ΑΝ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΟΙ ΑΓΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΣΟΙ ΑΓΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ

Η Λιούμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα
με την Ιονέλα Αντρέα
Η Ιονέλα Αντρέα και ο Βασίλε Αρκάνου επισκέφτηκαν την πόλη Σάτινο-Ρούσκογιε κοντά στο Πόντολσκ, τη γενέτειρα του νεομάρτυρος Ευγένιου Ροντιόνωφ όπου βρίσκεται και ο τάφος του και συνομίλησαν με τη μητέρα του νεομάρτυρος. Επειδή στη συνέντευξη αναφέρονται κάποια στοιχεία ήδη γνωστά, μετέφρασα κάποια άγνωστα σ' εμάς γεγονότα όπως τα περιγράφει η ιδια η μητέρα του. 

Στον Ζένια -όπως τον έλεγαν οι φίλοι του- άρεσε να γράφει στίχους και στη γιορτή της μητέρας  πάντα αφιέρωνε στη μαμά του ένα ποίημα. Μίλησα για λίγες ώρες με την Λιούμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα η οποία μας είπε την ιστορία της ζωής και του θανάτου του Ζένια. Από όταν μαρτύρησε ο γιος της η Λιούμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα είναι γνωστή σ' όλη την Ρωσία και όχι μόνο. Τρέχει από τη μια μεριά της Ρωσίας στην άλλη για να βοηθήσει όπου υπάρχει ανάγκη, για να δώσει θάρρος στις οικογένειες όσων έπεσαν στο καθήκον και να παρηγορήσει όσους στρατιώτες έμειναν με κάποια αναπηρία από τον πόλεμο της Τσετσενίας.
Δεκατέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του μονάκριβου γιού της, οι Ρώσοι στρατιώτες τον έχουν υιοθετήσει ως πνευματικό τους προστάτη και φέρουν εικόνες του, ενώ η μητέρα του έχει ονομασθεί ''μητέρα των Ρώσων στρατιωτών''...
...''Μάθαινε την τέχνη του επιπλοποιού και είχε βγάλει δίπλωμα οδήγησης. Μόνος του το πήρε το δίπλωμα εγώ δεν τον βοήθησα καθόλου... Πως ήταν ο Ζένια; Σαν τους άλλους νέους. Δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία, άκουγε μουσική με τους φίλους του, έκανε αθλητισμό. Ωστόσο είχε έναν μεγάλο σεβασμό για εκείνον το σταυρό που του χάρισε η γιαγιά του και δεν τον έβγαζε με τίποτα!

...Η μητέρα του τον έψαχνε εννέα μήνες. Ήταν, πιστεύει,  όπως τότε που τον έφερε στην κοιλιά εννέα μήνες, σαν μια δεύτερη γέννηση. Για τον θάνατό του έμαθε τον Σεπτέμβριο.(τέσσερις μήνες μετά).
''Περπάτησα σε δρόμους γεμάτους νάρκες αλλά ποτέ δεν πάτησα καμία. Ο Θεός με βοήθησε επειδή καθήκον μου ήταν να βρω τον γιο μου, να φέρω το σώμα του σπίτι, να θαφτεί σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, να γυρίσει στη γη απ' όπου τον πήραν''

..Τον Ευγένιο τον σκότωσε ο Ρουσλάν Χάικχόρογιεφ, ένας άνθρωπος με μαύρη ψυχή. Η Λιουμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα στάθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον δολοφόνο του γιού της ο οποίος χωρίς ντροπή της είπε ότι αν έβγαζε τον σταυρό δεν θα τον σκότωνε. Τελικά αυτός σκοτώθηκε στις 23 Αυγούστου 1999 μετά από μια σύρραξη αντιπάλων τσετσενικών συμμοριών.

Ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε πέντε μέρες μετά την κηδεία του. Η κ. Λιούμποβα διηγείται ότι όλα έγιναν τόσο γρήγορα που έμεινε χωρίς μιλιά. ''Ο σύζυγος μου αγόρασε δέκα σοκολάτες Snicker's, οι οποίες άρεσαν πολύ στον Ζένια και πήγε στον τάφο του. Τον βρήκαν πεθαμένο εκεί κοντά στο σταυρό του γιού μας'' μας διηγείται με δάκρυα στα μάτια. ''Κάθε φορά που είμαι άρρωστη εμφανίζεται στον ύπνο μου, μου μιλάει, με ενθαρρύνει και γίνομαι καλά...''


Ρώσοι στρατιώτες προσκυνούν
τα λείψανα του Αγ. Νεομάρτυρος Ευγενίου
Τα ρωσικά Μ.Μ.Ε. μιλούν συνεχώς για τα θαύματα του νεομάρτυρα Ευγενίου. Πρόσφατα μια εικόνα του έτρεξε μύρο (δείτε εδώ). Στον τάφο του έχουν τοποθετήσει έναν σταυρό δυο μέτρα ύψος και ένα καντήλι καίει μόνιμα.
Χιλιάδες πιστοί έρχονται να προσκυνήσουν στον τάφο του, κυρίως Ρώσοι στρατιώτες, αλλά και νεαρά κορίτσια για να παρακαλέσουν να βρουν ένα καλό παιδί, σαν αυτόν.
Πρόσφατα ήρθε ένας βετεράνος πολέμου και άφησε, ως ένδειξη σεβασμού, στον τάφο του Ευγένιου τα παράσημά του.

Ο τάφος του Αγίου Νεομάρτυρος Ευγενίου

Μετάφραση-www.proskynitis.blogspot.com
πηγή-www.ziarullumina.ro

ΑΓΙΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ


Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ


Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ

Ο Νεομάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 μ.Χ. κοντά στη Μόσχα και συγκεκριμένα στο χωριό Κουρίλοβο, στην περιοχή της πόλεως Παντόλσκ. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ (=αγάπη) Βασίλιεβνα.

Το 1989 μ.Χ. η γιαγιά του, πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δε φορούσε Σταυρό και κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο μικρός Ευγένιος δεν τον έβγαλε ποτέ από πάνω του· μάλιστα, έφτιαξε ένα χονδρό κορδόνι και τον πέρασε εκεί. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελάσουν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε, αλλά και δεν την υπάκουσε.

Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994 μ.Χ., εργάστηκε ως επιπλοποιός, επάγγελμα που του απέφερε πολλά έσοδα.

Στις 25 Ιουνίου του 1995 μ.Χ. παρουσιάστηκε στο Στρατό και μετά τη βασική του εκπαίδευση, στις 13 Ιανουαρίου του 1996 μ.Χ., τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ηγκουερίνας. Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996 μ.Χ., αιχμαλωτίστηκε. Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες - μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο - να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από ένα συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν το δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς· φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία, για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δε σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λίτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».

Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν - αν ήταν δυνατό - να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει το Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.

Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δε θα τον αδικούσαμε».

Στις 23 Μαΐου του 1996 μ.Χ. (10 Μαΐου 1996 με το παλαιό ημερολόγιο), δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον Αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.

Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια.

Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε - μέχρι και ρούχα - για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λίτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κλπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα.

Τελικά στις 20 Νοεμβρίου του 1996 μ.Χ. μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του.

Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο Άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:

Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και τη οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του μάρτυρα».

Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κλπ.

Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας Άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στο Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα και αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε.

Το στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι. Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλακίσεως τους.

Το 1997 μ.Χ. με ευλογία του Πατριάρχη Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Νέος μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο από το Ντνεποπετρόφκ έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του αγίου μυροβλύζει.

Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα.

Η Εκκλησία δεν έχει ακόμα κατατάξει στο αγιολόγιο τον νεομάρτυρα Ευγένιο αλλά αναμένεται πως κάτι τέτοιο δε θα αργήσει πολύ.

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ (1977-1996)


Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ: Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΠΑΣΑΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ

Ο στάρετς Βαρσανούφιος
Ο στάρετς Βαρσανούφιος
Ο στάρετς Βαρσανούφιος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αγίους γέροντες που έζησαν στην Όπτινα. Γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου 1845 στο Όρενμπουργκ. Καταγόταν από Κοζάκους γονείς και το κοσμικό του όνομα ήταν Παύλος Ιβάνοβιτς Πλεχάνωφ.
Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Πολότσκ και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη στρατιωτική Ακαδημία του Όρενμπουργκ. Μετά έγινε αξιωματικός του τσαρικού στρατού κι έφτασε ίσαμε το βαθμό του συνταγματάρχη.

Κάποτε αρρώστησε από μιαν απλή πνευμονία, πού όμως παρά λίγο να τον οδηγήσει στο θάνατο. Την ώρα πού κατ’ εντολή του ένας στρατιώτης του διάβαζε το ευαγγέλιο έχασε τις αισθήσεις του. Και τότε είδε ξαφνικά ν’ ανοίγει ο ουρανός. Από το δυνατό φως και το φόβο του ταράχτηκε πολύ. Σε μια στιγμή συνειδητοποίησε το παρελθόν του, την αμαρτωλή ζωή του κι ένιωσε έντονη τη διάθεση για μετάνοια. Και μέσα σ’ αυτήν την έκσταση άκουσε μια φωνή να του λέει: «Να πας στην Όπτινα».

Η προαγωγή σε στρατηγό του τσαρικού στρατού
Μ’ όλο πού οι γιατροί του ήταν απαισιόδοξοι για την έκβαση της υγείας του, ό συνταγματάρχης Παύλος Πλεχάνωφ έγινε καλά και πήρε το δρόμο για την Όπτινα. Εκεί συνάντησε το στάρετς Αμβρόσιο, ό όποιος του έδωσε εντολή να γυρίσει πρώτα για να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του και μετά να πάει στο μοναστήρι. Του έδωσε όμως προ­θεσμία τρεις μήνες. Αν καθυστερούσε περισσότερο, ή ψυχική του βλάβη θα ήταν μεγάλη. Ο Παύλος γύρισε στην Πετρούπολη, αλλά τα εμπόδια πού συνάντησε ήταν μεγάλα. Πρώτα του πρόσφεραν προαγωγή σε στρατηγό. Μετά του βρήκαν μια θαυμάσια σύζυγο, έπειτα ο περίγυρος άρχισε να του φέρνει εμπόδια και να προσπαθεί να τον μεταπείσει. Με δυσκολία κατόρθωσε ό Παύλος να ρυθμίσει τις εκκρεμότητες του και να φτάσει στην Όπτινα την τελευταία μέρα της τρίμηνης προθεσμίας του, για να βρει όμως το στάρετς Αμβρόσιο μέσα στο ναό, στο φέρετρο του.
Ο ηγούμενος π. Ανατόλιος τον παρέδωσε στην υποταγή του στάρετς Νεκταρίου. Κοντά του ό δόκιμος Παύλος πέρα­σε όλα τα στάδια της μοναχικής υπακοής, έγινε μοναχός με το όνομα Βαρσανούφιος και χειροτονήθηκε ιερομόναχος.
Στη διάρκεια του ρωσοϊαπωνικού πολέμου ό π. Βαρσανούφιος κλήθηκε να υπηρετήσει ως εφημέριος στο νοσοκομείο του Αγίου Σεραφείμ. Με το τέλος του πολέμου γύρισε στην Όπτινα και διαδέχτηκε ως προϊστάμενος της σκήτης το στάρετς Ιωσήφ.
Ο π. Βαρσανούφιος ήταν άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση, αρκετή ευφυΐα και ακέραιο χαρακτήρα. Ως προϊστάμενος της σκήτης βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις, πνευμα­τικές και σωματικές, στην οικοδομική ανανέωση και την εύρυθμη λειτουργία της. Συνδύαζε αρμονικότατα την αυστηρότητα με την επιείκεια και τη στοργική αγάπη προς τους αδελφούς της σκήτης. Δε δίσταζε να επιτιμά όταν το έκρινε απαραίτητο, ήταν όμως πολύ σπλαχνικός προς εκεί­νους πού μετανοούσαν. Όπως κι οι άλλοι γέροντες της Όπτινα ήταν κι αυτός μεγάλος ασκητής κι είχε το χάρισμα της προορατικότητας, πού το χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα στην εξομολόγηση.

Το πρόβλημα της υγείας του
Πολλοί άνθρωποι πού επισκέπτονταν τον π. Βαρσανούφιο έγιναν χάρη στις προσευχές και τις συμβουλές του αληθινά παιδιά της Εκκλησίας. Ανάμεσα στα πνευματικά του παιδιά συγκαταλέγεται κι ό συγγραφέας Σέργιος Νείλος, πού έμεινε κοντά του στη σκήτη περίπου πέντε χρόνια κι ήταν υπεύθυνος για τα αρχεία του μοναστηριού.
Πολλά από τα πνευματικά του παιδιά τον ευλαβούνταν ιδιαίτερα, δεν έλειψαν όμως και κείνοι πού δεν τους άρεσε αυτή του ή πνευματική δραστηριότητα. Ό στάρετς αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και πειρασμούς, ιδιαίτερα μετά την κοίμηση του προηγούμενου προϊσταμένου της σκήτης, του στάρετς Ιωσήφ.
Από το 1909 ό στάρετς Βαρσανούφιος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Κι ακόμα συχνότερα άρχισε να μιλάει για το θάνατο του πού πλησίαζε. Γύρω στον Απρίλιο του ίδιου χρόνου ό π. Αλέξιος ο πορτάρης του ‘φερε ένα δέμα πού του είχε στείλει μια μοναχή. Τι είχε μέσα; “Ένα μεγάλο σχήμα των μοναχών. Ό στάρετς ποθούσε από καιρό να γίνει μεγαλόσχημος. Αυτό όμως το λογάριασε σημαδιακό.
- Αυτό είναι ένδειξη ότι το τέλος μου είναι κοντά, είπε.
‘Άφησε την τελευταία του πνοή στο Γκολουτβίνσκυ, την 1η Απριλίου του 1913. Ως το τέλος του είχε διαύγεια πνευματική. Προσευχόταν συνέχεια στο Χριστό και την Παναγία κι επικαλούνταν πολλούς αγίους, τους όποιους ευλαβούνταν ιδιαίτερα, καθώς και τους γέροντες της Όπτινα πού είχαν ήδη κοιμηθεί.
Τα τελευταία του λόγια ήταν για τον παράδεισο. Το σώμα του, καλυμμένο με το μεγάλο και αγγελικό σχήμα, τοποθετήθηκε στην εκκλησία του Γκολουτβίνσκυ, οπού έμεινε ως τις 6 Απριλίου, Σάββατο του Λαζάρου. Την ημέρα εκείνη ό επίσκοπος Τρύφων λειτούργησε κι εκφώνησε μια εμπνευσμένη και ζεστή ομιλία, λέγοντας ανάμεσα στ’ αλλά απευθυνόμενος, στο νεκρό:
«Ήξερες μόνο ν’ αγαπάς, μονό να ‘σαι καλός, παρ’ όλη τη θάλασσα του μίσους και των συκοφαντιών πού έπεσε επά­νω σου. Όλα τα δεχόσουν με υπομονή, όπως ό Ιώβ. Είμαι ό ίδιος μάρτυρας και το επιβεβαιώνω πώς λόγος κατάκρισης δεν ακούστηκε από σένα για κανέναν. . . Σαν ποιμενάρχης γνωρίζω Τι σημαίνουν τέτοιοι γέροντες για μας. 0ι συμβου­λές του ήταν πολύτιμες, γιατί τη μόρφωση του τη συμπλή­ρωνε με την εμπειρία και το ύψος της μοναχικής ζωής . . .»Το σώμα του, με εντολή της Ιεράς Συνόδου, μεταφέρθη­κε μετά με ειδικό τρένο μέχρι το Κόζελσκ, κι από κει τον κουβάλησαν κληρικοί στην Όπτινα στα χέρια τους. Στις 9 Απριλίου, Μεγάλη Τρίτη, έγινε ή κηδεία κι ή ταφή του στη σκήτη, παρουσία 21 ιερομόναχων, 4 διακόνων και πλήθους κόσμου.

Μονάχος Νικόλαος της Όπτινα
κατά κόσμον Γιουσούφ Αμπντούλ Ογλού
Ο Τούρκος διοικητής που έγινε μάρτυρας
Ένας άλλος κρυμμένος θησαυρός στο κοιμητήριο της Σκήτης είναι και ο μοναχός Νικόλαος, πιο γνωστός στους πατέρες με το υποκοριστικό όνομα «ο Τούρκος», λόγω της προφοράς του και της μελαχρινής του όψης. Την πραγματική του καταγωγή γνώριζαν μόνο οι πατέρες Αμβρόσιος, Ανατόλιος και η ελαχιστότητά μου, πού είχα το ευτύχημα να είμαι και ο πνευματικός του πατέρας.
Ο Γιουσούφ Ογλού ήταν κάποτε πασάς, στρατηγός και διοικητής των Τουρκικών Δυνάμεων. Ποιος θα το περίμενε ποτέ ότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα τελείωνε την ζωή του όχι άπλα στην Ρωσία, αλλά, σε μοναστήρι σαν μοναχός, και μάλιστα σαν νεομάρτυρας; Πιστεύω ούτε και ο ίδιος.
Κατά την διάρκεια του Ρωσο – Τούρκικου πολέμου (1853-1856) ήταν διοικητής του Τούρκικου στρατού. Οι Τούρκοι υπέβαλλαν τους αιχμαλώτους σε φρικτά βασανιστήρια. Ο πασάς, πού σαν θεατής παρακολουθούσε από κοντά τα διαδραματιζόμενα, κυριολεκτικά θαύμαζε την αντοχή και την σταθερότητα των νεαρών αυτών Ρώσων στρατιωτών. Ρώτησε να μάθει, γιατί νέα παιδιά προτιμούσαν όχι απλώς να πεθάνουν με ένα τόσο φρικτό θάνατο, αλλά τον δέχονταν με χαρά, παρά να αρνηθούν την χριστιανική τους πίστη, για να χαρούν την ομορφιά της ζωής. Και επειδή φαίνεται, πώς ήταν άνθρωπος με καλή διάθεση, ζήτησε να γνωρίσει καλύτερα την χριστιανική πίστη.

Μια ήμερα φώναξε έναν Ορθόδοξο ιερέα και τον εβάπτισε στα κρυφά. Στην συνέχεια έφυγε για την Περσία. Οι Τούρκοι μόλις έμαθαν ότι πρόδωσε το Ισλάμ έψαχναν να τον σκοτώσουν. Τελικά τον συνέλαβαν ζωντανό και με αιχμηρά αντικείμενα – λεπίδες και ξυραφάκια – εχάραξαν σταυρούς σε όλο το μήκος της πλάτης και του στήθους του. Στο τέλος για να τον αποτελειώσουν του τσάκισαν ένα προς ένα όλα τα κόκκαλα. Μέσα σε αυτούς τους φρικτούς πόνους ο Γιουσούφ σωριάστηκε λιπόθυμος. Νομίζοντας τον για νεκρό τον πέταξαν τροφή στα σκυλιά. Ο Κύριος όμως τον προστάτευε. Ανάκτησε τις αισθήσεις του. Από το μέρος εκείνο έτυχε να διαβαίνουν Ρώσοι έμποροι και τον περιμάζεψαν. Εκείνος τους είπε πώς του επιτέθηκαν ληστές. Από συμπόνια τον έφεραν μαζί τους στον Καύκασο και τον παρέδωσαν σε μια ευσεβή γυναίκα να τον φροντίσει. Έγινε καλά. Άλλα ήταν πλέον αγνώριστος. Σε όλη του την ζωή παρέμεινε διπλωμένος στα δύο. Ντυμένος φτωχικά και με ένα μπαστούνι στο χέρι κατάφερε και πέρασε στην Οδησσό. Από εκεί ταξίδευσε σε όλα τα προσκυνήματα της Ρωσίας μέχρι πού τα βήματα του τον οδήγησαν στην Όπτινα.
Κατά την παραμονή του εδώ αρρώστησε και οι πατέρες τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της Μονής. Επειδή ρωσικά λίγα ήξερε, ζήτησε να του φέρουν κάποιον πού να μιλάει τα γαλλικά, γιατί ήθελε να εξομολογηθεί. Την εποχή αυτή, αν και ζούσα έγκλειστος, κάνοντας υπακοή δέχθηκα να τον εξομολογήσω.
Αφού μου εξιστόρησε όλη του την ζωή, στο τέλος με ύφος αυστηρό, ζήτησε, όσο ακόμη βρισκόταν στην ζωή, να μην εκμυστηρευθώ σε κανένα το παραμικρό γεγονός πού είχε σχέση με την ζωή του. Μέσα σε λίγο χρόνο ανέκτησε την υγεία του και αμέσως μετά έγινε η κουρά του σε μοναχό με το όνομα Νικόλαος.

Το θαύμα στον τάφο του
Ήταν ένας άνθρωπος ασυνήθιστος: πάντοτε σιωπηλός, ντροπαλός ,φιλάσθενος τους απόφευγε όλους. Σαν άλλος μαγνήτης, σε τραβούσε, χωρίς να το θέλεις, να τον αγαπήσεις. Ποτέ δεν επήγαινε στα κελλιά των πατέρων ούτε την ημέρα, πολύ περισσότερο την νύχτα. Αξιώθηκε από τον Θεό, όπως ο όσιος Ανδρέας, να αρπαγεί στον παράδεισο και να ιδεί τα σκηνώματα των δικαίων σαν αμοιβή για όλα όσα υπέφερε στην ζωή του για τον Χριστό.
Δεν θα το λησμονήσω ποτέ, όταν κάποια ημέρα ενώ περπατούσαμε μαζί, γύρισε και μου είπε:
- Γέροντα, δεν ακούς κάτι;
- Όχι! Τίποτα. Τι είναι; Τι ακούς;
- Δεν ακούς τους αγγέλους να ψάλλουν; Ω, Τι ωραία μελωδία! Τι ευτυχία! Τι χαρά!
Εγώ δεν άκουγα τίποτα. Και εκείνος μέσα στην απλότητα του έμεινε κατάπληκτος με την κουφαμάρα μου.
Έζησε στην Σκήτη μόνο δύο χρόνια. Στις 18 Αυγούστου 1893, αρρώστησε χωρίς ελπίδα ανάρρωσης. Εκοιμήθη σε ηλικία 65 χρονών. Όταν οι πατέρες ετοίμαζαν το σώμα του για την ταφή βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα πού έκαμε το αίμα στις φλέβες τους να παγώσει. Όλο του το σώμα ήταν μια πληγή , ακρωτηριασμένο, στιγματισμένο από μαχαιρώματα. Ήταν ένας αληθινός μάρτυρας του Χριστού. Και το πιο παράξενο: μέχρι σήμερα στο μονοπάτι πού οδηγεί στον τάφο του δεν έχει φυτρώσει ούτε το ελάχιστο χορταράκι! Καθαρό, ελεύθερο στους διαβάτες! Για όσους επιθυμούν να προσκυνήσουν στον τάφο του.