ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΑΚΑΚΟΣ: Ο ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΙΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ


Στον Γιώργο Ρήγα
Ο πραγματικός ερευνητής αναζητά την αλήθεια και, τελικά, εκεί είναι που συναντά τον Θεό. Τέτοιο είναι το παράδειγμα του Παναγιώτη Δημακάκου, ομότιμου καθηγητή της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, ο οποίος σημειώνει στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας»: 
«Θρησκεία και επιστήμη είναι δίδυμες αδελφές. Δεν συγκρούονται, αλλά είναι πυλώνες του κτιρίου που λέγεται αλήθεια».

Φλογερός ευπατρίδης και πρωτοπόρος στον τομέα της αγγειοχειρουργικής, με χιλιάδες επεμβάσεις στο ενεργητικό του, γνώρισε την αναγνώριση σε μεγάλα ιατρικά κέντρα στο εξωτερικό, αλλά επέστρεψε για να δημιουργήσει στον τόπο του. Παρά τις πολλές διακρίσεις του, με σεμνότητα και συγκίνηση εξομολογείται πως έχει την προσευχή ως νοερό όπλο. Με προσωπική του φροντίδα, το δωμάτιο στο οποίο εκοιμήθη ο Άγιος Νεκτάριος στο Αρεταίειο Νοσοκομείο έγινε χώρος προσκυνήματος, ενώ το παρεκκλήσι του αγίου στο νοσοκομείο αγιογραφήθηκε με τα θαύματά του.

Από τη μακρά εμπειρία σας στο χειρουργικό τραπέζι, έχετε ζήσει περιπτώσεις θείας παρέμβασης;

Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά. Μπορώ να σας πω την περίπτωση ενός αρρώστου 52 ετών από τη Σαμοθράκη, με 5 παιδιά, όπου είχε αποφραγμένη την αορτή του. Καθάρισα την αορτή και είδα ότι οι βλάβες αυτές προχωρούσαν και στις νεφρικές αρτηρίες. Αν μείνουν οι νεφροί μία ώρα χωρίς ροή αίματος και οξυγόνο, νεκρώνουν. Αυτό τότε δεν φαινόταν στις εξετάσεις και είχε ήδη περάσει μισή ώρα, ώσπου να καθαρίσω την αορτή και να την κλείσω. Συνειδητοποιώ πλέον ότι θα έχω έναν νεφροπαθή ασθενή, που θα πρέπει 2 και 3 φορές την εβδομάδα να υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση. Με λούζει κυριολεκτικά κρύος ιδρώτας, τα νεότερα παιδιά βέβαια δεν συνειδητοποιούν τίποτα, και εκείνη την ώρα ψελλίζω μέσα από τη μάσκα τρεις φορές, σαν προσευχή: «Γλυκέ μου Χριστέ, άπλωσε τα χέρια Σου και κατηύθυνε τα δικά μου δάχτυλα». Όπως έχω ανοιχτή την αορτή και εκφύονται τα αγγεία, «τυφλά» βγάζω με τις λαβίδες ό,τι σκληρά αθηρώματα και σε λιγότερο από μισή ώρα κάνω την πιο «τρελή» επέμβαση που θα μπορούσα να κάνω. Πέντε παιδιά τον περίμεναν εκεί έξω κι εγώ έκανα κάτι ανορθόδοξο!
Όταν κάναμε την επομένη μια ενδοφλέβια αγγειογραφία, που μας φωτογραφίζει τις αρτηρίες, ομολογώ ότι ο ασθενής φαινόταν, όχι σαν να είναι χειρουργημένος, αλλά όπως τον γέννησε η μάνα του. Σαν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ! Τότε στην επίσκεψή μου επάνω έκανα ομολογία στους νέους συναδέλφους μου: «Δεν χειρούργησα εγώ, παρακάλεσα και χειρούργησε κάποιος άλλος». Δεν το ξεχνώ ποτέ αυτό.

Μπορούμε να μιλήσουμε και για περιστατικά που έχουν επανέλθει;

Θυμάμαι το παράδειγμα ενός ασθενούς που παρουσίασε ανακοπή της καρδιάς και είχε διάρκεια ανάνηψης πλέον της μίας ώρας. Όταν επανήλθε, με σοβαρότητα και ικανοποίηση, σαν να συμμετείχε ενεργά στην όλη διαδικασία. «Γιατρέ, είχατε σοβαρό πρόβλημα μαζί μου. Αργήσατε και κουραστήκατε πολύ», μου είπε και με ευχαρίστησε. Οι άρρωστοι σε «αποχωρητικές» καταστάσεις, όταν καταβάλλουμε προσπάθειες επανόδου τους στη ζωή, φαίνεται ότι συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή. Κάποιοι μαρτυρούν ότι βρέθηκαν σε κάποιον κόσμο φωτεινό και όμορφο. Είναι ικανοποιημένοι. Κάποιοι άλλοι περιγράφουν λεπτομέρειες από τις ιατρικές μας ενέργειες, ακόμη κι από συζητήσεις, κατά τον χρόνο της ανάνηψης.

Εσείς προσωπικά έχετε προσευχηθεί για ασθενείς σας;

Χειρούργησα μια γυναίκα 65 ετών στην καρωτίδα, σε μια, κατά τα άλλα, επέμβαση ρουτίνας. Η ασθενής όταν ξύπνησε από τη νάρκωση ήταν ημιπληγική από τη μία πλευρά, στο χέρι και στο πόδι, δεν επικοινωνούσε κι έλεγε πράγματα ασυνάρτητα. Στην αγγειογραφία και στο κρανίο όλα έδειχναν απολύτως φυσιολογικά. Μιλώ με τους συγγενείς κι ανοίγω για δεύτερη φορά, προκειμένου να ελέγξω. Ακολούθησε συμβούλιο καθηγητών, ειδικών, αλλά κανείς δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Αποφασίσαμε την παραμονή της ασθενούς στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας μέχρι την άλλη ημέρα το πρωί, σε βαθιά νάρκωση. Δεν θα ξεχάσω την ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου 2006, παραμονή του Αγίου Νεκταρίου. Δεν μπορούσα να εκκλησιαστώ, γιατί είχα στις 7 το πρωί προγραμματισμένο χειρουργείο. 

Γινόταν αγρυπνία στον Ι.Ν. του Αγίου Νεκταρίου στο Νέο Ηράκλειο. Στάθηκα για πολλή ώρα, παρακάλεσα τον άγιο και κοινώνησα. Την επομένη νωρίς το πρωί άνοιξα τον μικρό ναό που έχουμε φτιάξει για τον άγιο στο Αρεταίειο, άναψα ένα κεράκι, ζήτησα και πάλι τη βοήθειά του και πήγα και χειρούργησα. Η ασθενής ξύπνησε, είχε θαυμάσια επικοινωνία με το περιβάλλον, κινούσε ελεύθερα όλα τα άκρα, πήρε το πρόγευμά της κανονικά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με φυσιολογική επικοινωνία μαζί μας.

Νιώθετε την παρουσία του αγίου στο Αρεταίειο;

Ο άγιος, αφότου εγκαταστάθηκε μόνιμα το 1908 στην Αίγινα, σπάνια την εγκατέλειπε. Απέκρυπτε, μάλιστα, το πρόβλημα της υγείας του, υποφέροντας σιωπηλά τους σωματικούς πόνους και το βαρύ μαρτύριο. Όταν, όμως, η κατάστασή του επιδεινώθηκε, δέχθηκε την υπόδειξη του γιατρού για εισαγωγή σε νοσοκομείο της Αθήνας. Έκτοτε παραμένει μεγάλη η ευλογία του για το Αρεταίειο και το πανεπιστήμιό μας, αφού φιλοξένησε για νοσηλεία τον μεγάλο άγιο του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του ιατρού Καραπλή, οι γάζες που είχαν χρησιμοποιηθεί με την κοίμησή του ευωδίαζαν και γι’ αυτό δεν τις πέταξαν, αλλά τις τοποθέτησαν μέσα στη γη. Νοσηλεύτηκε στη γ’ θέση (απορίας), όπου στην παρακείμενη κλίνη νοσηλευόταν ύστερα από ατύχημα ένας παραπληγικός ασθενής. Από τότε κιόλας, αμέσως μετά την κοίμησή του, εκδηλώθηκε το πρώτο από μια σειρά θαυμάτων του Αγίου Νεκταρίου στο νοσοκομείο μας. Κατά την αλλαγή του ιερού λειψάνου, η μοναχή Ευφημία τοποθέτησε τη φανέλα του αγίου στο κρεβάτι του παραπληγικού, ο οποίος αιφνίδια σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει ελεύθερα. Έκτοτε, στο δωμάτιο υπάρχει η εικόνα του, ένα καντήλι που καίει συνεχώς και από το 2000 είναι τόπος προσκυνήματος, χωρίς να νοσηλεύονται ασθενείς. Όνειρό μου ήταν ο χώρος αυτός να γίνει εκκλησία και μάλιστα είχα βρει και τα οικονομικά μέσα για να το υλοποιήσω… αλλά η διοίκηση δεν ήθελε να ακούσει τίποτα από αυτά.

Πολλοί επιστήμονες κοιτάζουν με δυσπιστία ό,τι δεν εξηγείται με όρους επιστημονικούς. Τι θα τους λέγατε;

Ο αληθινός επιστήμονας αναζητά την αλήθεια. Επειδή ο Θεός αλήθεια εστί, εξαρτάται από τον Θεό. Γίνεται έτσι λάτρης, μύστης, ακόλουθος, μαθητής του. Ο ίδιος, ομολογώ, δεκαετίες τώρα, δεν χειρουργώ χωρίς να έχει προηγηθεί προσευχή και, κατά κανόνα, καθαρίζω με το αντισηπτικό την περιοχή του δέρματος που θα χειρουργήσω, ξεκινώντας με το σημείο του Σταυρού για ευλογία. 

Αν, μάλιστα, βρεθώ σε δύσκολα χειρουργεία, κάνω νοερά προσευχή. 
Σας εξομολογούμαι ότι πολλές φορές «εφημερεύει» ο ίδιος ο Χριστός 
και ζούμε την παρουσία του...

Με τις μαρτυρίες αυτές μπορώ να πω σε κάθε συνάδελφο: το απόλυτο είναι θεία κτίση. Το σχετικό με την πρόοδο της επιστήμης, την πείρα, την Τέχνη, την τόλμη και την αρετή χειρουργούμε. Δεν ανήκει, όμως, σε εμάς το 100%. Μπορεί να έχω εκτελέσει μία επέμβαση 200.000 φορές και ύστερα από τόση πείρα να παρουσιάσει κάποιος μια εμπλοκή, ένα κακό. Γι’ αυτό ο ίδιος προσωπικά έχω την προσευχή ως νοερό όπλο.

Η ασθένεια είναι κρίκος θρησκείας και επιστήμης. 
Αυτές οι δύο είναι δίδυμες αδελφές. 
Δεν συγκρούονται, αλλά είναι πυλώνες του κτιρίου που λέγεται αλήθεια.

Από τη μακρά εμπειρία σας, έχετε γνωρίσει ασθενείς που ξεπέρασαν το κλινικό πρόβλημα με όπλο την πίστη τους;

Ασθενείς με πίστη έχουν ιδιαίτερο χάρισμα, είναι γαλήνιοι, ήρεμοι, γεμάτοι ελπίδα και προσευχόμενοι συγκεντρώνουν περισσότερη δύναμη. Το θαύμα, άλλωστε, είναι προϊόν πίστεως, δώρο μέγιστο για όσους την κατέχουν, δύναμη ανεξάντλητη. Το θαύμα εμφανίζεται σιωπηλά, αθόρυβα, και, ξαναλέω, επιτυγχάνεται μέσω πίστεως, η οποία ούτε υποχρεωτική ούτε καταναγκαστική είναι, αλλά εδρεύει και πηγάζει από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.

Ποια εφόδια πρέπει να έχει ένας νέος γιατρός;

Το κάλλος της ιατρικής επιστήμης βρίσκεται στην εμπιστοσύνη, την οποία ο ίδιος ο Δημιουργός έχει εκδηλώσει για την ιπποκράτεια επιστήμη, για τον διάκονο του ανθρώπινου πόνου στην Παλαιά Διαθήκη: «Και ιατρώ δος τόπον, και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος». Ο γιατρός είναι το πρώτο και το τελευταίο πρόσωπο που βλέπει κανείς όταν έρχεται και όταν εγκαταλείπει τα γήινα. Στην ενδιάμεση λοιπόν ζωή, η αποστολή του είναι να φροντίζει την καλή ποιότητα υγείας, διότι χαρά μεγαλύτερη δεν υπάρχει από το να είναι κανείς υγιής. Όλοι καταλαβαίνουμε πόσο ευτυχής είναι ο ζητιάνος, όταν είναι υγιής, συγκριτικά με έναν άρρωστο βασιλιά. Γι’ αυτόν τον λόγο ο γιατρός πρέπει να είναι ένας οικουμενικός ευπατρίδης, όταν πλησιάζει τον άρρωστό του, στοργικός πατέρας, όπως ο Κύριος που μας δημιούργησε, με τριπλή προσωπικότητα: καλό επιστήμονα, ανθρωπιστή και με πίστη στον Χριστό. Αν έχει αυτές τις προϋποθέσεις, τότε μπορεί να δει και τις περιπτώσεις που αναφέραμε με τη θεία παρέμβαση σε πολλές στιγμές της ζωής του.

Τι φοβάστε από την κρίση στον τόπο;

Ένα έθνος και μία πατρίδα μπορεί να ελπίζουν, αν η νεολαία υπερέχει των γερόντων, αν οι γεννήσεις υπερέχουν των θανάτων. Τώρα εμείς έχουμε έναν γερασμένο πληθυσμό, με 120.000 θανάτους και μόνο 100.000 γεννήσεις. Με την Ελλάδα να ψυχορραγεί στην εντατική μονάδα, έχουμε ελεύθερες τις εκτρώσεις, με 1.000 δολοφονίες κάθε πρωί! Χίλια ελληνόπουλα κάθε πρωί σκοτώνονται. Αν κοιτάξεις το καρδιογράφημα ενός εμβρύου, θα δεις την καρδιά του να χτυπά από την 4η εβδομάδα. Μιλάμε για δολοφονίες σε άτομα που δεν μπορούν να αμυνθούν. Δείτε τα νούμερα: Πετάμε στους οχετούς 350.000 ζωές τον χρόνο, δηλαδή μια πόλη σαν την Πάτρα. Αντί να στηρίξουμε, λοιπόν, την οικογένεια και τα νέα ζευγάρια, που φοβούνται εξαιτίας της οικονομικής ανασφάλειας, δημιουργούμε αφύσικους στην οικογένεια θεσμούς.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ: ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ

Όταν ήλθα στην Πάρο και έγινα μοναχός και κατόπιν Ιερέας και Πνευματικός, γράφει ο πατέρας Φιλόθεος Ζερβάκος, μετέβαινα με την ευλογία του Γέροντά μου Ιερόθεου και την άδεια του τότε Μητροπολίτη Παροναξίας κυρού Ιεροθέου στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά και εξομολογούσα τους πιστούς και κήρυττα το λόγο του Θεού.
Κατά το έτος 1917-1918 πήγα στην πόλη Παροικία και κάποιος φιλόχριστος με το όνομα Πέτρος Μοστράτος με κάλεσε στο σπίτι του και αφού εξομολογήθηκε αυτός και η σύζυγός του, μου διηγήθηκε την παρακάτω κατανυκτική οπτασία, την οποία έγραψα για να δημοσιεύσω προς ωφέλεια των πιστών αναγνωστών Χριστιανών.
Είχα – μου είπε – δυό παιδιά, ένα γιο και μια θυγατέρα. Φρόντισα σαν πατέρας και τα έμαθα γράμματα και αφού τελείωσαν το Γυμνάσιο αποφάσισα να τα στείλω και τα δυο στην Αθήνα στο Πανεπιστήμιο. Η κόρη, αν και μικρότερη κατά δύο χρόνια, ξεπερνούσε κατά πολύ τον αδελφό της στα γράμματα, στην επιμέλεια, στην αγάπη, ευσέβεια, πίστη, σύνεση, φρόνηση και στις άλλες αρετές. Όταν της πρότεινα να πάει στο Πανεπιστήμιο μαζί με τον αδελφό της, μου είπε: πατέρα μου, πάντοτε σε όλα σου έκανα υπακοή, σε αυτό όμως δε θα σου κάνω.
Μου αρκούν τα γράμματα που έμαθα. Εγώ θέλω κόρη μου – της είπα – να σε στείλω να γίνεις επιστήμων. Κι εγώ πατέρα μου, μού απάντησε, θεωρώ ότι μεγαλύτερη επιστήμη για ένα κορίτσι δεν είναι άλλη από το να φυλάξει την εντολή του Θεού που λέει: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται», να αγαπήσει τους γονείς της, να τους υπηρετήσει και να τους βοηθήσει στα γηρατειά τους, όταν δεν έχουν άλλο παιδί, όπως εσείς, οι οποίοι τόσο κοπιάσατε για μένα, και όταν ήμουν μέσα στην κοιλιά της μητέρας μου, και όταν ήμουν νήπιο και κατόπιν μικρό κορίτσι, και μέχρι τώρα. Είναι αδύνατο να σας αφήσω και μάλιστα τώρα που γεράσατε.
Βλέποντας την επιμονή της, την άφησα και βλέποντας την αγάπη και την αφοσίωσή της, την περιποίηση και την φροντίδα που είχε σε μένα και στη μητέρα της, χαιρόμασταν και νομίζαμε ότι είμαστε ευτυχισμένοι και θα είμαστε για πάντα, και πολλοί μας καλοτύχιζαν, που είχαμε τόσο χαριτωμένη κόρη, και λησμονήσαμε ότι η χαρά και η διαρκής ευτυχία δεν βρίσκεται στην παρούσα πρόσκαιρη ζωή, αλλά στη μέλλουσα ζωή.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και αρρώστησε σοβαρά και οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι θα πεθάνει. Η χαρά μας μεταβλήθηκε σε ανείπωτη λύπη. Στην απελπισία μου κατέφυγα στην ταχυνή βοήθεια, στην ελπίδα και προστασία και καταφυγή των Χριστιανών, την Ευσπλαχνικότατη Μητέρα του Θεού, την Παναγία και Μεγαλόχαρη Ευαγγελίστρια.
Μπήκα στον ιδιόκτητο Ναό της, τον οποίο κληρονόμησα από τους γονείς μου, κοντά στο σπίτι μου και έπεσα γονυπετής μπροστά στην εικόνα και την παρακαλούσα με δάκρυα να σώσει την κόρη μου από το θάνατο, ή να πάρει το αγόρι μου και να μου αφήσει το κορίτσι, που ήταν τόσο καλό. Η Παναγία δε με άκουσε και πέθανε η κορούλα μου. Όταν πέθανε, εγώ και η σύζυγός μου ήμασταν απαρηγόρητοι, τίποτε άλλο δεν κάναμε, μόνο μέρα και νύχτα θρηνούσαμε τη δυστυχία μας.
Για 15 μέρες έμενα κλεισμένος με τη σύζυγό μου στο σπίτι μας , κλαίγοντας διαρκώς και αφού συμπληρώθηκαν 15 μέρες, πήγα στην Εκκλησία κοντά στο σπίτι μου και άναψα την καντήλα της Παναγίας και αφού θυμήθηκα ότι την παρακαλούσα να σώσει την κόρη μου και δεν την έσωσε, έσβησα την καντήλα και είπα με θυμό στην εικόνα της Παναγίας: επειδή δε με άκουσες Παναγία μου, και εγώ σου σβήνω την καντήλα, και πήγα στο σπίτι μου.
Μόλις ξάπλωσα στο κρεββάτι μου, ήρθαν δύο αστραπόμορφοι νέοι, με πήραν, με έβγαλαν από το σπίτι και περπατούσαμε σε μια πεδιάδα. Φοβήθηκα και τους είπα: που με πηγαίνετε; Σε πάμε, μου είπαν, να δεις την κόρη σου. Η κόρη μου, τους είπα, είναι 15 μέρες που πέθανε, δεν υπάρχει. Τότε με αυστηρό ύφος μου είπαν: άπιστε, ακόμα δεν πιστεύεις; Έλα να τη δεις. Και προχωρήσαμε λίγο και φτάσαμε σε ένα θαυμάσιο κήπο, που έμοιαζε με τον Παράδεισο. Στη μέση του Παραδείσου ήταν ένα μεγαλοπρεπέστατο ανάκτορο χτισμένο από χρυσό που λαμποκοπούσε. Μου έδειξαν μια μεγάλη χρυσή πύλη και μου είπαν: μπες από αυτή την πύλη στο ανάκτορο, εκεί θα δεις την κόρη σου.
Μόλις μπήκα από την πύλη, βλέπω μια απέραντη βασιλική αίθουσα. Στην αίθουσα εκείνη βρίσκονταν χιλιάδες παρθένοι, οι οποίες κάθονταν σε χρυσούς θρόνους και δεξιά και αριστερά ήταν λαμπάδες. Τα πρόσωπα των παρθένων άστραφταν πιο πολύ και από τον ήλιο, ενώ το φως των λαμπάδων και εν γένει οι θρόνοι των παρθένων, το κάλλος της αίθουσας και του ανακτόρου ήταν ανερμήνευτο και ακατανόητο.
Παρατηρώντας τις παρθένους, βλέπω την κόρη μου σε χρυσό θρόνο να αστράφτει από την ομορφιά, αλλά οι λαμπάδες της ήταν σβησμένες. Μόλις την είδα, την αναγνώρισα και τρέχω με χαρά να την αγκαλιάσω, να τη φιλήσω, αλλά μόλις πλησίασα, σηκώθηκε από το θρόνο και με αυστηρό βλέμμα με κοίταξε και μου λέει: φύγε από δω. Πώς τόλμησες και ήρθες εδώ να με ενοχλήσεις; Και με έβγαλε έξω από την αίθουσα και ξανακάθησε στο θρόνο της. Εγώ άρχισα να παραπονιέμαι και να της λέω: κόρη μου, γιατί δε με δέχεσαι; Δεν ξέρεις πόσο σε αγαπούσα; Εγώ παρακαλούσα την Παναγία να πεθάνει ο αδελφός σου για να ζήσεις εσύ και να σε έχω μαζί μου και εσύ με διώχνεις; Πάψε, μου λέει, να λες ότι με αγαπάς, διότι αν με αγαπούσες έπρεπε να χαιρόσουνα με την ευτυχία μου, για τη δόξα μου, την τιμή μου, και όχι να λυπάσαι.
Έπρεπε να ευχαριστείς τον Θεό και την Παναγία που με αξίωσαν να έχω τέτοια ευτυχία και δόξα, και όχι να γογγύζεις. Τότε της λέω: κόρη μου, γιατί οι λαμπάδες των άλλων παρθένων είναι αναμμένες, ενώ οι δικές σου σβηστές; Μου απάντησε: εσύ και η μητέρα μου τις σβήσατε με τα δάκρυά σας, κι αν δεν σταματήσετε να κλαίτε, να μη λέτε ότι είμαι κόρη σας. Αυτή τη στιγμή ξύπνησα και σκεφτόμουνα εκείνα τα μεγαλεία που είδα και τη δόξα των παρθένων και της κόρης μου και την ομορφιά που προκαλούσε αμηχανία. Έμεινα εκστατικός πολλή ώρα και αφού συνήλθα, διηγήθηκα στη σύζυγό μου τα όσα είδα και παρηγορήθηκα αρκετά.
Στο μεταξύ ξημέρωσε και τρέχω στην Εκκλησία και πέφτω γονατιστός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και με δάκρυα μετανοίας και χαράς ζητούσα συγχώρεση. Παναγία μου, παρηγορήτριά μου και προστασία και δικιά μου και όλων των Χριστιανών, συγχώρεσέ με για τα άσκοπα και άπρεπα λόγια που σου είπα. Η μεγάλη θλίψη μου, μού προκάλεσε παραφροσύνη. Σε ευχαριστώ χίλιες φορές, σε ευχαριστώ και θα σε ευχαριστώ μέχρι το τέλος της ζωής μου και θα σου ανάβω το καντήλι μέρα και νύχτα.
Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, φόρεσα τα γιορτινά μου ρούχα και βγήκα στην αγορά χαρούμενος, περπατώντας στην κεντρική οδό της πόλης. Μόλις με είδαν οι άνθρωποι, έτρεξαν να με συλληπηθούν. Εγώ τους έλεγα: δε δέχομαι συλληπητήρια. Δέχομαι συγχαρητήρια.
Μερικοί φίλοι και γνωστοί άκουσα να ψιθυρίζουν και να λένε – τι κρίμα – ο μπάρμπα-Πέτρος τα έχασε από την πολλή λύπη. Εγώ τους πλησίασα και τους είπα: όχι, δεν τα έχασα, πριν να δω την κόρη μου τα είχα χάσει, αλλά τώρα που την είδα, είδα ότι ζει και βρίσκεται σε μεγάλη δόξα, τιμή και ευτυχία. Είναι στο χορό των παρθένων, έχω μεγάλη χαρά και θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχισμένο, γιατί έχω κόρη νύμφη του Ουράνιου Νυμφίου.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

ΕΙΔΕ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΣΠΙΤΙ!!!

Σ' ένα χριστιανικό τραπέζι εξαρτάται από τους χριστιανούς η παρουσία ή όχι των αγγέλων! Κάποτε, καθώς περνούσε έξω από ένα σπίτι, είδε από τ’ ανοιχτό παράθυρο το νοικοκύρη να κάθεται στο τραπέζι και να τρώει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Φαίνονταν πολύ φτωχοί. 
Παρατήρησε όμως, ότι δίπλα σε καθένα από τα μέλη της οικογένειας παραστεκόταν κι από ένας ωραίος και λαμπροφορεμένος νέος. 
- Άλλο και τούτο! μονολόγησε παραξενεμένος ο όσιος. Οι καθισμένοι είναι φτωχοί. Τι λέω φτωχοί; Πάμφτωχοι. Και οι όρθιοι, οι διακονητές τους, είναι λαμπροφορεμένοι!

Την απορία του έλυσε ο Κύριος, που του εξήγησε το παράδοξο θέαμα: Οι νέοι εκείνοι ήταν άγγελοι. Αυτοί στέλνονται από το Θεό για να παραστέκουν τους χριστιανούς την ώρα του φαγητού. Αν, τρώγοντας λένε λόγια ωφέλιμα και κατανυκτικά, οι άγγελοι χαίρονται και ευφραίνονται μαζί τους.

Αν όμως ακουστεί στο τραπέζι αισχρολογία ή κατάκριση, παρευθύς, όπως ο καπνός διώχνει τις μέλισσες, έτσι και ο κακός λόγος διώχνει τους αγγέλους του Θεού. Και μόλις φύγουν οι άγιοι άγγελοι, έρχεται ένας ζοφερός δαίμονας και κυλιέται ανάμεσα στους φλύαρους και λοίδορους συνδαιτημόνες, σκορπίζοντας γύρω του καπνιά και δυσωδία.

Από τα λόγια λοιπόν και τις συζητήσεις των χριστιανών στο τραπέζι, εξαρτάται η παρουσία είτε των αγγέλων του φωτός είτε των πνευμάτων του σκότους.

Από τον βίο του Οσίου Νήφωνος Επισκόπου Κωνσταντιανής

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Η ΡΟΥΜΑΝΑ ΧΩΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ

Ένα χειμωνιάτικο πρωϊνὸ ὁ περίφημος ρουμάνος ασκητὴς Κλεόπας ᾿Ιλίε βρισκόταν στὸ ῾Ιερό ἑνὸς μοναστηριακού Ναού καὶ διάβαζε γονατιστὸς τὴν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως.
 
Μετά απὸ λίγη ὥρα μπῆκε στὴν ᾿Εκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθή μιὰ γυναίκα ποὺ εἶχε ἔρθει στὸ Μοναστήρι απὸ τὸ βράδυ.
«Προσκυνούσε όλες τὶς εἰκόνες καὶ ἔκανε παντού μετάνοιες,διηγεῖται ὁ π. Κλεόπας. Δὲν γνώριζε ὅτι κάποιος ἦταν μέσα στὴν ᾿Εκκλησία. Την παρατηρούσα συνεχῶς απὸ τὴν ῾Ωραία Πύλη. ᾿Εκείνη, ἀφού προσκύνησε τὶς εἰκόνες, γονάτισε στὸ μέσον τῆς ᾿Εκκλησίας, ὕψωσε τὰ χέρια της καὶ ἔλεγε ἀπὸ τὴν καρδιά της αυτά τὰ λόγια:
— Κύριε, μὴ μὲ ἐγκαταλείπης! Κύριε, μὴ μὲ ἐγκαταλείπης!
Εἶδα τότε ἕνα λαμπρὸ κίτρινο φῶς γύρω της καὶ τρόμαξα! ῾Η γυναίκα ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ προσευχόταν σιωπηλά.

῾Η φωτεινὴ νεφέλη ποὺ τὴν περιέλουζε, μεγάλωσε περισσότερο καὶ μετὰ σιγὰ-σιγὰ ἐξαφανίστηκε. ᾿Αφοῦ ἔσβησε τὸ θεῖο φῶς,σηκώθηκε στὰ πόδια της καὶ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία.
῏Ηταν μιὰ ἁπλὴ γυναίκα ἀπὸ τὰ γειτονικὰ χωριά μας.
 
᾿Ιδοὺ λοιπόν, ποιὸς ἔχει τὸ δῶρο τῆς προσευχῆς! Να που οἱ λαϊκοὶ ξεπερνοῦν καμμιὰ φορὰ τους Μοναχούς!᾿Εγὼ ἔκανα μετά προσκομιδή καὶ από την μεγάλη μου συγκίνηση άρχισα να κλαίω καὶ ἔτρεμα μὲ τὰ χαρτιὰ μνημονεύσεως στὸ χέρι. Μόνον ο Θεός γνωρίζει πόσοι υπάρχουν ἐκλεκτοὶ σ᾿ αυτόν τον κόσμο!».
 
Μοναχοῦ Σεραφείμ, Χαρίσματα καὶ Χαρισματοῦχοι,τ.Γʹσελ.217-218, ᾿Εκδόσεις ῾Ιερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, ᾿Ωρωπὸς ᾿Αττικῆς 1990.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

ΔΙΗΓΗΣΗ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑ ΑΡΣΕΝΙΟ

Ο Μέγας Αρσένιος (4ος -5ος αἰώνας), ὁ ἀρνητής κάθε σωματικῆς ἀπολαύσεως, εἶχε τήν συνήθεια νά διηγεῖται στούς πατέρες ὠφέλιμες ἱστορίες καί ὀπτασίες του, τίς ὁποῖες ἀπέδιδε σέ ἄλλα πρόσωπα, γιά ν’ ἀποφύγει ὁ ἴδιος τήν κενοδοξία.

''Κάποτε'', διηγήθηκε ὁ ὅσιος, ''ἕνας ἡλικιωμένος μοναχός, ἐνῶ καθόταν στό κελλί του, ἄκουσε ἀγγελική φωνή νά τοῦ λέει: 

''- Βγές ἔξω, νά σοῦ δείξω τήν ἀξία τῶν ἔργων τῶν ἀνθρώπων.

''Βγῆκε ὁ μοναχός καί ἀκολούθησε τόν ἄγγελο σέ κάποιο τόπο, ὅπου ἕνας ἄνθρωπος ἔκοβε ξύλα. Ὅταν τελείωσε, τά ἔδεσε καί προσάθησε νά τά σηκώσει, ἀλλά δέν μπόρεσε. Ἄφησε τότε κάτω τό δεμάτι, πρόσθεσε κι ἄλλα ξύλα καί διαρκῶς συνέχιζε νά προσθέτει. 

''Προχώρησαν πιό κάτω, καί δείχνει ὁ ἄγγελος στό μοναχό ἄλλον ἄνθρωπο, πού ἀντλοῦσε νερό ἀπό ἕνα πηγάδι μέ τρύπιο κουβά. Καί ὅπως ἦταν φυσικό μέχρι ν’ ἀνεβάσει τόν κουβά, τό νερό χυνόταν ὅλο.

''Πιό πέρα βλέπουν ἕνα μεγάλο ναό. Δυό καβαλάρηδες, κρατώντας ὁριζόντια ἕνα τεράστιο ξύλο, προσπαθοῦσαν γιά πολύ ὥρα νά μποῦν μέσα. Δέν τά κατάφεραν ὅμως, γιατί, οὔτε ἔσκυβαν οὔτε τό ξύλο ἄφηναν.

''-Ἄκουσε τώρα πῶς ἐξηγοῦνται αὐτά, εἶπε ὁ ἄγγελος.

Αὐτοί πού βαστούσαν τό ξύλο, συμβολίζουν ὅσους πιστεύουν, πώς εἶναι δίκαιοι. Κι ἔτσι,γιά τήν ὑπερηφάνειά τους, μένουν ἔξω ἀπό τόν παράδεισο. 

Ἐκεῖνος πού ἔβγαζε νερό μέ τό τρύπιο δοχεῖο, καλλιεργεῖ βέβαια τίς ἀρετές, νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη, ἀλλά εἶναι ἀνθρωπάρεσκος. Κι ἐπειδή τοῦ ἀρέσουν ἡ ἐπίδειξη κι ὁ ἕπαινος τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό δέν θά ἔχει καθόλου μισθό. 

Ἐκεῖνος, τέλος, πού δέν μποροῦσε νά σηκώσει τά ξύλα, συμβολίζει καθένα πού ἔχει πολλές ἁμαρτίες, κι ἀντί νά τίς ἀποβάλει μέ τή μετάνοια, προσθέτει κι ἄλλες''.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῶν Ἀγγέλων» (σελ.138-140) Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου,Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2007

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

Ο ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΠΕΙΡΟΣ ΘΕΟΣ

Ό παπα-Γιώργης, ιερεύς σε κάποιο χωριό της πατρίδος μου, έλεγε κάποτε ότι τον κατέτρωγε ή απορία πώς είναι άπειρος ο Θεός και πώς είναι άπειρος στα ιδιώματα Του, όπως: άπειρος στην σοφία Του, στην παντοδυναμία Του, στην πανταχού παρουσία Του, στην παγγνωσία Του, στην αγαθότητα Του, στην αγάπη Του... άπειρος!!! άπειρος!!! αυτή ή στοχαστική και επίμονη απορία τον κατέτρωγε μέρα-νύχτα. 
Σε μια γιορτή του αγίου Δημητρίου, τον κάλεσε ο ιερεύς του διπλανού χωρίου να συλλειτουργήσει μαζί του, για να λαμπρυνθεί "έτι περισσότερο" το πανηγύρι του Ναού. Πράγματι πήγε και προΐστατο της Θείας Λειτουργίας ως φιλοξενούμενος, αλλά και ως έχων τα πρεσβεία της χειροτονίας.

Άρχισε ή Θεία Λειτουργία και ήλθε ή ώρα της αγίας Αναφοράς με τις εκφωνήσεις: «Στώμεν καλώς...» του ιερέως και «Ελεον ειρήνης...» των ιεροψαλτών. και ακολούθησε ή τριαδική αναφορά: «Ή Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού...» και ή απάντησης του λαού δια των ιεροψαλτών: «και μετά του πνεύματος σου...» και ευθύς αμέσως υψώνοντας τα χέρια του ο λειτουργός παπα-Γιώργης προς τον Παντοκράτορα του τρούλου του Ναού εκφώνησε το «Άνω σχώμεν τάς καρδίας...» και τότε, σ' αυτή την στάσι κοκάλωσε!

Μετά το «Έχομεν προς τον Κύριον ..» και βλέποντας ο συλλειτουργός του την "μαρμάρωσι" του, κατάλαβε ότι κάτι θα του συνέβη, όχι όμως κακό. Τον έπιασε απαλά και τον έβαλε μέσα στο Άγιο Βήμα κατεβάζοντας συγχρόνως και τα χέρια του κάτω αφήνοντας τον, όπως μέσα του πληροφορήθηκε, στην έκσταση του και συνέχισε την Θεία Λειτουργία μόνος.
 
Στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων συνήλθε ο παπα-Γιώργης, επανήλθε στη θέση του και συνέχισε κανονικά μέχρι το τέλος την Θεία Λειτουργία.

Στις επίμονες ερωτήσεις του συλλείτουργου του πατρός' Ιωάννη, απαντούσε ότι "δεν θυμάται τίποτα".

Με αφορμή το βιβλίο «Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία», μου εξομολογήθηκε ο παπα-Γιώργης την δική του εμπειρία για πρώ τη φορά, με την παράκληση να σεβασθώ την ανωνυμία του.

«Με το "Άνω σχώμεν τάς καρδίας..." ένοιωσα και είδα με τα μάτια της ψυχής μου να αρπάζονται όλες οι καρδιές των εκκλησιαζόμενων χριστιανών μαζί με την δική μου και ως αστραπή να εισέρχονται σε μια απέραντη ανοιχτή ουράνια αγκαλιά του Θεού.
 

Μα ήταν τόσο ανοιχτή αυτή ή αγκαλιά του Θεού Πατρός, όσο όλοι οι ουρανοί των ουρανών μαζί και πιο πλατειά...και όσο ανήρχοντο κατά εκατομμύρια οι καρδιές των ορθοδόξων χριστιανών τόσο και πιο πολύ πλάταινε και άνοιγε αυτή ή άπειρη σε άνοιγμα αγκαλιά του Θεού...και τότε ένοιωσα; βίωσα; κατάλαβα; δεν ξέρω. 

Ήρθε όμως στη ψυχή μου κάτι, πού είχα ξεχάσει "και τούτο μόνον καταληπτόν ή ακαταληψία αυτού..." και δεν χόρταινα να το απολαμβάνω μέχρις ότου συνήλθα στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.



Αλήθεια! Ποιος ήμουν εγώ ο χωριάτης παπάς, πού ο Θεός καταδέχτηκε να μου λύση την απορία της ψυχής μου;

Από τότε φροντίζω, όσο μπορώ, γιατί είμαι αμαρτωλός, να μη βγω άπ' αυτή την ασύνορη αγκαλιά του Θεού Πατρός και να πεθάνω μέσα σε αυτήν!!!! Ό Θεός ας με συγχώρεση»!!! 

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΣΕΣΜΕ: "ΘΕΟΣ ΕΙΣΑΙ, ΟΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΝΕΙΣ"


Κάποιος ιερεύς, προ του 1940, καθώς μου διηγείτο ένας εγγονός του, πήγε ένα πρωινό, πού ήταν γιορτή, στην Εκκλησία, για να λειτουργήσει.


Τα καντήλια ήταν όλα σβηστά, γιατί από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας. Τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το ακοίμητο καντήλι. Στενοχωρήθηκε ο παππούλης, γιατί ήταν ευλαβής. Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε. Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, δεν βρίσκει τίποτα. Του ‘ρθαν δάκρυα στα μάτια, γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι. Ήταν όμως χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος βοριάς, επικρατούσε μεγάλη κακοκαιρία…

Ξαφνικά λοιπόν, γυρίζει πίσω του, κοιτάζει… το θυμιατό ήταν αναμμένο! ‘ Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα!(Την παλαιά εποχή είχαν κάρβουνα. Τα πρόλαβα κι εγώ βέβαια. Είχαμε ένα μικρό μαγκάλι, άναβε ο καντηλανάφτης από πολύ πρωί τα κάρβουνα, κοκκίνιζαν αυτά και παίρναμε έπειτα με τη μασιά, βάζαμε στο θυμιατό και πάνω σ’ αυτό ρίχναμε το θυμίαμα.) 
Αφού είδε λοιπόν το θυμιατό αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, το άναψε, μ’ αυτό άναψε ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και υστέρα όλα τ’ άλλα καντήλια. Κάθε τόσο γύριζε και κοίταζε το θυμιατό. και έλεγε:

Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει, κάνει θαύματα!… τι θαύμα ήταν πάλι τούτο! Ήρθε κατόπιν ο ψάλτης, άρχισε ο Όρθρος, το θυμιατό παρέμενε ολοκόκκινο! Στην ενάτη ωδή, την «Τιμιωτέραν», το παίρνει για να θυμιάση και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν ευώδεις στήλες καπνού, σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα!

- Μα, εγώ, λέει, δεν έβαλα θυμίαμα! Κύριε, ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, και, γυρνώντας προς την Αγία Τράπεζα, πρόσθεσε:

- Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις! Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του.

- Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Άφησέ το έτσι, γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, ό,τι θέλει κάνει!…

Καλά, παππού, είπε το παιδάκι. Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει από την Πρόθεση μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ήταν ολοκόκκινο, με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα, έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες! 
Μόλις το έπαιρνε, έβγαιναν ευωδέστατοι καπνοί μυρίων αρωμάτων, οι όποιοι απλώνονταν σε ολόκληρο τον Ναό. Όλος ο Ναός ευωδίαζε! Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και, όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, του έλεγαν:

- «Ε, παπά μου, πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα; Στον εγγονό του είπε τα εξής:

- Μην το πεις πουθενά, μόνο όταν πεθάνω. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει!… Αυτά έλεγε ο παπα Γιάννης από τον Τσεσμέ…

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΄΄ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ΄΄ ΤΟΥ ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ 


Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

Κάποιο βράδυ ένας ιερέας, πήγε κάπως αργά στην εκκλησία, γιατί είχε ξεχάσει κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να το πάρει, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ήταν σκοτεινά. Από την Ωραία Πύλη, την οποία είχε ξεχάσει ανοιχτή {δεν είχε τραβήξει την κουρτίνα), βλέπει έναν αστραφτερό Άγγελο με ξίφος πύρινο στο χέρι, να στέκεται δίπλα στην Αγία Τράπεζα! Τρόμαξε τόσο πολύ, που τράπηκε σε φυγή! Φοβήθηκε! Φτάνοντας στον Νάρθηκα (ο Ναός ήταν μεγάλος), ακούστηκε μία φωνή: "Στάσου!" Στάθηκε, λοιπόν, κοκκάλωσε, μαρμάρωσε!
Μη φοβάσαι, του είπε πολύ γλυκά η φωνή. Είμαι ο Άγγελος - φύλακας του Ναού. Όταν μία Τράπεζα σε έναν Ναό καθαγιάζεται και γίνεται Αγία, ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων, τοποθετεί έναν ακοίμητο Άγγελο - φύλακα δίπλα στην Αγία Τράπεζα.

Σε όλη αυτή τη διάρκεια που έλεγε ο Άγγελος αυτά στον ιερέα, αυτός ήταν ακίνητος στον Νάρθηκα και άκουγε έντρομος, με την πλάτη προς το Ιερό.

Και συνέχισε με ακόμη πιο γλυκιά φωνή ο Άγγελος:
Έλα, γύρισε, κλείσε σε παρακαλώ την Ωραία Πύλη, που ξέχασες ανοιχτή.
(Ο Άγγελος είπε στον ιερέα "σε παρακαλώ". Πόσοι από εμάς λέμε στον συνάνθρωπο μας "σε παρακαλώ;" Πόσοι;).
Γύρισε ο ιερέας, (του είχε φύγει ο φόβος, μέσα του βασίλευε γαλήνη) και δεν είδε πλέον τον Άγγελο. Προχώρησε διστακτικά, αλλά τώρα χωρίς φόβο, με σεβασμό. Με δέος έπιασε την κουρτίνα της Ωραίας Πύλης και σιγά - σιγά την έκλεισε.
Μέσα του όμως άρχισε να αναρωτιέται: "Μην ήταν φαντασία μου; Μήπως ονειρευόμουν; Μήπως έχω παραισθήσεις;".
Ως απάντηση, όμως, άκουσε μυριάδες Αγγελικές φωνές να ψάλλουν το "Άξιον εστί". Δεν άντεξε στο άκουσμα της γλυκιάς αυτής αγγελικής ψαλμωδίας και λιποθύμησε! Έπεσε κάτω!
Όταν ύστερα από λίγο συνήλθε, πήγε σπίτι του και δεν μίλησε σε κανέναν. Μετά από 15 χρόνια διηγήθηκε το συμβάν, λίγο πριν πεθάνει.
Έτσι, σε κάθε Ναό, δίπλα στην Αγία Τράπεζα, υπάρχει ένας Άγγελος, που εμείς δεν τον βλέπουμε, αλλά εκείνος μας παρακολουθεί σιωπηλά !!!

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

ΤΙ ΕΙΔΕ Ο ΑΓ. ΝΗΦΩΝ ΣΕ ΟΡΑΜΑ ΝΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ


Ο ΑΓΙΟΣ Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αι.) αξιώθηκε να δει πολλά θεϊκά οράματα με τα φωτισμένα από το Άγιο Πνεύμα μάτια της ψυχής του.

Κάποτε, σε μια θεία λειτουργία, μόλις ο λειτουργός εκφώνησε: «Ευλογημένη η βασιλεία…», ο άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα.

Αργότερα, όταν άρχισε να ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος από το λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν κι έψαλλαν μαζί τους.

Στον Απόστολο, φανερώθηκε ο μακάριος Παύλος να καθοδηγεί τον αναγνώστη.

Στο «Αλληλούια», μετά τον Απόστολο, οι φωνές του λαού ανέβαιναν ενωμένες στον ουρανό σαν ένα πύρινο σφιχτοπλεγμένο σχοινί.

Και στο Ευαγγέλιο, κάθε λέξη έβγαινε σαν φλόγα από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια.

Λίγο πριν από την είσοδο των τιμίων Δώρων, βλέπει ξαφνικά ο όσιος ν’ ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια άρρητη και υπερκόσμια ευωδία. Άγγελοι κατέβαιναν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Αμνό, τον Χριστό και Υιό του Θεού και να!

Παρουσιάστηκε τότε ένα κατακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος!

Το κρατούσαν στα χέρια τους άγγελοι, που το έφεραν και το απέθεσαν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλήθος ολόλαμπροι και λευκοφόροι νέοι, που ατένιζαν με θαυμασμό και δέος τη θεϊκή Του ομορφιά.

Ήρθε η στιγμή της μεγάλης εισόδου.

Ο λειτουργός πλησίασε για να πάρει στα χέρια του το άγιο δισκάριο και το άγιο ποτήριο, τα ύψωσε και τα έβαλε πάνω στο κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους και το Βρέφος.

Όταν βγήκαν τα Άγια, κι ενώ ο λαός έψαλλε κατανυκτικά, είδε ο όσιος αγγέλους να φτερουγίζουν κυκλικά πάνω απ’ το λειτουργό.

Δύο Χερουβείμ και Δύο Σεραφείμ προχωρούσαν μπροστά του και πλήθος άλλων αγγέλων τον συνόδευαν, ψάλλοντας με αγαλλίαση άρρητους ύμνους.

Όταν ο ιερέας έφτασε στην αγία τράπεζα κι ακούμπησε τα τίμια Δώρα, οι άγγελοι τη σκέπασαν με τις φτερούγες τους. τα Δύο Χερουβείμ στάθηκαν στα δεξιά του λειτουργού και τα Δύο Σεραφείμ στ’ αριστερά του, χωρίς όμως εκείνος να τα βλέπει.

Η θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε.

Είπαν το «Πιστεύω» κι έφτασαν στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων.

Ο λειτουργός τα ευλόγησε και είπε το «…μεταβαλών τω Πνεύματι σου τω Aγίω. Αμήν Αμήν Αμήν». Τότε βλέπει πάλι ο δίκαιος έναν άγγελο να παίρνει μαχαίρι και να σφάζει το Βρέφος. το αίμα Του το έχυσε στο άγιο ποτήριο, ενώ το σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο δισκάριο.

Ύστερα αποτραβήχτηκε πάλι στη θέση του και στάθηκε σεμνά κι ευλαβικά.

‘Όταν ο λειτουργός ύψωσε τον άγιο  Άρτο εκφωνώντας «τα άγια τοις αγίοις», ενώ ο λαός έψαλλε «Εις άγιος, εις Κύριος…», κάποιος από το εκκλησίασμα στράφηκε στον άγιο και τον ρώτησε σιγανά: Γιατί, πάτερ, ο ιερέας λέει «τα άγια τοις αγίοις»; -για μας όλους το λέει, παιδί μου. και σημαίνει: στα άγια μέλη του Χριστού να προσέλθει όποιος είναι άγιος!

Και τι είναι αγιοσύνη, πάτερ; ξαναρώτησε ο άλλος, που ήταν απλοϊκός.

Να… Αν είσαι ακόλαστος, μην τολμήσεις να γίνεις μέτοχος σε τόσο μεγάλο μυστήριο. ” Αν έχεις έχθρα με κάποιον, μην πλησιάσεις.” Αν περιγελάς ή ορίζεις ή κατακρίνεις το συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά από τη θεία Κοινωνία. Πρώτα εξέτασε τον εαυτό σου, κι αν είσαι ενάρετος πλησίασε.” Αν όμως δεν είσαι, φύγε.

Στο μεταξύ ο λειτουργός εκφώνησε: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».

Ο άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν.  Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν, μόλις έπαιρναν τα θεία Μυστήρια, ενώ άλλων έλαμπαν σαν τον ήλιο.

Οι άγγελοι στέκονταν εκεί κοντά και παρακολουθούσαν με σεβασμό τη μετάληψη. ‘Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι.

Όταν, αντίθετα, πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή. Τότε τα άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την αγία λαβίδα, έτσι που ο αμαρτωλός φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι έφευγε κατάμαυρος σαν αράπης, με την αποδοκιμασία του Κυρίου διάχυτη στην όψη του.

Όταν τελείωσε η λειτουργία και ο ιερέας έκανε την κατάλυση, παρουσιάστηκε και πάλι το Βρέφος σώο πάνω στα χέρια των αγίων αγγέλων!

Ξαφνικά η στέγη του ναού σαν να σχίστηκε στα δύο. Από κει οι άγγελοι ανέβασαν το Παιδί στους ουρανούς με ύμνους και δοξολογίες, όπως το είχαν κατεβάσει, ενώ μία υπέροχη ευωδία ξεχύθηκε και πάλι ολόγυρα.»

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΕΥΦΗΜΙΑ


Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο  Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια»;


-Ποιός, Γέροντα;

-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.

-Τι συμβαίνει, Γέροντα;

-Θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.

Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα.

Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:

«Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:

-Ποιος είναι;

-Η Ευφημία! (απαντά).

-Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι·

-Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).

-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και συ.

Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού». «-Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.

-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.

-Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.

-«Και του Αγίου Πνεύματος»

Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.

-Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).

-Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!

-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.

-Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

-Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».

Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».

Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».

Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».

Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».

Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.

Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά εικονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».

Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 224-228
Εκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος