαφνικά ζητούν ΚΑΙ οι τρεις Αρχιερείς. Οι άνθρωποι του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, που είναι πλέον σαφές σε κάθε νοήμονα Έλληνα ότι έχουν στις τάξεις τους γνωστούς εθνομηδενιστές και αρνητές του χριστιανισμού; Μήπως θέλουν να τους θυμίσουμε συγκεκριμένα ονόματα; Τους εμπιστεύονται, λοιπόν, και, αν ναι, πώς προκύπτει η βεβαιότητα ότι τα νέα εγχειρίδια θα είναι σωστά και επαρκή;
Έχοντας, λοιπόν, μελετήσει με προσοχή την εισήγηση των τριών Αρχιερέων (όπως αυτή ήδη έχει κατατεθεί στην Ιερά Σύνοδο), που αύριο θα υποβληθεί στην Ιεραρχία, θεωρούμε ότι έφτασε η ώρα της ευθύνης και της αλήθειας συνολικά για την Εκκλησία. Αυτές τις ημέρες θα φανεί αν οι Αρχιερείς έπαιζαν τόσον καιρό θέατρο σκιών ή όντως θέλουν να υπερασπιστούν τον ορθό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Μισόλογα και διπλωματικές διατυπώσεις δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια. Αν η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας αποδεχθεί μια τέτοια εισήγηση, θα ακυρώσει τον εαυτό της και θα ανοίξει κερκόπορτες. Οφείλει, λοιπόν, να προσθέσει πολλά στοιχεία και να διορθώσει εκ βάθρων την πρόταση της επιτροπής των Αρχιερέων (που θα μπορούσε να αποτελέσει βάση), αν θέλει να σώσει, πρώτα απ' όλα, την τιμή της. Η ώρα της αλήθειας έφτασε, λοιπόν. 
ΥΓ.: Ο αρθρογράφος μας καθηγητής Ηρακλής Ρεράκης στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας έγραψε ότι οι τρεις Αρχιερείς πήγαν προ ημερών στο υπουργείο Παιδείας και κατέθεσαν την πρότασή τους για τα Θρησκευτικά. Μέλη της εν λόγω επιτροπής επικοινώνησαν με τον κ. Ρεράκη και τον πληροφόρησαν ότι το κείμενο αυτό δεν παραδόθηκε τελικά στον υπουργό Παιδείας (προτού το εγκρίνει η Ιεραρχία). Ελπίζουμε όντως να μη συνέβη κάτι τέτοιο, γιατί θα μας έβαζε σε πολλές πονηρές σκέψεις.

Από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια dimokratianews

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

ΜΗΤΡΟΠ. ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: ΤΑΦΗ Η ΚΑΥΣΗ; ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΛΗΘΗ Η ΑΙΩΝΙΑ ΜΝΗΜΗ;

του Μητροπολίτη Μεσογαίας Νικολάου

Υπάρχουν δυό βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της. Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεική πραγματικότητα.
Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής, αλλά βαθιά εμπειρία της. Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της επαληθεύεται βιωματικά. Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό που ζεί. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ᾿ αυτόν μόνο το σώμα του η τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια διάστασή του. Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία;
Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, η υγεία, αυτό που βλέπουμε. Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός, ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς – αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνα της θεικής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης. Κάθε τι που σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός η στοιχείο έχει να κάνει με την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό.
Η ψυχή μ᾿ αυτήν την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα που το μεταμορφώνει σε ναό. Το σώμα που διαφυλάσσει το θησαυρό της ψυχής δεν είναι φυλακή. Ένα σώμα όμως που εν ζωή δεν το σεβαστήκαμε, ούτε καν φιλόζωα το διατηρήσαμε, που βιολογικά μεν το περιποιηθήκαμε στα εργαστήρια, ουσιαστικά όμως το καταστρέψαμε στην πρακτική της ζωής ένα σώμα στο οποίο η ιατρική δεν καλείται να θεραπεύσει μόνο τις συνέπειες της φυσιολογικής φθοράς επάνω του, αλλά και του ανορθόδοξου τρόπου και της αντίληψης ζωής μέσα του, ένα σώμα που η ίδια η ψυχή μας το αγνόησε, και αντί μαζί του να επιτελέσει τον ιερουργικό σκοπό της, ικανοποίησε τις φιλήδονες τάσεις και τις αμαρτωλές διαθέσεις της -και μάλιστα με την αποδοχή και νομική κάλυψη της κοινωνίας-, αυτό το σώμα είναι εύκολο αυτή η κοινωνία και ψυχή να θέλουν να το κάψουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους και να εξαφανίσουν την ασέβειά τους.
Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το σώμα, όσο ο άνθρωπος είναι εν ζωή, το βλέπει ως θυσιαστήριο. Γι᾿ αυτό και η βάναυση επέμβαση επάνω του και η υποταγή του στις ορμές, που δουλώνουν το αυτεξούσιο, δηλώνουν ασέβεια και αποτελούν βεβήλωση και αμαρτία. Η συντήρηση και τροφοδοσία του γίνεται πάντοτε με προσευχή -προσευχές της τραπέζης- η φροντίδα της υγείας του που συνδυάζεται με μυστήριο – το ευχέλαιο-, η αναπαραγωγή του με άλλο μυστήριο – το γάμο- και τέλος ο εξαγιασμός του επιτυγχάνεται με την μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού.
Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει και ο σεβασμός μας σ᾿ αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μίας ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο – της σωτηρίας της ψυχής- και την υπόμνηση μίας άλλης που τώρα «αγνώστως» συνεχίζεται έξω από αυτό- της δόξης της ψυχής. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την «ετέρα μορφή του» (Μαρκ. ιστ´ 12), την αναμόρφωσή του «εις το αρχαίον κάλλος». Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε μάλλον τους έμψυχους ναούς.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση. Το σώμα είναι το υποκείμενο στη φθορά στοιχείο του ανθρώπου. Η φυσική φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως. Κάθε βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή. Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όσο μπορούμε. Η διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ο Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί η η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του. Όταν και η φύση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας;
Τα οστά υπαινίσσονται ότι τα σώματα έχουν μεν όλα μία ομοιότητα, αλλά έχουν και διαφορές. Άλλα είναι τα κοκαλάκια ενός μικρού παιδιού στη θέα τους και άλλα ενός ενήλικα. Άλλα ενός ανθρώπου και άλλα κάποιου ζώου. Όταν όμως καούν, η στάχτη εξομοιώνει τα πάντα. Και στην περίπτωση αυτή που διατηρείται και δεν σκορπίζεται, δεν διακρίνονται οι διαφορές, έχουν εξαλειφθεί για πάντα. Μαζί με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έχει εξαφανιστεί και η εικόνα του ανθρώπου μόλις δε σκορπιστούν και τα υπολείμματα της στάχτης,μαζί με τα ψήγματα του κοινωνικού σεβασμού, οριστικοποιείται και η διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας του. Ο υπαρκτικός θάνατος έχει προσυπογράψει τον φυσιολογικό.
Το υπόλειμμα του ανθρώπου δεν είναι η ισοπέδωση και η απουσία, αλλά η ταυτότητα και του είδους και του προσώπου και η παρουσία. Ο αγώνας να διατηρήσουμε τα οστά, τα λείψανα, ο,τι περισσότερο από τον άνθρωπο μπορούμε σ᾿ αυτόν τον κόσμο, ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρηθεί όσο περισσότερο γίνεται το πρόσωπό του στον άλλο. Ο σεβασμός μας στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή.
Οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι» αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο «νεκροταφεία» και επιμένει στον όρο «κοιμητήρια». Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεώς τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.
Η Εκκλησία δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται – αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν καταστρέφεται.
Η ψυχή ζεί. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως διαπιστώνεται. Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά τους. Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών αλλά και των άλλων εξαγιασμένων ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μία εντυπωσιακή ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!
Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η θαυματουργική χάρι τους η η φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγυτα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της πνευματικής πραγματικότητος. Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της. Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζές της. Αν αυτά κάψει, θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θα έχει καταστρέψει τα ζωτικά σπλάχνα της.
Η ψυχή υπάρχει, ζεί και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά θάνατον. Βλέπει και μπορεί να αντικρύσει την καύση του. Άραγε θα την εγκρίνει; Η ίδια στην κατάσταση που είναι δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες ούτε και όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα.
Η ασέβεια επάνω της όμως φθείρει εμάς. Το ηθικό κριτήριο σε μία τόσο καίρια απόφαση για την Εκκλησία είναι πνευματικό δεν έχει να κάνει με τις επιλογές μίας πεθαμένης κοινωνίας, μίας κοινωνίας που αρνείται την αθανασία της, αλλά με τις προτιμήσεις της αθάνατης ψυχής, της ψυχής που επιβεβαιώνει την αιωνιότητά της.
Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ᾿ αυτόν τον κόσμο κάποιος δικός μας: από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με παραμορφωτικά εγκαύματα, η να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο τελευταίος.Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του, να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ᾿ αυτόν όψη και όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη στάχτη. Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πως εμείς επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας; Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ᾿ αυτό μπορούμε. Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου υπολείμματός του.
Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με προσβολή. Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο. Η αγάπη δημιουργεί και χώρο και προϋποθέσεις. Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου. Η ανάγκη του σεβασμού είναι πολύ μεγαλύτερη γι᾿ αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι᾿ αυτόν που αποδέχεται.
Έτσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μόνον έλλειψη χώρου, αλλά και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους νεκρούς της. Στο απέραντο γηροκομείο του «πολιτισμένου» κόσμου μας, όπου οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι νεκροθάφτες. Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής, π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπερ-απασχολείται με το τέλος, την καύση. Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει την καύση. Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του σκοπού το τέλος του ανθρώπου.
Αυτοί που αγνόησαν το δικαίωμα του ανθρώπου για το Θεό και πρόσβαλαν τα απαράγραπτα δικαιώματα του Θεού για τον άνθρωπο, αυτοί και μόνον μπορούν να επικαλούνται τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για να νομιμοποιήσουν την ασέβειά τους στον άνθρωπο.
Η καύση των νεκρών δεν είναι ατομικό δικαίωμα του νεκρού πλέον ανθρώπου. Η διατήρηση του σώματός τους αποτελεί κοινωνική υποχρέωση σεβασμού και επιβιώσεως του προσώπου του. Είναι αδύνατο το θέλημα του ενός -και ας αποκαλείται αυτό δικαίωμα- να προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του συνόλου. Δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου να τον … κάψουμε εμείς! Το θέμα δεν είναι αν κάποιος επιθυμεί να καεί. Είναι αν η κοινωνία θα δεχθεί να τον κάψει.
Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος: τον μηδενισμό της. Μία κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μία κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μία κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα- μία κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μία κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν), η όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν, με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.Φαίνεται πως το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεό, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπό, το αποτέλεσμα της σύγχυσης της αθείας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου, η καύση και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύση των νεκρών οδηγεί στην καύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μία απλώς χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεικότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της, τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζεί την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ᾿ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ: Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΖΥΜΩΣΕΙ ΤΗΝ ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΚΑΦΗ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΕΣ

Προς
το Χριστεπώνυμον Πλήρωμα
της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Πρώτη Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής σήμερα, αγαπητοί πατέρες και αδελφοί, Κυριακή της Ορθοδοξίας! Εορτή της μεγάλης μας μητέρας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας! Ημέρα γεμάτη δόξα, μεγαλείο και χαρά πνευματική.Ημέρα αναμνήσεως αγώνων και θριάμβων της πίστεώς μας. Ημέρα που φέρνει στο νου μας, την ηρωική και αγία αντίστασι των πιστών ορθοδόξων χριστιανών όλων των αιώνων, έναντι των δυνάμεων του σκότους και της πλάνης.

Αυτή την μεγάλη ημέρα θα ήθελα ως πνευματικός σας πατέρας να υπενθυμίσω στην αγάπη σας κάποιες αλήθειες, βασικές και σωτήριες, τις οποίες πολλοί σήμερα αγωνίζονται να αμβλύνουν, πρικαλώντας σε εμάς σύγχυσι, με αποτέλεσμα να κινδυνεύη να ματαιωθή και αυτή ακόμη η σωτηρία μας.
Πρώτα να υπογραμμίσω ότι την Εκκλησία την αποτελούν η κεφαλή της, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και όλοι οι χριστιανοί, όσοι ορθοδόξως βαπτίστηκαν στο όνομα της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος. Οι χριστιανοί, που συνέρχονται κατά τόπους, προσφέρουν στον Θεό δια των κανονικών επισκόπων και των ιερέων το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και κοινωνούν του παναγίου Σώματος και Αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία μας δεν ορίζεται, αλλά βιώνεται. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε την Ορθοδοξία, οφείλουμε να ακούσουμε εκείνο που είπε σήμερα ο Απόστολος Φίλιππος στον Απόστολο Ναθαναήλ, «έρχου και ίδε» (Ιωάν. α’, 47). Όποιος με ταπείνωσι και καθαρό λογισμό θελήσει να ζήση την Ορθοδοξία, θα πεισθή ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι αγία θεανθρώπινη κοινωνία, με κεφαλή της Αυτόν τον Θεάνθρωπο Κύριο.
Μέσα στην Εκκλησία μας ο άνθρωπος βρίσκει την «απωλεσθείσα», από το προπατορικό αμάρτημα, δυνατότητα να επανενωθή με τον Θεό και Λυτρωτή του, αλλά και με όλους τους ανθρώπους, σε μία ένωσι που δεν αναιρεί το πρόσωπο, ούτε το μαζοποιεί, διότι αυτή η ένωσις γίνεται κάτ' εικόνα της ενότητος της Αγίας Τριάδος:  ένας Θεός, τρία όμως διακεκριμένα πρόσωπα.
«Έξω από την Εκκλησία», υπογραμμίζει ο αείμνηστος και σοφός Γέροντας π. Γεώργιος Καψάνης, «ο άνθρωπος δεν ενούται με το Θεό και με τα τέκνα του Θεού με την ανιδιοτελή αγάπη, και γι’ αυτό διατελεί υπό το κράτος του διαβόλου, που είναι ο πατήρ του εγωισμού, της αυτάρκειας, της διαιρέσεως και της διασπάσεως». Άρα, έξω από την Εκκλησία δεν σώζεται ο άνθρωπος.
Μέσα στην ζώσα Ορθόδοξο Εκκλησία, ο χριστιανός δεν χάνει την προσωπικότητά του και την αξία του, αλλά είναι άξιος τιμής, είτε είναι πτωχός, αγράμματος και άσημος κατά κόσμον, είτε πλούσιος και εγγράμματος. Μέσα στην Εκκλησία «άνθρωπος εστί το περισπούδαστον του Θεού τέκνον καν δούλος ει, ουκ έστι ευκαταφρόνητος», κηρύσσει ο υμνητής της Εκκλησίας, ιερός Χρυσόστομος.
Όταν αναφέρουμε τον όρο Εκκλησία, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι εννοούμε μόνο την Ορθόδοξο Εκκλησία μας. Και τούτο διότι μόνον η Ορθοδοξία αποτελεί την Εκκλησία.
Η Εκκλησία του Σωτήρος Χριστού, η Ορθόδοξος Εκκλησία, στην οποία κατά χάρι Θεού όλοι ανήκουμε, είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α’ Τιμ. γ’, 15). Αυτή κρατεί την αλήθεια γνησία, ακεραία, όπως την εφανέρωσε ο ενανθρωπήσας Θεός στον κόσμο, όπως την διεφύλαξαν και την εστερέωσαν οι Άγιοι Απόστολοι, οι θεοφόροι Πατέρες, όπως την επίστευσαν, την εκήρυξαν και την έζησαν όλοι οι Άγιοί μας.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία, με αγώνες και ποταμούς αιμάτων που έχυσαν τα πιστά και άγια μέλη της, κρατεί και διαφυλάσσει την θεία αλήθεια ανόθευτη, αναλλοίωτη, αιώνια, χωρίς παραλλαγές και μετατροπές, ώστε η μία, η μόνη, η πάντοτε ανόθευτη αλήθεια του Τριαδικού μας Θεού, να προσφέρη στους πιστούς την αιωνία σωτηρία.
Πόσο ωραία μας διδάσκει ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: «Εγώ εδιάβασα και περί ασεβών, αιρετικών και αθέων, τα βάθη της σοφίας ηρεύνησα∙ όλες αι πίστεις είναι ψεύτικες, τούτο εκατάλαβα αληθινόν, ότι μόνον η πίστις των ορθοδόξων χριστιανών είναι καλή και αγία».
Όποιος φέρει ετέρα διδαχή και αλλοιωμένη την άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστιν (Ιούδα 3) εκπίπτει της κοινωνίας της πίστεως και κατά συνέπεια των αγίων Μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πως μπορεί να κοινωνή των Μυστηρίων του Χριστού αυτός που παραποιεί τη διδασκαλία της Εκκλησίας περί του Χριστού; Κοινωνία στα Μυστήρια χωρίς κοινωνία στην ορθή πίστι, «θα απετέλει όνειδος πνευματικής σχιζοφρένειας».
Άρα, όσοι ανήκουν σε άλλα εκτός Ορθοδοξίας δόγματα, δεν μπορούν να συμμετέχουν στα ορθόδοξα Μυστήρια, ούτε να συμπροσεύχονται με τους ορθοδόξους.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας, όσο επιεικής είναι στους ανθρώπους, που εν μετανοία ζητούν να ενταχθούν στη ζωή της και να επιμεληθούν τη σωτηρία τους, τόσο αυστηρή και ανυποχώρητη είναι στους συμβιβασμούς, στις αλλοιώσεις της αληθείας, στις υποκριτικές φιλοφρονήσεις, στα ψεύδη των εχθρών της αληθείας.
Ποιοί είναι, όμως, οι εχθροί της αληθείας;
Όλοι εκείνοι οι οποίοι γίνονται όργανα του μισόκαλλου εωσφόρου, αλλοιώνουν την θεία αλήθεια και ματαιώνουν την σωτηρία μας.
Ο διάβολος συμβούλευσε τον Αδάμ, αυτός μόνος, χωρίς τη χάρι του Θεού, να θελήση να γίνη Θεός. Πίστευσε ο Αδάμ αυτό το ψεύδος, αρνήθηκε την αλήθεια του Δημιουργού, και με τον εγωισμό του έγινε από θεοκεντρικός, ανθρωποκεντρικός∙ έχασε τον παράδεισο.
Έτσι και σήμερα∙ παρ’ ότι ο Λυτρωτής μας, με τη Σάρκωσί Του, το Πάθος Του και την Ανάστασί Του, μας χάρισε τη σωτηρία μας, μας χάρισε το ιερό Ευαγγέλιο, την αλάθητη Εκκλησία μας, μας υπέδειξε την οδό της σωτηρίας, πολλοί σήμερα θέλουν να μας περιπλέξουν στον εγωκεντρισμό τους, στον ανθρωποκεντρισμό τους, για να μας προσφέρουν χωρίς ορθόδοξη αλήθεια και ζωή χωρίς χάρι Θεού, τη σωτηρία.
Παράδειγμα, η ειδωλολατρία, η οποία μας προσφέρει, με τις επιταγές της νέας εποχής, την νεοειδωλολατρία και τον αποκρυφισμό, η φιλοσοφίαπου χωρίς Χριστό, θέλει να αντικαταστήση τον θείο λόγο με τον ανθρώπινο, αλλά και οι αιρέσεις που με μανία πολεμούν και θέλουν να διαστρέψουν την αλήθεια, να δώσουν πίστι στον άνθρωπο και όχι στον Θεό.
Τον Θεάνθρωπο Κύριο παραγνωρίζει και ο Παπισμός, που τοποθετεί σαν κέντρο και ορατή κεφαλή όλης της Εκκλησίας ένα άνθρωπο αιρεσιάρχη, εγωκεντρικό, τάχα άλαθητο, τον Πάπα.
Τον Θεάνθρωπο Κύριο, τον παραγνωρίζουν και οι Προτεστάντες, οι οποίοι απέρριψαν τον ένα Πάπα της Ρώμης για να γίνη ο κάθε Προτεστάντης Πάπας. Σε αυτούς ανήκουν οι Πεντηκοστιανοί, οι Ευαγγελικοί, οι Αντβενισταί, οι Σαββατισταί και άλλες πολλές ομάδες. Έτσι, ούτε ο παπισμός, ούτε ο προτεσταντισμός, που είναι αιρέσεις, δεν μπορούν ποτέ, εφ’ όσον παραμένουν αμετανόητοι,  να ονομασθούν Εκκλησίες.
Τέκνα του προτεσταντισμού είναι και οι δυστυχείς Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι λεγόμενοι Χιλιασταί. Συγκεντρώνουν στην πλανεμένη και αντίχριστη διδασκαλία τους, όλες τις πλάνες του κόσμου.
Να μην παραλείψουμε να αναφέρουμε και την παναίρεσι του Οικουμενισμού. Η αίρεσι αυτή, όργανο της νέας τάξεως πραγμάτων, θέλει να ζυμώση την γλυκυτάτη Ορθοδοξία μέσα στην ίδια σκάφη, μαζί με αιρέσεις και πλάνες, με αλλόθρησκες δοξασίες. Θέλει να δημιουργήση έναν Θεό, φυσικό δημιούργημα του ανθρώπου, χωρίς την ανόθευτη αλήθεια της Ορθοδοξίας μας και την υπακοή στο Ευαγγέλιο του Χριστού μας.
Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί, γνήσια τέκνα της παναγίας και μεγάλης μητέρας μας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Σήμερα, εορτή της Ορθοδοξίας, ας κοιτάξουμε με προσοχή τη μεγάλη μας μητέρα. «Ως πορφύραν και βύσσον, τα αίματα» φοράει η Εκκλησία μας. Είναι ματωμένη.  Ματωμένη από τα αίματα των Αγίων Αποστόλων, των Αγίων Μαρτύρων, των Ιερομαρτύρων, των Ομολογητών, των Οσίων, των Νεομαρτύρων.
Τρεις αιώνες των μεγάλων διωγμών, αρειανισμός, κακοδοξίες, αιρέσεις, σταυροφορίες και εικονομαχίες∙ τετρακόσια χρόνια τουρκικής κατοχής, διωγμοί στη Μικρά Ασία, διωγμοί στην Ρωσσία, στη Μέση Ανατολή, στην Κύπρο και στη Βόρειο Ήπειρο, ανέδειξαν πολλούς, αναρίθμητους ομολογητές. Αγίους, οι οποίοι έβαψαν τη γη με το αίμα του μαρτυρίου τους, επειδή ομολόγησαν την πίστι την Ορθόδοξο και δεν την επρόδωσαν.
Αιματωμένη, αλλά λάμπει, αστράφτει η Ορθοδοξία μας. Μαζί με όλους τους ομολογητάς και μάρτυρας της Εκκλησίας μας ας πορευθούμε, αγαπητοί, στην πορεία της ζωής μας. Ας τους γνωρίσουμε, ας τους ακολουθήσουμε, ας τους μιμηθούμε. Ας ζούμε και ας ομολογούμε «λόγοις και έργοις» την Ορθοδοξία μας.
Μη παρασυρώμαστε από φωνές κοσμικές, φαντασμαγορικές, εγωκεντρικές, φωνές χωρίς πίστι καθαρή, χωρίς ταπείνωσι, χωρίς Ορθόδοξη πίστι και ζωή. Ας απομακρύνουμε τους αιρετικούς από κοντά μας, όσο και αν εντυπωσιάζουν.
Μη φοβώμαστε. Όσο και αν πολεμούν οι εχθροί την Ορθοδοξία μας, δεν θα κατορθώσουν να την ξερριζώσουν από την καρδιά μας, να την απομακρύνουν από την Ελλάδα και τους Έλληνες, αν εμείς δεν θελήσουμε να την προδώσουμε.
Ζώντας μέσα στην αγκάλη της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας μας, θα λαμπρύνουμε την Ορθοδοξία μας. Έτσι, θα γίνουμε κι εμείς άξιοι της σωτηρίας και του Παραδείσου.
Το  εύχομαι  ολοψύχως.

Μετά  πατρικών  ευχών
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ  ΚΟΣΜΑΣ

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι.Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΓΙΑ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟ: ΤΟ ΜΕΓΑ ΚΗΠΟΤΑΦΕΙΟΝ

ΤΟ ΜΕΓΑ ΚΗΠΟΤΑΦΕΙΟΝ
O Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου,
Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος

Διάβασα στὸ Γεροντικό, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἀρχαῖα βιβλία τοῦ μοναχικοῦ θεσμοῦ, ὅτι ὁ ἀββᾶς Μακάριος περπάτησε μέρες καὶ μέρες μέσα στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ βρῆ τὸ κηποταφεῖο τοῦ Ἰαννῆ καὶ τοῦ Ἰαμβρῆ. Κι ἐγὼ χρόνια τώρα ψάχνω μὲ τὸν νοῦ μου νὰ βρῶ τὸ μεγαλύτερο νεκροταφεῖο τοῦ κόσμου. Εἶναι στὴν πολυάνθρωπη Ρωσσία;
Εἶναι στοὺς ἀρχαίους λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς; Εἶναι στὴν εὐδαίμονα Ἀμερική; Καὶ μετὰ ἀπὸ πολλοὺς συλλογισμούς, καλοὺς καὶ κακούς, κατέληξα σὲ ἕνα πολὺ πικρὸ συμπέρασμα. Εἶναι, μὴ τρομάξετε, οἱ ἐπίσκοποί μας στὴν Ἑλλάδα!
Χαλάει ὁ κόσμος, γκρεμίζονται τὰ πάντα (ἀκόμη καὶ εὐκτήριοι οἶκοι Ἰεχωβάδων καὶ δαιμονολατρῶν γίνονται μὲ τὶς εὐλογίες τῶν κρατούντων!)• οὔτε μιλιὰ οὔτε λαλιά.
Κατήντησαν σὰν τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν• μήτε βλέπουσι μήτε ἀκούουσι μήτε λαλοῦσι! Οἱ τάφοι τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ὁσίων πάντα λαλοῦν, θαυματουργοῦν, πληροφοροῦν, εὐωδιάζουν. Ἔχουμε σήμερα, δυστυχῶς, στὴν Ἐκκλησία ἕνα ζωντανὸ κοιμητήριο, ὅπου οὐκ εἰσὶ λαλιαὶ οὐδὲ λόγοι.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑπερδύναμη στὸν κόσμο. Τὰ πολιτεύματα ὅλα θὰ καταστραφοῦν, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ποτέ.
Λαλῆστε. Μιλῆστε. Φωνάξτε! Κουραστήκαμε νὰ περιμένουμε. Χαθήκαμε μέσα στὴν σιωπή σας. Σαχάρα ἡ Ἐκκλησία; Οὔτε βότανο φυτρώνει οὔτε ὀσμὴ εὐωδιᾶς ὑπάρχει. Ἀναμένουμε ὁμολογία καὶ λόγο ἀφυπνιστικό. Ζητοῦμε τὰ θεϊκὰ σημεῖα τοῦ ὄρους Σινᾶ. Θεοφανία ζητοῦμε. Μόνον ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ μᾶς τὴν δώση.
Ὁ Μωυσῆς, ποὺ καθωδηγοῦσε τὸν λαὸ τὸν ἐκλεκτό, δὲν ἦταν μόνον πολιτικός, ἀλλὰ καὶ θρησκευτικὸς ὁδηγός. Αὐτὴν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία βγάλτε την πρὸς τὰ ἔξω μὲ διάθεση μαρτυρική, γιὰ ἀνάψυξη τῶν κουρασμένων καὶ πεφορτισμένων Χριστιανῶν καὶ ὀρθοδόξων Ἑλλήνων.

Ἐὰν δὲν σμίξη καὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία τὸ αἷμα της μὲ τὸ αἷμα τῶν ὁμολογητῶν καὶ μαρτύρων τῆς Εἰκονομαχίας καὶ τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων, δὲν θὰ φέξη σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο. Ἔλεγε ὁ μακαριστὸς ἐπίσκοπος Ἀττικῆς Ἰάκωβος: «Προσέχετε, αὐτοὶ θὰ σᾶς βγάλουν τὰ ράσα καὶ θὰ σᾶς βάλουν νὰ περπατᾶτε στοὺς δρόμους μὲ παντελόνια».

Στὸν Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ὅταν οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν Ἑλλάδα, ὁ δεσπότης καὶ ὁ παπᾶς κράτησαν τὸν λαὸ αὐτόν. Ἀπὸ τὴν βρακοζώνη τοῦ πολιτικοῦ μόνον οἱ ὀπαδοί του μποροῦν νὰ κρατηθοῦν καὶ ἂν μποροῦν κι αὐτοί.
Τὸ φλάμπουρο ὅμως τοῦ ράσου ζωοποιεῖ τὸν λαό, τὸν ἡρωοποιεῖ, τὸν σώζει μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἐσταυρωμένου καὶ ἀναστημένου Χριστοῦ. Βίρα τὶς ἄγκυρες, Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ βάλε πλώρη. Χαθήκαμε. Κυριολεκτικὰ ἀπωλεσθήκαμε.

ερὲ κλῆρε τοῦ Θεοῦ, ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς, συνειδητοποιῆστε ὅτι ἡ πασχαλιάτικη λαμπάδα, μὲ τὴν ὁποία προσκαλεῖτε τὸν λαὸ στὸ ἀνέσπερο φῶς, τρεμοσβήνει. Ὄχι μόνον τὸ φῶς θὰ σβήσουν, ἀλλὰ καὶ τὴν λαμπάδα θὰ σᾶς πάρουν μέσα ἀπὸ τὰ χέρια σας.

Κρατῆστε την σφικτὰ καὶ ἀναμμένη καὶ βροντοφωνῆστε: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Η ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ ΣΥΜΠΑΡΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΟΝ Π. ΘΕΟΔΩΡΟ ΖΗΣΗ

Με μεγάλη πικρία και λύπη η «ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ» πληροφορήθηκε την από 10.12.2016 «νουθετήρια», επιτιμητική και «πατρική» Επιστολή του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου προς
τόν Ὁμότιμο Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, ὁ οποῖος κατηγορεῖται, ὅτι με τίς ὁμιλίες του προκαλεῖ «πνευματικήν σύγχυσιν καί διάστασιν τῶν συνειδήσεων τῶνπιστῶντοῦ πληρώματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης».

Ὅπως διαπιστώνεται ὅμως, οἱ διατυπούμενες στήν μητροπολιτική ἐπιστολή ἐναντίον τοῦ π. Θεοδώρου κατηγορίες εἶναιἐκκλησιολογικά ἀστήρικτεςκαί θεολογικά ἀβάσιμες καί γι’ αὐτό δέν ἀντέχουν σέ ὁποιαδήποτε κριτική. Αὐτό ἀποδεικνύει κατάφωρα ἡ ἀπό 1.2.2017 ἀπαντητική Ἐπιστολή τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, ὁ ὁποῖος μέ ἔντονο ἀπολογητικό τόνο, ἀλλά καί πληρέστατη ἐπιχειρηματολογία καταδεικνύει τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καί τό ἀθεμελίωτο τῶν ἐναντίον του αἰτιάσεων.
Ὁ π. Θεόδωρος, κορυφαῖος Ὀρθόδοξος Κληρικός, καταξιωμένος Πανεπιστημιακός Διδάσκαλος καί ἐγνωσμένου κύρους Πατρολόγος καί Ἱστορικός, εἶναι μία ἐκκλησιαστική Προσωπικότητα πανορθοδόξου καί παγκοσμίου ἀκτινοβολίας. Διαθέτοντας τά τάλαντα, πού τοῦ ἐχάρισε ὁ Θεός καί τήν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀληθείας μαχητικότητά του ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, προσφέρει ἀνυπολόγιστη συμπαράσταση στήν Ἐκκλησία καί τό πνευματικό καί ποιμαντικό της ἒργο. Εἶναι, συνεπῶς, ἐπαίνου ἄξιος ἢ κατηγοριῶν καί ἐλεγκτικῶν «νουθεσιῶν». Γίνεται ὅμως εὔκολα κατανοητό, διατί ἐλέγχεται καί κατηγορεῖται. Στούς καιρούς τῆς οἰκουμενιστικῆς ὑστερίας καί ἀκαταστασίας ὁ π. Θεόδωρος ἔχει, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ,ἀναδειχθεῖ σέ πατερικό ἀνάστημα καίσθεναρό πρόμαχο καί ὑπερασπιστή τῆς ὀρθοδοξοπατερικῆς παραδόσεως, ἡ ὁποιαδήποτε δέ ἐναντίον του πολεμική ἀποβλέπει στή φίμωσή του καί τήν παρεμπόδιση τῆς ἀντιοικουμενιστικῆς του δράσεως.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ἰδιαιτέρως ἡ Ἱερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης πρέπεινά καυχῶνταικαί νά χαίρουν, διότι ὁ Θεός τίς ἐτίμησε μέ τήν παρουσία, προσφορά καί δράσηἑνός ἀξίου Κληρικοῦ, ὅπως ὁ π. Θεόδωρος. Ἡ δέ ἐπιδίωξή τους θά ἔπρεπε νά εἶναι ἡ ἀξιοποίηση καί πατρική ἐνίσχυσή του, καθιστώντας τόν π.Θεόδωρο σύμβουλο καί συνεργάτη στό ἔργο τους καί στούς διαφόρους τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Ὁ Ἅγιος Θεσσαλονίκης μέ τήν πρός τόν π. Θεόδωρο «ἐπιτιμητική» ἐπιστολή του προεκάλεσε, δυστυχῶς, τήν πικρία καί τά δίκαια παράπονα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Πληρώματος,πού περιβάλλει μέ τήν ἀγάπη του τόν π. Θεόδωρο καίοἰκοδομεῖται πνευματικά μέ τά κηρύγματα καί τήν θεοφιλή ἀντιοικουμενιστική δραστηριότητά του.

Ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν» συμπαρίσταται ἀδελφικῶς στόν π. Θεόδωρο καί ἐπιδοκιμάζει τήν ἀπαντητική ἐπιστολή του,παρακαλώντας τόν Παναγιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης νά ἀναθεωρήσει πατρικῶς τήν στάση του.
Γιά τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν»

Ἀρχιμ.Ἀθανάσιος Ἀναστασίου,
ΠροηγούμενοςἹ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου

Ἀρχιμανδρίτης Σαράντης Σαράντος
Ἐφημέριος Ἱ. Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ἀμαρούσιον Ἀττικῆς

Ἀρχιμ. Γρηγόριος Χατζηνικολάου
Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος Ἄνω Γατζέας Βόλου

Γέρων Εὐστράτιος Ἱερομόναχος
Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας Ἁγ. Ὄρους

Πρωτοπρ.Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Παν/μίου Ἀθηνῶν

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗΣ;

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν  Πειραιεί  τη 16η Ιανουαρίου 2017
ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗΣ;

          Είναι όντως πολύ ανησυχητικό το φαινόμενο του επισκοποκεντρισμού στις μέρες μας, το οποίο, βεβαίως, δεν έχει σχέση με την περί επισκοπικής διακονίας ορθόδοξη παράδοση της Εκκλησίας μας.
Κι’ αυτό διότι εισέβαλλε στην Εκκλησία μας, ως νοοτροπία, η ιεροκρατία του αιρετικού παπισμού, η οποία απορρέει από την απόλυτη «θεϊκή» εξουσία του «Πάπα», ο οποίος «αντιπροσωπεύει» το Χριστό στη γη, ως «VicariousChristi» και κυβερνά την «εκκλησία», με βοηθούς του τους «κληρικούς» του. Εκκλησία για τον παπισμό δεν είναι το Σώμα του Χριστού, αλλά το ορατό κυβερνητικό σχήμα (πάπας – κληρικοί). Ο κυβερνώμενος λαός δεν είναι το ένα σώμα του Χριστού, αλλά κάτι διαφορετικό από τους κληρικούς, γι’ αυτό και του αποστέρησαν να κοινωνεί από το Αίμα του Χριστού, από το οποίο κοινωνούν μόνο οι «κληρικοί». Αυτή η αντιχριστιανική νοοτροπία και πρακτική πέρασε δυστυχώς και στον ορθόδοξο χώρο μας από τη μακροχρόνια δράση των αιρετικών δυτικών (μισιοναρίων) και την συναναστροφή των ορθοδόξων κληρικών και λαϊκών θεολόγων με αυτούς, σπουδάζοντας στα δυτικά πανεπιστήμια. Δεν είναι τυχαίο πως μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων, λέγοντας Εκκλησία, εννοεί την Ιεραρχία!
          Θυμίζουμε εδώ στους αναγνώστες μας τις συνταρακτικές αποκαλύψεις που έκανε ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο μέγιστος των ορθοδόξων θεολόγων του περασμένου αιώνα, ο οποίος απέδειξε επιστημονικά την εκτόπιση της ορθοδόξου πίστεως στη Δύση και την επιβολή της φράγκικης παγανιστικής και αιρετικής παράδοσης σε αυτή, μετά τον 9ο αιώνα. Ως απότοκο της φεουδαρχίας των Φράγκων, οι κληρικοί θεωρήθηκαν εξουσιαστές και αποτέλεσαν ειδική τάξη στο εκκλησιαστικό σώμα, όπως οι πολιτικοί ηγεμόνες, οι οποίοι κυβερνούσαν «ελέω Θεού», χωρίς αμφισβήτηση από τους κυβερνώμενους.  Φθάνει να μελετήσουμε τους αγώνες των ορθοδόξων παπών αυτή την περίοδο, για να αναχαιτίσουν τον παποκαισαρισμό και την ιεροκρατία, η οποία είχε επικρατήσει στην φραγκοκρατούμενη (από τον 6ο αιώνα) βόρεια και κεντρική Ευρώπη.
        Αφορμή για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από πρόσφατο άρθρο του αγωνιστή θεολόγου κ. Β. Χαραλάμπους στο ιστολόγιο«ΑΚΤΙΝΕΣ», με τίτλο: «ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΤΗΡΙΖΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΑΥΤΟΙ». Πρόκειται για φράση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού (Κύπρου) κ. Αθανασίου, την οποία είπε, μεταξύ άλλων, πριν από καιρό σε σύναξη στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας, θέλοντας να υπερασπίσει τις επιλογές των Επισκόπων, οποίοι έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο» της Κρήτης, το περασμένο καλοκαίρι.
       Θεωρούμε ότι οι απόψεις του Σεβασμιωτάτου κ. Αθανασίου, υπήρξαν άστοχες και απέχουν από την ορθόδοξη παράδοσή μας. Βεβαίως ο κ. Β. Χαραλάμπους έδωσε, νομίζουμε, αποστομωτική απάντηση. Εμείς θεωρήσαμε καθήκον μας να δώσουμε και τη δική μας απάντηση. Διότι θεωρούμε κεφαλαιώδους σημασίας γεγονός την αποκάθαρση της Εκκλησίας του Χριστού από κάθε κακόδοξη επίδραση, επειδή αυτές ασκούν καταλυτική δράση στην πνευματική πορεία των πιστών μας και έχουν σοβαρές συνέπειες στη σωτηρία τους. Εν προκειμένω, η νοοτροπία της ιεροκρατίας και της απόλυτης επισκοπικής εξουσίας υποβιβάζει το λαϊκό στοιχείο, από ισότιμο μέλος της Εκκλησίας, σε άβουλο  οπαδό, σε ουραγό, χωρίς λόγο και συμμετοχή στο εκκλησιαστικό σώμα.
       Το αξίωμα του Επισκόπου στην Εκκλησία, δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε εξουσία, αλλά διακονία του λαού του Θεού «Το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού»(Πραξ.20,28). Η λέξη «ποιμαίνειν» δε σημαίνει «εξουσιάζειν», αλλά διακονείν. Ο Επίσκοπος δεν εκπροσωπεί το Χριστό, όπως δοξάζει ο αιρετικός παπισμός, διότι ο Χριστός δεν απουσιάζει και είναι αιωνίως παρών στην Εκκλησία Του (Ματθ.28,20), αλλά αυτός ίσταται «εις τόπον και τύπον»Εκείνου (άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος), είναι η ορατή παρουσία Του και όχι η «αντιπροσωπεία» Του. Η Εκκλησία μας χρησιμοποίησε και συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον όρο «χειροτονία» στην ιερουργία του μυστηρίου της αρχιεροσύνης, το οποίο σημαίνει την ανάταση της χειρός (χείρα τείνω), ενώ η επίθεση των χειρών ονομάζεται χειροθεσία. Με την πρακτική της χειροτονίας (ανάταση χειρός) έχουμε την ανάδειξη του Επισκόπου, με την ψήφο του λαού του Θεού, με σκοπό τη διακονία του από αυτόν. Ο λαός, που τον ανάδειξε, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να τον ελέγχει και αν διαπιστώσει ότι δεν τον ικανοποιεί η διακονία του, να τον απομακρύνει. Αυτή βεβαίως η εξουσία δόθηκε, για ιστορικούς και πρακτικούς λόγους στην Σύνοδο των Επισκόπων, η οποία χειροτονεί (εκλέγει), χειροθετεί και ελέγχει τον κάθε Επίσκοπο, κατ’ εντολήν πάντα του λαού του Θεού (κλήρου και λαού).
         Ο κάθε Επίσκοπος είναι ο φορέας της θείας χάριτος (χάρισμα της ιεροσύνης), αλλά αυτό το χάρισμα έχει ισχύ και λειτουργία όταν αυτός εκφράζει την εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος της Επισκοπής του, της τοπικής του Εκκλησίας, στην οποία είναι η φανέρωση ολοκλήρου της Εκκλησίας. Συμμετέχοντας στα συνοδικά όργανα της Εκκλησίας (Τοπική, Επαρχιακή, Οικουμενική) μεταφέρει σε αυτή την αγιοπνευματική εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος της Επισκοπής του και μόνο τότε ορθοδοξεί όταν εκφράζει επακριβώς αυτή την εμπειρία. Η συνοδική λειτουργία δεν είναι τίποτε άλλο από την συνισταμένη των εμπειριών των τοπικών εκκλησιών, τις οποίες μεταφέρουν οι Επίσκοποι σε αυτή. Σε αυτή έγκειται και το αλάθητο των αποφάσεών της και όχι στην πολυμάθεια κάποιων Επισκόπων, όταν αυτή αυτονομείται. Όταν οι Επίσκοποι δεν εκφράζουν την εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος και στηρίζονται σε δικές τους υποκειμενικότητες και συχνά ιδεοληψίες, τότε η συνοδική λειτουργία παρεκκλίνει και συχνά φτάνει σε ακραίες καταστάσεις (π. χ. ληστρικές Συνόδους, βλέπε ψευδοσύνοδος Φεράρας Φλωρεντίας). Αυτή είναι η ορθόδοξη περί επισκοπικής διακονίας και συνοδικότητας διδασκαλία. 
       Η φράση του Σεβασμιωτάτου κ. Αθανασίου: «Το ζητούμενο είναι να στηρίζεις τους επισκόπους, ασχέτως με το τι θα κάνουν αυτοί», πόρρω απέχει από την ορθόδοξη παράδοση και δυστυχώς απηχεί ξεκάθαρα την παπική ιεροκρατία. Ίσως θα έπρεπε ο Σεβασμιώτατος να είχε μελετήσει την εκκλησιαστική ιστορία, πριν διατυπώσει αυτή την αντορθόδοξη θέση, για να διαπιστώσει πως ουδέποτε υπήρξε εποχή που οι Επίσκοποι «έκαναν ό, τι ήθελαν», χωρίς να τους ελέγχει το εκκλησιαστικό πλήρωμα. Απλοί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, όταν διαπίστωναν ότι ο Επίσκοπός τους, ή ακόμα και Σύνοδοι Επισκόπων, παρέκκλιναν από την πίστη, ασκούσαν δριμύ έλεγχο. Χάρις σε αυτή την πρακτική διασώθηκε η σώζουσα ορθόδοξη πίστη μας. Έστω για παράδειγμα ο έλεγχος και η αποδοκιμασία του συνόλου σχεδόν των Επισκόπων, που έλαβαν μέρος στην ψευδοσύνοδο της Φεράρας – Φλωρεντίας (1438-1439) και είχαν υπογράψει τον εξουνιτισμό της Εκκλησίας, ο πιστός λαός τους αποδοκίμασε και τους ανάγκασε να μετανοήσουν, φωνάζοντας από τα πλοία «η γλώσσα μας που είπε το ναι ας ξεριζωθεί. Το χέρι μας που υπέγραψε ας κοπεί»! Αν σκεπτόταν ο ορθόδοξος λαός όπως ο Σεβασμιώτατος κ. Αθανάσιος και ίσχυαν οι θέσεις του, δηλαδή αν ο λαός έπρεπε άκριτα να δεχτεί αυτό που «έκαμαν αυτοί», σήμερα δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία, αλλά ένα ορθοδοξοφανές μόρφωμα και ο ίδιος θα ήταν (αν ήταν) ένας ουνίτης «επίσκοπος»!
      Ίσως ακόμη δεν έλαβε υπόψη του την σημαντική συνοδική απόφαση τηςΣυνόδου των Πατριαρχών του 1848, σύμφωνα με την οποία «… παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού».
      Ο Σεβασμιώτατος, για να δώσει έμφαση στα λεγόμενά του, είπε και το εξής απαράδεκτο:  «Όσοι κατακρίνουν τις πράξεις των Πατριαρχών και Επισκόπων, όσοι στηλιτεύουν και καταδικάζουν τις πράξεις τους, αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία»! Δηλαδή, όλοι όσοι, στη δισχιλιόχρονη εκκλησιαστική μας ιστορία, στηλίτευσαν κακοδοξίες και αντορθόδοξες πρακτικές Επισκόπων δεν αγαπούσαν την Εκκλησία και αντίθετα την αγαπούσαν όσοι ανέχονταν τις αιρέσεις μιας πλειάδας αιρετικών Επισκόπων; Λησμονεί ίσως πως οι μεγαλύτερες αιρέσεις είχαν διατυπωθεί (και) από Επισκόπους (Νεστόριος, Διόσκουρος, Σεβήρος, κλπ); Ο Μέγας Αθανάσιος, ο πρόμαχος της Ορθοδοξίας, ο οποίος φέρει ο Σεβασμιώτατος και το τίμιο όνομά του, όταν στηλίτευε τους αρειανούς επισκόπους, δεν αγαπούσε την Εκκλησία; Όσοι σήμερα στηλιτεύουν τα απαράδεκτα οικουμενιστικά ανοίγματα, δεν αγαπούν την Εκκλησία; Σοβαρολογείτε Σεβασμιώτατε;
       Αλλά ο Σεβασμιώτατος έφτασε και σε άλλες ακρότητες. Είπε το εξής παράδοξο: «αν κάποιοι επίσκοποι συλλειτουργήσουν με αιρετικούς ή κοινωνήσουν αιρετικούς, δεν βλάπτουν την Εκκλησία αλλά μόνον τον εαυτό τους»!  Ρωτάμε τον Σεβασμιώτατο: Οι Επίσκοποι λειτουργούν, όταν λειτουργούν, για τον εαυτό τους, ή για το λαό του Θεού; Από πότε έχουν αυτονομηθεί οι Επίσκοποι από το πλήρωμα; Αυτό δεν είναι μια κατάφορη διείσδυση της δυτικής αιρετικής ιεροκρατίας στην Εκκλησία μας; Δεν καταπατούν τους Ιερούς Κανόνες, οι οποίοι απαγορεύουν τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς; Δεν δίνουν το κακό παράδειγμα και αμβλύνουν σιγά – σιγά το ορθόδοξο αισθητήριο του ορθοδόξου πληρώματος; Προφανώς ο Σεβασμιώτατος εννοεί ότι με την πράξη τους αυτή θα δώσουν λόγο στο Θεό εν ημέρα κρίσεως, αλλά η προσωπική κρίση είναι άλλο πράγμα από τον επιβεβλημένο έλεγχο του εκκλησιαστικού σώματος.
       Κλείνοντας την ανακοίνωσή μας θέλουμε να εκφράσουμε την πικρία μας για τα λεγόμενα του Σεβασμιωτάτου, τον οποίο κατά τα άλλα αγαπούμε, τιμούμε και υποληπτόμαστε, διότι τον θεωρούμε παραδοσιακό εκκλησιαστικό άνδρα. Δεν γνωρίζουμε αν έχει ανασκευάσει τις θέσεις του αυτές. Αν δεν το έχει κάνει, τον παρακαλούμε, με σεβασμό και άδολη αγάπη να το κάνει, διότι έχουν πάρει μεγάλες διαστάσεις στο διαδίκτυο και προκαλούν σφοδρό σκανδαλισμό των πιστών, αφού,  προφανώς, χωρίς να το θέλει, παρουσίασε παπικές κακοδοξίες ως ορθόδοξες! Οι δημόσιες τοποθετήσεις μας έχουν κόστος, διότι τα δημοσίως λεγόμενα, δημοσίως πρέπει να ελέγχονται. Όλοι μας είναι δυνατόν να κάνουμε λάθη, σημασία έχει να τα διορθώνουμε. Η αναγνώριση των λαθών μας, η ταπείνωση και η διόρθωσή μας είναι ηρωισμός και πράξη θεάρεστη!   

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών