ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

ΚΑΛΛΙΟ ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Ο ψαράς είχε απελπιστεί. Δεν είχε πιάσει τίποτα όλη μέρα. Πώς θα γύριζε σπίτι του; Με άδεια χέρια; Ξανάριξε τα δίχτυα του ακόμα μια φορά, γεμάτος ελπίδα.
Και να που αυτή τη φορά ένιωσε ένα πολύ μικρό ταρακούνημα στα δίχτυα του. Ενθουσιασμένος τα τράβηξε γρήγορα, για να δει τι είχε πιάσει. Όμως το μόνο που αντίκρισε παγιδευμένο στα δίχτυα του ήταν μια μικρή μαριδούλα. Ο ψαράς μας αναστέναξε. Σίγουρα δεν ήταν η τυχερή του μέρα. «Ε, τι να κάνουμε, ψάρι είναι κι η μαρίδα», αναλογίστηκε κι έσκυψε να την αρπάξει με τη χούφτα του.

«Σε παρακαλώ, καλέ μου ψαρά, μην με φας!», ακούστηκε εκείνη τη στιγμή η φωνή της μαρίδας. «Αν με φας, σάμπως θα χορτάσεις; Μισή μπουκιά ψαράκι είμαι! Περίμενε λίγο καιρό, να μεγαλώσω, να παχύνω κι ύστερα έρχεσαι και με ξαναπιάνεις!».
Ο ψαράς μας το σκέφτηκε για λίγο και έπειτα απάντησε αποφασιστικά στη μαρίδα: «Θα ήμουν πολύ ανόητος να σε αφήσω να φύγεις τώρα που σε κρατάω στα χέρια μου. Ποιος μου λέει με σιγουριά ότι αν σε αφήσω τώρα, θα σε πιάσω όταν μεγαλώσεις και παχύνεις;».


Πραγματικά, πολλές φορές δεν δίνουμε σημασία και προσπερνάμε τα μικρά πράγματα ή, ακόμα, και τις μικρές ευκαιρίες που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε εδώ και τώρα, γιατί ελπίζουμε ότι αργότερα ίσως μας παρουσιαστεί κάτι μεγαλύτερο, μια μεγαλύτερη ευκαιρία. Σ' αυτές τις περιπτώσεις σοφό είναι να ενεργούμε όπως ο ψαράς και να θυμόμαστε την λαϊκή μας παροιμία: Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι!

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

ΚΑΛΛΙΟ ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΡΑ ΧΟΡΤΑΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ

– Εσύ είσαι βρε ξάδερφε;
– Mα τι βλέπω, ξαδερφάκι, εσύ κοντεύεις να πέσεις από την πείνα!
Πράγματι μέσα στο σκοτάδι συναντήθηκαν τα δυο ξαδέρφια: ένας καλοθρεμμένος σκύλος και ένας λύκος μισοπεθαμένος, μια και είχε ξεχάσει πότε έφαγε τελευταία φορά και τριγύριζε παραζαλισμένος!
– Λυκάκο μου ξάδερφε, πρέπει να έρθεις μαζί μου να τρως τακτικό φαΐ, γιατί, όπως πας, τα κόκαλά σου θα τρυπήσουν το τομάρι σου!
– Σκυλάκο μου, πώς τα καταφέρνεις αλήθεια και είσαι τόσο καλοθρεμμένος και ευχαριστημένος; Ό,τι κι αν κάνω εγώ, μόλις και τα καταφέρνω να μην ψοφήσω της πείνας!
– Μια τακτική δουλειά σού χρειάζεται ξαδερφάκι, να, σαν τη δικιά μου τη σκυλίσια!
Κι όταν του λύκου τα μάτια άστραψαν από ευτυχία, ο σκύλος του εξήγησε πως θα του βρει δουλειά στο σπίτι του αφεντικού του.
– Θα φυλάμε και οι δυο το σπίτι του αφεντικού από τους κλέφτες. Είσαι;

Κι όταν ο λύκος πέταξε από τη χαρά του, μιας και τώρα δε θα χρειαζόταν να γυρίζει τα βουνά και τα λαγκάδια για να βρει τροφή, ο σκύλος τον πήρε μαζί του.
«Σίγουρο φαΐ και κεραμίδι στο κεφάλι μου, έκανα την τύχη μου», σκεφτόταν κι ονειρευόταν ο λύκος στον δρόμο. Τότε ήταν που πρόσεξε ένα σημάδι στο σβέρκο του σκύλου.

– Δεν είναι τίποτα, η αλυσίδα του αφεντικού θα με ξέγδαρε λιγάκι, απάντησε ο σκύλος αδιάφορα στην ερώτηση του ξάδερφου λύκου.
– Στάσου, στάσου, τι αλυσίδα μου λες; Δεν είσαι ελεύθερος να τριγυρίζεις όπου θέλεις;
Ο Σκυλάκος κατέβασε το κεφάλι του και απάντησε μισά και μισοκούτελα πως δεν ήταν πάντα ελεύθερος και πως ο αφέντης του είναι λίγο άγριος και τον δένει την ημέρα.
– Τη νύχτα όμως μ΄ αφήνει ελεύθερο. Κι αυτό με βολεύει, κοιμάμαι όσο θέλω τη μέρα και έτσι φυλάω καλύτερα το σπίτι τη νύχτα. Κι όλοι μ΄ αγαπούν στο σπίτι κι ο αφέντης με ταΐζει μέσα από το πιάτο του κι όλοι μου δίνουν μεζέδες και λιχουδιές!
Μα ο Λυκάκος ήδη είχε αλλάξει δρόμο και τραβούσε για τα βουνά!
– Καληνύχτα ξάδερφε! Εσένα, Σκυλάκο μου, σου πάει να είσαι αλυσοδεμένος και να σου δίνουν μεζεδάκια. Εγώ όμως δεν αλλάζω την ελευθερία μου με την καλοπέρασή σου! Καλύτερα φτωχός κι ελεύθερος παρά χορτάτος και σκλάβος!

Κι ο Σκυλάκος ακόμα κοιτάει τον ξάδερφο λύκο, απορημένος, που πήρε τα βουνά!

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΠΩΣ ΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ Η ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ

– Ακούς εκεί, το ψωροελάφι να μας βγει κι από πάνω! Θα του δείξω όμως εγώ, θα τρέχει και δε θα προλαβαίνει!

Αυτά μονολογούσε το άλογο θυμωμένο και σκασμένο με το ελάφι. Είχε προηγηθεί καβγάς τρικούβερτος βέβαια… Και μιλάμε για τον καιρό που ελάφι και άλογο τριγύριζαν ελεύθερα στα δάση. Δεν άργησε λοιπόν το άλογο να σχεδιάσει το σχέδιο της εκδίκησης, που το πραγματοποίησε στο πι και φι.

– Συμμαχία θες αλογάκι μου; Θα το σκίσουμε το ελαφάκι σίγουρα, αλλά πρέπει και συ να κάνεις υποχωρήσεις…

– Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, η συμμαχία μας θα νικήσει.

Το περήφανο άλογο είχε ζαλιστεί από τη μανία της εκδίκησης. Έτσι όταν ο κυνηγός, που του ζήτησε τη βοήθεια, του πέρασε το χαλινάρι στο στόμα και του έβαλε και τη σέλα στη ράχη, το δέχτηκε πρόθυμα αφού οι δυο τους τώρα, άλογο και κυνηγός, θα τα κατάφερναν μια χαρά  ενάντια στο ελάφι!
Πραγματικά το κυνήγι κράτησε λίγα λεπτά… Σαν  ανέβηκε ο κυνηγός στη ράχη του αλόγου και κυνήγησε το ελάφι, πολύ λίγος χρόνος ήταν αρκετός, για να τρομάξουν το ελάφι και να το κάνουν να το βάλει στα πόδια και μην το είδατε!

– Σ΄ ευχαριστώ πολύ φίλε μου, τα καταφέραμε θαυμάσια! Αλλά τώρα βγάλε μου το χαλινάρι και κατέβα από τη ράχη μου και βγάλε μου τη σέλα. Δε χρειάζομαι πια τη βοήθειά σου.

– Α, αλογάκι μου, μη βιάζεσαι… Μια χαρά κάθομαι στη ράχη σου και μαζί θα κάνουμε χρυσές δουλειές! Και βέβαια με το χαλινάρι στο στόμα σου και τα σπιρούνια μου στα πλευρά σου, σ΄ αφήνω εγώ;

Και βέβαια κατάλαβε το άλογο πως, από κείνη τη μέρα, είχε γίνει πια σκλάβος του ανθρώπου. Και πιο καλά κατάλαβε πως δεν έπρεπε να πουλήσει την ελευθερία του για να εκδικηθεί! Αλογάκι μου, αργά για επανάσταση τώρα!


Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

O ΣΠΑΤΑΛΟΣ ΝΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

– Στην υγειά μας, παιδιά και μη σας νοιάζει, πιείτε και γλεντήστε όσο τραβάει η ψυχή σας! Εγώ είμαι εδώ …
Ο νεαρός μας είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του μεγάλη περιουσία και τη σπαταλούσε κάθε μέρα σε γλέντια και σπατάλες. Ήρθε όμως η μέρα που δεν του έμεινε πια τίποτα, μόνο το πανωφόρι που φορούσε.
– Όλους τους τάιζα, όλους τους έντυνα, όλους τους διασκέδαζα και τώρα πού είναι; Κανείς δε μου απόμεινε…
Ο νεαρός μας περπατούσε σκεφτικός στον δρόμο και μονολογούσε, όταν ξαφνικά…
– Καλέ, ένα χελιδόνι, σαν τρελό πηγαίνει πέρα δώθε… Ένα χελιδόνι!
Πραγματικά, ένα χελιδόνι πετούσε μπροστά του, που είχε ξεγελαστεί κι είχε έρθει πριν της ώρας του, καθώς ήταν ακόμη Φλεβάρης. Πετούσε σαν τρελό πέρα-δώθε.
– Να λοιπόν που πέρασε ο χειμώνας, αφού ήρθαν τα χελιδόνια, είπε ο ανόητος νεαρός μας, και δε θα ξαναχρειαστώ καθώς φαίνεται το πανωφόρι μου.
Πήγε λοιπόν και πούλησε το πανωφόρι του, που μόνο αυτό του είχε απομείνει με τις σπατάλες του και εξοικονόμησε λίγα χρήματα. Μα και πάλι τα σκόρπισε εδώ και κει!
– Οχ, οχ, τι τσουχτερό κρύο έβγαλε! Τουρτουρίζωωωωωωω…
Όπως καταλάβατε, ο καιρός άλλαξε μετά από λίγες μέρες, ο ήλιος κρύφτηκε και φυσικά ο ασυλλόγιστος νεαρός μας έτρεμε από το κρύο και χτυπούσε τα δόντια του. Κι εκεί που περπατούσε, παραπατώντας από το τρέμουλο, βλέπει το χελιδόνι πεσμένο στη γη, νεκρό από το κρύο.
– Ανόητο πουλί, μονολόγησε, κατέστρεψες και μένα και τον εαυτό σου!

Eίναι σίγουρο πως και σεις θα σκεφτείτε ότι δεν ωφελεί να ρίχνουμε τα σφάλματά μας στους «κακούς συμβούλους», όπως ο νεαρός μας.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

– Ξέρεις πόσες πονηριές ξέρω εγώ κυρα-Ψιψίνα;

H Αλέπω, η αλεπού, καυχιόταν μια μέρα στη γάτα, την Ψιψίνα, για την εξυπνάδα της. Κι όχι μόνο, αλλά κορδωνόταν πως έχει το λιγότερο εκατό τρόπους να ξεφεύγει από τους εχθρούς της, τους σκύλους.

– Αυτό είναι πολύ σπουδαίο, θαύμασε η Ψιψίνα, εγώ έχω μόνον έναν τρόπο. Είναι βέβαια πάντα πολύ αποτελεσματικός… Θα ήθελα όμως να μου μάθαινες και κανέναν από τους δικούς σου, τι λες;

– Καλά, καλά καημένη, όταν κάποια μέρα δε θα έχω άλλη δουλειά, θα σου μάθω και σένα κανέναν.

Η αλεπού κούνησε συγκαταβατικά και συγχρόνως παινεψιάρικα το κεφάλι της και τα μουστάκια της τεντώθηκαν δεξιά κι αριστερά. Εκείνη όμως τη στιγμή ακριβώς, ακούστηκαν σκυλιά να έρχονται γαβγίζοντας και η γάτα μας, η Ψιψίνα, σκαρφάλωσε σ΄ ένα δέντρο, γρήγορη σαν αστραπή, και κρύφτηκε στο φύλλωμά του.

– Αυτή είναι η μόνη πονηριά που ξέρω, φώναξε στην Αλέπω η Ψιψίνα, χωμένη στις φυλλωσιές, είναι και η μοναδική που σου έλεγα. Εσύ ποια απ΄ όλες σου τις πονηριές θα μεταχειριστείς;

Mέχρι όμως η Αλέπω να αποφασίσει ποια από τις εκατό πονηριές της θα εφάρμοζε στην πράξη, τα σκυλιά την έφτασαν και… από δω πάνε κι άλλοι… την έκαναν κομμάτια!

«Μπορεί κυρα-Αλέπω να ξέρεις εκατό πονηριές, αλλά μπροστά στον κίνδυνο να παίρνεις γρήγορα την απόφαση», σκέφτηκε ανακουφισμένη η Ψιψίνα που γλίτωσε!

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Ο ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΙ Ο ΚΟΛΑΚΑΣ

-Κρα,κραααααααααααα!

Ο γυαλιστερός, μαύρος κόρακας πέταξε ευχαριστημένος… «Καλά τη βολέψαμε για σήμερα! Πάνω σ΄ αυτό το κλαδί θα φάω το κρέας με την ησυχία μου!».

Μόλις πριν λίγο κατόρθωσε ν΄ αρπάξει ένα ζουμερό κομμάτι κρέας. Η άτυχη κυρία που το κοράκι μας της έκλεψε το κρέας, ακούμπησε για λίγο τη σακούλα με τα ψώνια της στον πάγκο της αυλής, για να ψάξει τα κλειδιά της. Μα ο κόρακας ήταν «ετοιμοπόλεμος» και, προπάντων, πεινασμένος. Σε λίγο όλος ο κόσμος άκουγε τις φωνές της καημένης της γυναίκας, αλλά ο κόρακας, ανακουφισμένος και ικανοποιημένος, είχε βρει καταφύγιο στο κλαδί του γέρικου πεύκου.

– Καλέ, κυρ κόρακα, τι όμορφος και δυνατός που είσαι! Και τι γρήγορο πέταγμα που κάνεις! Τι επιδέξια που άρπαξες το κρέας της κυρούλας!

Η αλεπού η κυρα-Μαριώ λιμπίστηκε το λαχταριστό κρέας, όταν κατάλαβε από τα ουρλιαχτά και τις φωνές της κυρίας τι συνέβη. Στάθηκε λοιπόν κάτω από το πεύκο και άρχισε τα γλυκόλογα και τις κολακείες στον κόρακα.

«Θα σε κάνω εγώ, χαζοπούλι, ν΄ ανοίξεις το στόμα σου και τότε το κρεατάκι θα γίνει δικός μου μεζές», σκεφτόταν και σχεδίαζε, ενώ γυρόφερνε το δέντρο.

– Αχ κόρακά μου, εσένα με τέτοια κάλλη και προσόντα, σου πρέπει να γίνεις βασιλιάς των πουλιών… Βέβαια, βέβαια, και σίγουρα θα γινόσουν αν και η φωνή σου ήταν ξεχωριστή κι ωραία!

Ο κόρακας κορδώθηκε ευχαριστημένος και αυτό που έπρεπε να δείξει είναι πως έχει και εξαίσια φωνή. Άνοιξε λοιπόν διάπλατα το στόμα του… κι έκραξε μ΄ όλη του τη δύναμη:

-Κρααααααααααααααα!

Κι όπως καταλαβαίνετε, πάει το λαχταριστό κομμάτι κρέας. Έπεσε κατευθείαν στο στόμα της πεινασμένης παμπόνηρης αλεπούς, που παραμόνευε.

– Ε, κυρ κόρακα, αν είχες και λίγο μυαλό, τότε τίποτε δε θα σου έλειπε και θα μπορούσες να γίνεις βασιλιάς, φώναξε η αλεπού περιπαικτικά, καθώς ευχαριστιόταν το κρέας του κόρακα.

 Δεν πρέπει κανείς ν΄ ακούει τους κόλακες και τις κολακείες τους, μουρμούρισε η κυρούλα που είχε χάσει το κρέας της και αισθανόταν τώρα δικαιωμένη που το έχασε και ο κλέφτης κόρακας.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

ΟΣΑ ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

– Ε, αλεπού κυρά Μαριώ, δεν τα φτάνεις τα σταφύλια;
O κυρ λαγός στεκόταν μπροστά στην κυρα-Μαριώ, την αλεπού, την ώρα που αυτή πηδούσε να φτάσει τα σταφύλια της κληματαριάς. Η καημένη η κυρα-Μαριώ πεινούσε πολύ, τρεις μέρες είχε να φάει κι όταν είδε τη φορτωμένη κληματαριά τρέξανε τα σάλια της. «Ποπό, λιχουδιά! Και τι μεστωμένα τα ροζ τα σταφυλάκια μου!», σκέφτηκε λιγωμένη από την πείνα. Ψηλή όμως η κληματαριά, πώς να φτάσει τα σταφύλια;
«Μ΄ έναν πήδο θα βρίσκονται στο στόμα μου και θα λιώνουν γλυκά στα δόντια μου», σκέφτηκε κι η κοιλιά της γουργούριζε ακόμα πιο πολύ!
Η αλεπού μας πήδηξε μία, δύο και τρεις φορές αλλά τα σταφύλια δεν τ΄ ακούμπησε! Και είχε και από πάνω και τον ανόητο λαγό να της κάνει κριτική…
– Μα κάνω προπόνηση, για να δω πόσο ψηλά φτάνω, ποιος σκέφτεται τα σταφύλια;
– Mπα, κι εγώ είπα η κυρα-Μαριώ λιμπίστηκε σταφύλι για μεσημεριανό…
Ο λαγός κατέβασε τα μπροστινά του ποδαράκια και με δυο πήδους χάθηκε στους θάμνους..
– Τώρα θα πάω στη συκιά παρακάτω, να δω αν πηδώ ψηλά ως τα σύκα της, έτσι για να προπονούμαι, φώναξε δυνατά η αλεπού μας να την ακούσει ο λαγός, που ήδη είχε γίνει λαγός. Είχε κι άλλες δουλειές, με την κυρα-Μαριώ θα ασχολείται;
H κυρά μας η αλεπού έκανε να φύγει κι αυτή, μα τα γλυκά σταφύλια την προκαλούσαν για ακόμα έναν πήδο. Τώρα θα τα έφτανε σίγουρα! Παίρνει φόρα λοιπόν και τινάζεται ψηλά. Τι κρίμα! Πάλι τα σταφύλια δε μπήκαν στο στόμα της και ας το άνοιξε ίσα με δυο πιθαμές… Της έμειναν τα σάλια και η απογοήτευση!
– Ε, κυρα-Μαριώ, κουκουβάγισε η κουκουβάγια, η Σοφία! Κουράστηκες, αλλά σταφύλια δε δοκίμασες!
– Σιγά καλέ, απάντησε αμέσως η αλεπού, άδικος ο κόπος μου! Αυτά τα είδα από κοντά κι είναι αγουρίδες, δεν αξίζουν!
Η αλεπού μας έφευγε χωρίς να δείχνει πως την πείραξε που δεν έφτασε τα γινωμένα σταφύλια, μουρμουρίζοντας συνέχεια: «άγουρα, αγουρίδες!». Και η κουκουβάγια, η Σοφία, έλεγε στα κουκουβαγάκια της: «Όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια», και γέλαγαν όλοι μαζί.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΤΩΝ ΦΡΟΝΙΜΩΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ...

Είχε περάσει το ζεστό καλοκαιράκι κι ο χειμώνας με τα κρύα του, τις βροχές και τα χιόνια του, είχε φτάσει και στο δάσος μας. Κάτω από τη γη στις υπόγειες φωλιές τους τα μυρμηγκάκια προσπαθούσαν να στεγνώσουν το σιτάρι, που είχαν μαζέψει στην αποθήκη τους και το είχε μουσκέψει η βροχή.
– Ευτυχώς, μπόλικο σιταράκι έχουμε, αδέρφια, μια χαρά θα βγάλουμε τον χειμώνα! Ένα χεράκι να βάλουμε όλοι να το στεγνώσουμε τώρα που βγήκε λίγο ο ήλιος και δε βρέχει…
– Καλά μου μυρμηγκάκια, ακούστηκε η αδύναμη φωνή του τζίτζικα, του γείτονά τους, που εκείνη την ώρα περνούσε από τη φωλιά τους. Με το ζόρι στεκόταν στα πόδια του ο καημένος…
– Τι έχεις, τζίτζικα, ζαλίζεσαι;
– Από την πείνα μέρμηγκά μου, δεν αντέχω άλλο νηστικός. Καλοί μου γείτονες, λίγα σπυράκια από το στάρι σας θα με βοηθήσουν να μην πεθάνω από την πείνα, ζητιάνεψε ο τζίτζικας με φωνή που έτρεμε.
– Μα δε γέμισες στάρι την αποθήκη σου το καλοκαίρι; Το δικό μας φτάνει για όλους μας και δε θα μας αφήσει να πεινάσουμε… Κι αν σου δώσουμε απ’ αυτό, τότε κάποιοι από μας θα πεινάσουν κι όλοι μας δουλέψαμε το καλοκαίρι ακριβώς για να μην πεινάσουμε τον χειμώνα.
Το μυρμηγκάκι μας εξηγήθηκε καλά στον απελπισμένο τζίτζικα, που είπε ξεψυχισμένα:
– Το καλοκαίρι δεν είχα καιρό καθόλου, τραγούδαγα όλη μέρα…
– Ε, τότε αφού τραγουδούσες το καλοκαίρι, θα χορέψεις τον χειμώνα, απάντησε γελώντας το μυρμηγκάκι.
Κι όλοι μαζί οι μυρμηγκοσύντροφοί του φώναξαν με μια φωνή: «Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν».

Κι ο καημένος ο τζίτζικας έβαλε το κεφάλι κάτω και κρύφτηκε στην κουφάλα του δέντρου να προφυλαχτεί…

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

ΕΝΑΣ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

– Γαβ, γουβ, γαβ, γουβ… Γαβ, γαβ, γαβ, φύγε από τον τοίχο μας.
Ο ασπρόμαυρος σκύλος του εξοχικού σπιτιού δε σταματούσε να γαβγίζει και να τρέχει πέρα δώθε τον μαντρότοιχο που τον σκέπαζε ο κισσός.
– Τιρ, τιρ, τι, τιτι… τι τον έπιασε νυχτιάτικα;
Tα μικρά σπουργιτάκια, που είχαν φωλιάσει στην κουφάλα του γέρικου πεύκου της αυλής, έβγαλαν τα κεφαλάκια τους παραξενεμένα κι αναρωτιόντουσαν.
– Τορ, τορ, τι, ένας κλέφτης είναι σκαρφαλωμένος στον μαντρότοιχο!
Το πιο μεγάλο σπουργίτι της παρέας κουνούσε το ράμφος του πάνω κάτω, ενώ τα φτεράκια του είχαν σηκωθεί από την ανατριχίλα… Μα κι ο σκύλος δεν έπαυε, αλλά έδειχνε και τα δόντια του απειλητικά μουγκρίζοντας…
– Σςς, σώπα καλό σκυλάκι… είμαι φίλος του αφεντικού σου… σώπα… εσύ είσαι ο καλύτερος σκύλος της γειτονιάς… Σςς!
Μα ο σκύλος μας δεν έπαυε και οι άσπρες βούλες  του κορμιού του πηγαινοέρχονταν στο σκοτάδι και του ζάλιζαν τα μάτια!
«Θα σηκώσει τη γειτονιά στο πόδι και τότε πάνε τα σχέδια για τα λεφτά του αφεντικού του», σκέφτηκε ο κλέφτης κι αμέσως έχωσε το χέρι του μέσα στη σακούλα που κουβαλούσε μαζί του.
– Φίλος του αφεντικού σου είμαι και τι σου έχω εδώ; Για σένα, το καλύτερο σκυλάκι της γειτονιάς…
Μπροστά στα πόδια του σκύλου πέταξε ο κλέφτης κάμποσα κομμάτια κρέας, για να τον καλοπιάσει.
– Είδες λιχουδιές που έχω για σένα καλό σκυλάκι; Σςς, πάψε να γαβγίζεις και θα σου δώσω όσο κρέας θες!
– Γαβ, γαβ, γαβ, τώρα είναι που δε θα σταματήσω. Φίλος του αφεντικού μου ε; Eίσαι ψεύτης, αρχιψεύταρος, απ΄την αρχή σε κατάλαβα… Γαβ, γαβ, γαβ… Μα τώρα που σε βλέπω και ανοιχτοχέρη, είμαι σίγουρος πως έχεις κακό σκοπό!

– Τι, τι ,τι, γάβγισε σκύλε όσο μπορείς, με την ησυχία σου! Δίκιο έχεις… Τα γενναιόδωρα χέρια πολλές φορές κρύβουν κακή καρδιά… Και μεις μαζί του πουλάκια μου… Τι, τι, τι…

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Η ΖΗΛΙΑ ΝΑ 'ΤΑΝ ΨΩΡΑ

Κάποτε ένας άνθρωπος είχε ένα γαϊδούρι κι ένα μικρό σκυλάκι. Το γαϊδούρι του το είχε δεμένο στον στάβλο και το έτρεφε με σανό και βρώμη και το έβαζε να του κουβαλά όλο το εμπόρευμα. Με το σκυλάκι του όμως έπαιζε όλη μέρα. Τι χάδια του έκανε, τι χορό στα γόνατά του, τι μεζέδες του έφερνε και λιχουδιές, όποτε τύχαινε να βγει έξω να φάει με τους φίλους του! Αλλά και το σκυλάκι του έκανε τέτοιες χαρές χοροπηδώντας και κουνώντας την ουρά του, που τον «σκλάβωνε» ακόμα περισσότερο.

Το γαϊδούρι βέβαια που τα έβλεπε όλα αυτά, τις γλύκες και τα καμώματα με το σκυλάκι, ζήλευε πάρα πολύ!
– Αν του κάνω κι εγώ χαρές και χοροπηδάω και κουνάω την ουρά μου και με τη γλώσσα μου του γλείψω το μάγουλο, θα μ’ αγαπάει και θα με φροντίζει περισσότερο, σκέφτηκε παραπονιάρικα.

Κι έτσι μια μέρα βγήκε από τον στάβλο, έτρεξε στο αφεντικό του κι άρχισε να κλοτσάει και να κουνάει την ουρά του. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έβαλε τα μπροστινά του πόδια πάνω στα γόνατα του αφεντικού του κι άρχισε να του γλείφει το πρόσωπο.
– Άσε με παλιογάιδαρε, φώναζε το αφεντικό του θυμωμένο!

Κι αμέσως φώναξε τον υπηρέτη του και κείνος άρπαξε το ζηλιάρικο γαϊδούρι, του έδωσε το ξύλο της χρονιάς του και το έδεσε στο παχνί του!
 Αυτά παθαίνει όποιος ζητά πράγματα που δεν του ταιριάζουν, σκέφτηκε το σκυλάκι μας και κούνησε την ουρά του ευτυχισμένο!

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ

– Τι γλυκό κελάηδημα είν΄ τούτο;
O χωρικός μας κατάκοπος από τη σκληρή δουλειά στο χωράφι, έγειρε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί, αλλά μάτι δεν έκλεισε! Τ΄ αυτιά του, μαγεμένα από το εξαίσιο  τραγούδι του αηδονιού που κελαηδούσε όλη νύχτα στο δέντρο του κήπου του, τον κρατούσαν ξάγρυπνο.
– Θα το πιάσω και θα κελαηδάει μόνο για μένα, σκέφτηκε ενθουσιασμένος ο χωρικός μας!
Και πράγματι, το επόμενο βράδυ τού έστησε παγίδα…
– Σ΄ έπιασα, γλυκόλαλο μου, και τώρα στο κλουβάκι σου θα μου κελαηδάς κάθε βράδυ!
– Μα δεν κελαηδάω στη σκλαβιά, απάντησε το αηδόνι τρεμάμενο. Θα αρρωστήσω στο κλουβί και θα πεθάνω και δε θα μπορείς πια να χαίρεσαι το τραγούδι μου!
– Ε, τότε θα σε ψήσω και θα σε φάω, είσαι σπουδαίος μεζές!
Το αηδονάκι μας στα λόγια αυτά του χωρικού άρχισε να τον θερμοπαρακαλά να του χαρίσει τη ζωή…
– Αν μ΄ αφήσεις ελεύθερο, θα σου πω τρεις μεγάλες αλήθειες, που αξίζουν πολύ περισσότερο από το φτωχό κορμάκι μου, του υποσχέθηκε ικετεύοντάς τον.
Και στ’ αλήθεια ο χωρικός μας λύγισε από τα παρακαλετά του αηδονιού. Σε λίγο πέταξε ελεύθερο και κάθισε στο κλαδί του μεγάλου δέντρου στον κήπο του.
– Πριν φύγεις θέλω τις τρεις αλήθειες που μου υποσχέθηκες, φώναξε ο χωρικός όλο λαχτάρα!
Και το αηδόνι μας κράτησε την υπόσχεσή του:
– Να μην πιστεύεις ποτέ όσα σου υπόσχεται κάποιος που τον έχεις  σκλαβώσει. Και πρόσεχε να μην αφήνεις να σου φύγει ό, τι έχεις στα χέρια σου. Αλλά πιο πολύ πρόσεξε να μην κλαις ό,τι έχασες για πάντα!
Τ’ αηδονάκι μας αφού τέλειωσε και την τρίτη του αλήθεια, πέταξε μακριά, πολύ μακριά… Κι ο χωρικός μας σίγουρα έγινε πιο σοφός και συνετός μ΄ όσα του είπε το αηδόνι.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

ΣΚΕΨΟΥ ΠΡΙΝ ΜΙΛΗΣΕΙΣ

– Αχ Λιονταρή μου, μη με πλησιάζεις σήμερα, γιατί το στόμα σου μυρίζει άσχημα!
Ο βασιλιάς των ζώων θυμωμένος με την παρατήρηση της γυναίκας του της λιονταρίνας, βρυχήθηκε δυνατά.
– Ακούς εκεί, κυρά μου! Το ένα σού μυρίζει και το άλλο σου βρομάει… Θα φωνάξω εγώ τους συμβούλους μου και θα μου πουν την αλήθεια!
Πράγματι, πρώτο φώναξε το πρόβατο και το ρώτησε:
– Σε παρακαλώ, σου φαίνεται στ΄ αλήθεια πως μυρίζει το στόμα μου; Και άνοιξε διάπλατα το τεράστιο στόμα του.
Το ανόητο το πρόβατο νόμισε πραγματικά πως το λιοντάρι ήθελε να του πει την αλήθεια. Κι όταν του απάντησε πως πραγματικά μυρίζει το στόμα του, το λιοντάρι φυσικά αγρίεψε και έκανε κομμάτια το πρόβατο.
Μετά από λίγο κάλεσε τον λύκο και μπροστά στο σκοτωμένο πρόβατο, του έκανε την ίδια ερώτηση.
– Σώπα καλέ, απάντησε φωνάζοντας ο λύκος, αντίθετα, το στόμα σου μοσχοβολάει!
Όμως, το λιοντάρι μας που ούτε οι κολακείες του άρεσαν, πριν καλά- καλά τελειώσει τη φράση του τον είχε κάνει τον λύκο μας κομμάτια.
Τελευταία το λιοντάρι κάλεσε την αλεπού και τη ρώτησε ακριβώς το ίδιο, αν μυρίζει δηλαδή το στόμα του. Κι η αλεπού παμπόνηρη, μπροστά στα κομμάτια του λύκου και του προβάτου, ξερόβηξε, καθάρισε τη φωνή της και τέλος ψιθύρισε:
– Αχ, είμαι τόσο συναχωμένη βασιλιά μου, που δεν μπορώ να μυρίσω τίποτε!
Βέβαια, μέσα της ήξερε καλά πόσο πολύ πρέπει κάποιος να σκέφτεται, πριν δώσει τη γνώμη του.

http://www.pemptousia.gr

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ;

Κάποτε περπατώντας ένας ξυλοκόπος στο δάσος, για να βρει τα καλύτερα δέντρα, αντάμωσε ένα λιοντάρι, που έκανε ήρεμο τη βόλτα του σα βασιλιάς που ήταν. Ο ξυλοκόπος βέβαια πάγωσε στη θέση του, αλλά όταν διαπίστωσε πως το λιοντάρι ήταν φαγωμένο και είχε καλή διάθεση, το πλησίασε και του πρότεινε να περπατήσουν μαζί στο δάσος.
Σαν δυο καλοί φίλοι περπατούσαν μέσα στα σκιερά δέντρα και συνομιλούσαν λέγοντας τα προβλήματά τους…
– Εσείς οι άνθρωποι είστε αχόρταγοι κυνηγοί… Σε λίγο θα εξαφανίσετε όλα τα ζώα και τότε πώς θα χαίρεστε την όμορφη φύση; Πολύ θα ήθελα να το ξέρω…
– Έχεις δίκιο, βασιλιά μου, αλλά οι άνθρωποι φτιάξανε πολιτισμό, πόλεις, εργοστάσια, πήγαν στο φεγγάρι… Δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις τη δύναμή τους…
Κι εκεί το φιλικό κλίμα άρχισε να συννεφιάζει. Και ο ξυλοκόπος και το λιοντάρι μας προσπαθούσαν να πείσουν ο ένας τον άλλο για το ποιος είναι ο δυνατότερος… Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος όμως δεν μπορούσε να παραδεχτεί την ανωτερότητα του συνομιλητή του.
– Μα να, αν προσέξεις αυτό το άγαλμα, θα καταλάβεις πως ο άνθρωπος είναι ο πιο δυνατός!
Ξαναμμένος ο ξυλοκόπος από την πολλή συζήτηση φώναξε τα λόγια αυτά στο λιοντάρι, που άρχισε να βρυχιέται επικίνδυνα! Είχαν ήδη φτάσει κοντά στην πόλη και στη μικρή πλατεία υπήρχε το άγαλμα του Ηρακλή που πνίγει το λιοντάρι. Κι ο ξυλοκόπος μας ήταν όλο χαρά και ανακούφιση που επιτέλους έδειχνε στο λιοντάρι τη μεγάλη δύναμη του ανθρώπου και την επιβολή του πάνω στα λιοντάρια και σ΄ όλη τη φύση.
– Ναι καλά, απάντησε το λιοντάρι κοροϊδεύοντάς τον. Ας ήξεραν και τα λιοντάρια γλυπτική και τότε θα έβλεπες σε πόσα αγάλματα τα λιοντάρια θα έπνιγαν ανθρώπους!
Και το λιοντάρι μας κούνησε την ουρά του απότομα και ξαναγύρισε στο δάσος, ενώ ο ξυλοκόπος μας στεκόταν εκεί, στην άκρη της πολιτείας και σκεφτόταν πως πολλές φορές, πραγματικά, τα φαινόμενα μας γελούν και μας απατούν!

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΕΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝ' Ο ΦΙΛΟΣ ΣΟΥ, ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ

– Παλιοπούλια, θα σας δείξω εγώ, αύριο θα σας έχω στα χέρια μου!

Ο καημένος ο γεωργός μας ήταν πολύ θυμωμένος με τις ασπρόμαυρες κουρούνες που δεν του άφηναν σπόρο για σπόρο στο χωράφι του. Κάθε μέρα καινούριο σπόρο έριχνε, κάθε μέρα ορμούσαν αυτές κοπαδιαστά και λαίμαργα κι ο σπόρος γινόταν πρώτος μεζές!

– Τώρα απλώνω τα δίχτυα μου και θα πιαστείτε σαν τον ποντικό στη φάκα… Αύριο να σας δω!

Πράγματι, ο γεωργός μας δεν είχε άλλη λύση παρά να τις τσακώσει τις παλιοκουρούνες, όπως έλεγε αγανακτισμένος, μέσα στα δίχτυα-παγίδα, που άπλωσε στο χωράφι του. Έλα όμως που μαζί με τις κουρούνες την άλλη μέρα έπιασε κι έναν πελαργό ανάμεσα στα δίχτυα του!

– Καλέ μου άνθρωπε, σε παρακαλώ, λυπήσου με, μη μου κάνεις κακό, τσίριζε ο πελαργός απελπισμένος, καθώς ο γεωργός μας τον βαστούσε ανάποδα, κρατώντας τον από τα μακριά του πόδια!

– Μαζί με τις παλιοκουρούνες δεν ήσουν και συ;

O γεωργός μας φώναζε αγριεμένος καθώς του έσφιγγε τα λεπτά του ποδάρια.

– Μα εγώ, ικέτευε ο πελαργός, δεν είμαι σαν τις παλιοκουρούνες που σου τρώνε το σιτάρι σου! Εγώ δε σε πειράζω σε τίποτα, ίσα-ίσα είμαι χρήσιμος για τους ανθρώπους… Τρώω τα φίδια, τρώω τα σκουλήκια, συνέχιζε ο πελαργός απελπισμένος.

– Τέρμα οι κουβέντες, δεν ακούω τίποτα, τον έκοψε απότομα ο γεωργός. Έκανες παρέα με τις κουρούνες, έτσι; Άρα σου αξίζει να τιμωρηθείς παραπάνω αφού έκανες παρέα με τους κακούς…

– Αχ κυρ Πελαργέ, πες μου με ποιους πας, να σου πω ποιος είσαι, του φώναξε κοροϊδευτικά μια κουρούνα από το δέντρο, που είχε γλιτώσει τη «σύλληψη».

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

ΕΝΑΣ, ΑΛΛΑ ΛΕΩΝ!

Μια φορά τα ζώα κάναν συμβούλιο και συζητούσαν για το ποιο έχει τα πιο πολλά παιδιά.
– Εγώ κάνω δώδεκα και βάλε, είπε η κουνέλα με καμάρι. Και τι παιδιά! Ζωηρά, παιχνιδιάρικα, γρήγορα…
– Ε, καλά, και μεις κάνουμε παιδιά, μην το παίρνεις πάνω σου, είπε η χήνα και μάζεψε κάτω από τα φτερά της τα χηνάκια της τα κάτασπρα.
Μερικά ζώα ένιωσαν ντροπιασμένα, γιατί γεννούν δύο παιδάκια μοναχά και θέλησαν να κρυφτούν πίσω από τα άλλα ζώα και να μη μιλήσουν καθόλου.
– Εσύ, κυρά λιονταρίνα, που είσαι βασίλισσα, δεν ντρέπεσαι να ομολογήσεις που κάνεις μόνο ένα παιδί;
Όλα τα ζώα πάγωσαν με τα ειρωνικά λόγια της αλεπούς και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, καθώς στα μάτια τους είχε ζωγραφιστεί ο φόβος.
«Μα στη λιονταρίνα βρήκε να τα πει κι αυτή η αλεπού», σκέφτηκαν όλα και περίμεναν την αντίδραση της λιονταρίνας.
– Η αλήθεια είναι πως κάνω ένα παιδί. Μα είναι λιοντάρι, λιοντάρι με τα όλα του!
Η λιονταρίνα μας καμάρωσε και χάιδεψε με τα πόδια της τα μπροστινά το διάδοχο της αγέλης, ενώ  τα ζώα ψιθύρισαν κουνώντας τα κεφάλια τους:
– Η αλήθεια είναι πως η ποιότητα έχει μεγαλύτερη αξία από την ποσότητα! Τι λες κυρα-Αλεπού;

Mα η αλεπού με τ’ αλεπουδάκια της είχαν κιόλας κρυφτεί στις κοντινές, πυκνές φυλλωσιές…

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ Ή ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;

Ο καημένος ο κυρ Μέντιος, ο γάιδαρος, τριγύριζε μέσα στο δάσος συλλογισμένος.
«Όλο ξυλιές τρώω από το αφεντικό μου… Πήγαινε  εδώ, πήγαινε εκεί, φωνές και προστάγματα. Να ήμουν κι εγώ δυνατός, να γκαρίξω μια και καλή και να κρυφτούν όλοι από τον φόβο τους… Να δεις καλοπιάσματα τότε».
Τέτοια κι άλλα πολλά σκεφτόταν, ενώ καταλάβαινε πως είχε ξεμακρύνει πολύ από τον στάβλο και το αγροτόσπιτο που ζούσε και ποιος άκουγε το αφεντικό του!
– Δε με γελούν τα μάτια μου!
Τα μεγάλα γαϊδουρίσια μάτια του έγιναν διπλάσια και κοίταξαν τριγύρω ανήσυχα. Ένα μαλλιαρό, τεράστιο τομάρι λιονταριού ήταν παρατημένο στη ρίζα μιας μεγάλης βελανιδιάς.
– Ποπο χαίτη, αδερφέ μου…
Ο γαϊδαράκος μας πλησίασε με δισταγμό και σκούντηξε με το μπροστινό του πόδι το χρυσαφένιο τομάρι, μήπως και ζωντανέψει και τότε…
– Τρομάρα μου, είναι τομάρι λιονταριού… Θα το φορέσω και θα κάνω το λιοντάρι και τότε ποιος με πιάνει!
Πραγματικά, ο κυρ Μέντιος φόρεσε το τομάρι και πέρασε την κεφάλα του μέσα στη μαλλιαρή του χαίτη, μέχρι που τα δόντια του τα γαϊδουρίσια ξεπρόβαλαν στο άνοιγμα. Άρχισε τότε να κουνάει τα μπροστινά και τα πισινά του πόδια με θυμό και προσπαθούσε να μουγκρίζει μανιασμένα όπως ο βασιλιάς των ζώων.
Και στ΄ αλήθεια, τα πουλάκια στη γέρικη βελανιδιά πέταξαν μακριά τρομαγμένα ενώ οι λαγοί, κρυμμένοι πίσω από τον κορμό της εξαφανίστηκαν αφηνιασμένοι. Ερήμωσε ο τόπος γύρω, καθώς όσα ζώα πλησίαζαν, έφευγαν δίχως σκέψη στη θέα του άγριου, υποτίθεται, βασιλιά.
– Αου, αααου, προσπαθούσε να βρυχηθεί σαν λιοντάρι ο κυρ Μέντιος και κορδωνόταν, γιατί ήταν ο δυνατός, ο βασιλιάς της υπόθεσης…
Κι άρχισε να βρυχιέται, ή μάλλον να γκαριζοβρυχιέται ακόμα πιο κακόφωνα, όταν είδε τη Μαριώ, την αλεπού, να ξεπροβάλει από την κουφάλα της βελανιδιάς ψύχραιμη και χαμογελαστή!
«Ακούς εκεί, τώρα θα της δείξω εγώ!»
Και μπαινόβγαιναν τα γαϊδουρίσια του δόντια από το άνοιγμα του τομαριού και το στόμα του έχασκε τεράστιο και τέντωνε απειλητικά το ψευτολιονταρίσιο κεφάλι κατά το μέρος της αλεπούς.
-Καλέ μην κουράζεσαι, θα σε φοβόμουνα κι εγώ αν δεν ήξερα και δεν σε είχα ακούσει να γκαρίζεις! Τα ράσα κάνουν τον παπά; Aμ, δεν τον κάνουν κυρ Μέντιε, δεν τον κάνουν τα ράσα τον παπά….
Κι ο κυρ Μέντιος, ταπεινωμένος από τα λόγια της αλεπούς, πέταξε το τομάρι και κίνησε για τον στάβλο του.

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ, ΜΑ ΤΙ ΦΙΛΟΙ...

Ένας ζωηρός κι ανήσυχος ποντικός νόμιζε πως μπορεί να γίνει φίλος μ΄ έναν βάτραχο.
– Εγώ είμαι ξεχωριστό ποντίκι, ακόμα κι ο βάτραχος με παραδέχεται και το καμαρώνει που πιάνει φιλία μαζί μου!
Έτσι λοιπόν μια μέρα  ο «καλός σου» ο βάτραχος, που βέβαια είχε κακούς σκοπούς, κατάφερε τον «ξύπνιο» ποντικό μας να  δέσει το πόδι του μαζί με το δικό του.
– Θα είμαστε ενωμένοι οι δυο μας και θα τριγυρίζουμε και θα γευόμαστε τα καλούδια της γης μαζί, έλεγε και ξανάλεγε το βατράχι.
Στην αρχή τριγύριζαν στα χωράφια κι έτρωγαν σιτάρι και σανό. Το ποντικάκι μας έγλειφε τα μουστάκια του ευχαριστημένο και λαχταρούσε κι άλλες περιπέτειες στον «γύρο του κόσμου» με τον βάτραχο. Μετά όμως κατέβηκαν στη λίμνη κι ο βάτραχός μας πήδηξε αμέσως στο νερό.
– Κουάξ, κουάξ, φιλαράκο μου, ακολούθησέ με και μη φοβάσαι, φίνα θα περάσουμε!
Ο ποντικός μας, με δεμένο το πόδι στο πόδι του βάτραχου, κολυμπούσε μαζί του στη  λίμνη πλατσουρίζοντας ενθουσιασμένος. Όταν όμως έφτασαν στα βαθιά, ο βάτραχος  κάνει μια ξαφνική βουτιά και πάει στον πάτο της λίμνης, τραβώντας μαζί του τον «άτυχο φίλο» του.
– Δυστυχία μου, βοήθεια, πνίγομαι!
Ο ποντικός μας χτυπιόταν απελπισμένα και τάραζε τα νερά. Και κείνη ακριβώς τη στιγμή τον πρόσεξε ένα γεράκι από ψηλά και τον έκανε στόχο του. Σαν αστραπή τότε, χίμηξε πάνω στον ποντικό μας που πνιγόταν και τον σήκωσε με τα νύχια του. Αλλά μαζί του φυσικά σήκωσε και τον βάτραχο, έτσι όπως ήταν δεμένος στο πόδι του ποντικού και χόρτασε βασιλικά και με τους δυο που «ταξίδεψαν» στην κοιλιά του.
– Τι περιμένεις; Πάντα έρχεται ώρα  που ο κακός θα τιμωρηθεί για την κακία του, μονολογούσε ένας αετός πετώντας πιο ψηλά με τα τεράστια φτερά του!


Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

ΕΝΑΣ ΠΕΙΣΜΑΤΑΡΗΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ

– Αχ γαϊδαράκο μου, φάε το σανό σου με την ησυχία σου! Κουράστηκες σήμερα πολύ, κουβαλώντας τόσο φόρτωμα. Αύριο όμως  θα πάμε βόλτα στην πόλη. Πουρνό, πουρνό ξεκινάμε, αφήνουμε το χωριό μας και κατηφορίζουμε για τη μεγάλη πολιτεία. Μη με κοιτάς με τα γαϊδουρίσια τεράστια μάτια σου! Φόρτωμα δεν έχει αύριο, βόλτα είπαμε!
Ο χωρικός μας  χάιδευε  του γάιδαρου τη χαίτη και το λαιμό μ΄ ευγνωμοσύνη. Κακά τα ψέματα, χωρίς τον γαϊδαράκο του, που του φόρτωνε καθημερινά εμπόρευμα και όχι μόνο, ζούσε αυτός και η οικογένειά του και δεν τους έλειπε τίποτα!
Έτσι την άλλη μέρα αφεντικό και γάιδαρος, ξεφόρτωτος βέβαια, κατηφόριζαν τον μεγάλο κεντρικό δρόμο που περνούσε πάνω από τη μεγάλη ρεματιά και κατευθύνονταν στην πόλη. Ο γαϊδαράκος μας  δυο φορές ήταν χαρούμενος και κουνούσε την ουρά του  ικανοποιημένος. Και η ικανοποίησή του μεγάλωσε όταν  το αφεντικό του τον άφησε να περπατάει ελεύθερα, δίχως να τον οδηγεί και να τον τραβά ο ίδιος.
– Επιτέλους, περπατώ όπως κι όπου θέλω και δείχνω την κορμοστασιά μου ελεύθερα, δίχως φορτώματα και αγκομαχητά, σκεφτόταν ο γάιδαρός μας και φούσκωνε από περηφάνια.
Κάποια στιγμή όμως, στα καλά καθούμενα, άφησε τον ίσιο δρόμο  και τραβούσε κατά το ρέμα, που απότομο έχασκε στα δεξιά του δρόμου. Τ΄ αφεντικό του έτρεχε ξοπίσω του αλαφιασμένο και του φώναζε να γυρίσει πίσω. Μα τι έπαθε το ζωντανό του; Αυτό  δα έλειπε να του πάθει κακό ο πιο πολύτιμος συνεργάτης του!
Έλα όμως που ο γάιδαρος συνέχιζε να τρέχει στον χαμό! Κι απελπισμένος ο χωρικός μας τον τραβούσε απ΄ την ουρά. Μα το ζωντανό αμετανόητο, όλο κι επέμενε στο λοξοδρόμι του κι η ρεματιά έχασκε από κάτω τους επικίνδυνη. Κι όσο τραβούσε ο καημένος  ο γαϊδουρολάτης με περισσότερη δύναμη απ΄ την ουρά,  τόσο ο γάιδαρος το δικό του…
Άμα είδε και απόειδε κι ένιωσε ο χωρικός μας πως θα γκρεμιζότανε μαζί  με το ζώο του, άφησε την ουρά του και μονολόγησε σκασμένος:
– Ας γίνει όπως θέλεις! Εσύ θα το μετανιώσεις!
Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και κάθισε σε μια πέτρα να ξαποστάσει από το τρέξιμο και την ταραχή.
 Οι πεισματάρηδες είναι άξιοι της τύχης τους, ξανάπε και πέταξε το ψαθάκι του στο χώμα, καθώς έβλεπε τον γαϊδαράκο του να γκρεμίζεται στο ρέμα.


Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

ΕΝΑΣ ΒΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΠΟΥ

Μια αλεπού έτρεχε λαχανιασμένη μέσα στο δάσος, γιατί πίσω της ακολουθούσαν σκυλιά που την κυνηγούσαν…
– Καλέ, τι έπαθε η κυρα – αλεπού και τρέχει αλαφιασμένη; Πιάστηκε η ψυχή μου μόνο που τη βλέπω!
– Καλά, δε βλέπεις σπίνε μου, δεν ακούς κιόλας τι χαμός γίνεται απ΄ τα γαβγίσματα των σκύλων; Έκλεψε την κότα του κυρ Γιώργη η δικιά σου και τα σκυλιά του την πήραν στο κατόπι… Και με ξύπνησαν εκεί που χουζούρευα στην κουφάλα του δέντρου. Με τι κουράγιο θα βγω να κυνηγήσω το βράδυ κι έχω και τα κουκουβαγάκια μου, που τα περιμένουν όλα από μένα!
Η κουκουβάγια μας η ανοιχτομάτα παρακολουθούσε με αγωνία το τρεχαλητό της αλεπούς και πέταξε νωχελικά πάνω στο ψηλότερο κυπαρίσσι του δάσους…
– Από δω, κυρ Σπίνε μου, τα βλέπω όλα… Τρύπωσε η  παμπόνηρη μέσα σε βάτο φουντωτό, γεμάτο αγκάθια…
– Μα θα ξεσχίσει τη γούνα της και θα ματώσει, είπε ο σπίνος αλαφιασμένος, που παρακολουθούσε κι αυτός με μεγάλη περιέργεια.
Πράγματι η αλεπού μας χωνόταν όλο και πιο βαθιά στον βάτο, ξέροντας πως τα σκυλιά δε θα πατούσαν ποτέ εκεί μέσα κι αν χώνονταν θα μάτωναν τη μύτη τους. Καθώς όμως φρόντιζε πώς θα κρυφτεί καλύτερα, ένα αγκάθι χώθηκε στο δικό της πόδι και την πλήγωσε πολύ.
– Άντε από κει, παλιάγκαθο, εγώ σου ζητώ βοήθεια και συ μ΄ αγκυλώνεις!
Η αλεπού φώναζε θυμωμένα, ουρλιάζοντας από τον πόνο. Και τα ουρλιαχτά και οι φωνές της έφταναν μέχρι ψηλά, στο κυπαρίσσι, όπου ήταν το παρατηρητήριο της κουκουβάγιας.
– Για στάσου κυρα-αλεπού μου! Ποιος σου είπε να ζητήσεις βοήθεια από τον βάτο; Δεν ήξερες πως έχει αγκάθια κι αγκυλώνει όλο τον κόσμο;  Εσύ δεν ευχόσουνα να ματώσουν τη μύτη τους τα σκυλιά στα αγκάθια του; Tώρα όμως που τρυπήθηκες εσύ, γκρινιάζεις! Τι εγωισμός, θεούλη μου!
Η κυρα-κουκουβάγια η ανοιχτομάτα της τα είπε της αλεπούς και ξέσπασε, αν και μέσα της δεν ήταν σίγουρη ότι θα μιλούσε έτσι, αν η αλεπού δεν ήταν μπλεγμένη στο βάτο με τ΄ αγκάθια.

 Μα στον εγωιστή όλοι φέρονται εγωιστικά, το ξέρουμε δα, είπε ο σπίνος και πέταξε μακριά…